Τα δωμάτια των ξενοδοχείων έχουν πάντοτε και για έναν ανεξήγητο λόγο μια λανθάνουσα γοητεία. Ισως αυτό συμβαίνει επειδή κρύβουν μέσα τους μια δεύτερη ζωή…
«Δωμάτιο 21. Ναι… αν γίνεται να με ξυπνήσετε στις 7 το πρωί παρακαλώ, ευχαριστώ». Η φωνή του ρεσεψιονίστ που ακουγόταν στο τηλέφωνο απέπνεε μια βεβαιότητα του καθήκοντος. Η Λένα έμεινε ήσυχη. Την επομένη θα ξυπνούσε νωρίς και έτσι, Θεού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος, θα βρισκόταν εγκαίρως στο αεροδρόμιο για να παραλάβει τον Κώστα. Τον άνδρα που ενέπνεε την τέχνη της τους τελευταίους έξι μήνες. Η Λένα είναι ζωγράφος. Και τούτο τον καιρό ετοιμάζει την έκθεσή της που θα λάβει χώρα σύντομα σε μια trendy γκαλερί των Αθηνών. Τελικά την επομένη το πρωί και ο Θεός θέλησε και ο καιρός επέτρεψε την έγκαιρη άφιξή της στο αεροδρόμιο της Κέρκυρας. Ο Κώστας όμως δεν κατέβηκε από το αεροπλάνο μαζί με τους άλλους επιβάτες. Απλούστατα διότι δεν ταξίδεψε μαζί τους. Του τηλεφώνησε, δεν απαντούσε σε κανένα τηλέφωνο. Με κομμένα τα πόδια από την αγωνία και τον πόνο αποφάσισε να κάνει μια βόλτα στο νησί. Με το αυτοκίνητο; Οχι, δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει. Τα δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά της ποταμός. Θα πήγαινε όπως όπως στην πόλη και θα βολτάριζε εκεί γύρω, μέσα στα στενά, στην παραλία, όπου την πήγαινε η καρδιά της που τόσο πολύ υπέφερε την ώρα εκείνη. Της χρωστούσε μια χαρά για να την απαλύνει από την πίκρα. Στο δωμάτιο πάντως δεν θα επέστρεφε. Ηταν μικρό και σκοτεινό. Εβλεπε στον δρόμο, δεν είχε μπαλκόνι, τα έπιπλα ήταν παλιά και καταθλιπτικά φθαρμένα. Οχι, εκεί δεν θα επέστρεφε. Ηταν ένα φθηνό δωμάτιο σε ένα φθηνό ξενοδοχείο κατασκευής του ’60, που το διάλεξε λόγω συμφέρουσας τιμής για όσες ημέρες θα περνούσε εκεί μόνη της ώσπου να έρθει ο Κώστας. Τότε θα πήγαιναν να μείνουν σε ένα καλύτερο μαζί. Τώρα που αυτός είναι άφαντος θα εξακολουθήσει να μένει στο φθηνό. Εφθασε στην πόλη, παρκάρισε το αυτοκίνητο έξω από το ξενοδοχείο, άνοιξε την πόρτα, έστριψε στο κάθισμα και πάτησε τα πόδια της στην άσφαλτο. Κατευθύνθηκε αργοσέρνοντας τα βήματα ως το λιμάνι. Κοντοστάθηκε στο «Τ» του δρόμου. Προς τα πού να στρίψει; Δεξιά ή αριστερά; Μπροστά δεν μπορούσε… ήταν η θάλασσα. Τη μύρισε. Χάθηκε μέσα στο γαλάζιο της. Ακουσε τον παφλασμό της. Και την αισθάνθηκε να μπαίνει στο πετσί της. Είδε τον εαυτό της μέσα της σαν να τον έβλεπε στον παλιό καθρέφτη του δωματίου 21. Και έκανε στροφή 180 μοιρών.
Μαδρίτη
«Το πηγαίο ενδιαφέρον για τα πράγματα ξεκινάει από την πρώτη αντίληψη που έχουμε γι’ αυτά. Να, τώρα είμαστε σε αυτό το δωμάτιο, σε ένα υπερπολυτελές ξενοδοχείο στο κέντρο της Μαδρίτης. Η πόλη με την πρώτη ματιά από το αεροδρόμιο ως εδώ δείχνει μάλλον αδιάφορη. Εντάξει, έχει μερικά ενδιαφέροντα κτίρια, κάποια μνημεία, αλλά δεν είναι αυτό που φανταζόμασταν, έτσι; Ξέρω τι σκέφτεσαι… “Αφού έχουμε μόνο τέσσερις ημέρες στη διάθεσή μας, και επιλέξαμε να έρθουμε στην Ισπανία, μήπως θα ήταν καλύτερα να πηγαίναμε στη Βαρκελώνη ή σε κάποια άλλη πόλη, τέλος πάντων, αλλά όχι στη Μαδρίτη;”. Οχι. Επρεπε να έρθουμε εδώ. Μια χώρα πρέπει να τη γνωρίζεις πρώτα μέσα από την πρωτεύουσά της. Σωστά; Σωστά!». Ο Σέρτζιο, ιταλός, δημοσιογράφος σε γνωστή εφημερίδα, για μία ακόμη φορά στήνει τη θεωρία του και κλείνεται μέσα σε αυτήν. Η Ιζαμπέλα τον ακούει και γελάει. Κάθεται στο μικρό σαλονάκι μπροστά στο παράθυρο που βλέπει στη μεγάλη πλατεία. Κοιτάζει μία αυτόν, μία την όχι και τόσο σπουδαία πλατεία. Είναι γραφίστρια το επάγγελμα. Και κατά τα φαινόμενα κάπως πιο ονειροπαρμένη από αυτόν. Λίγο πιο καλλιτεχνίζουσα, ας πούμε. Τον λατρεύει. Γιατί; Γιατί πάντοτε καταφέρνει να προλαμβάνει τις σκέψεις της και λίγο πριν από την απογοήτευση να την τραβήξει αλλού. Μια ωραία θεωρία, σαν και αυτήν που μόλις πριν από λίγο σκάρωσε, και όλα βαίνουν καλώς. Γι’ αυτό τον ερωτεύτηκε. Γιατί διώχνει την πλήξη μακριά της, προτού ακόμη και η ίδια αντιληφθεί ότι αυτή την απειλεί. Το δωμάτιο εξάλλου είναι υπέροχο. Μεγάλο, τεράστιο (είναι σουίτα), φωτεινό, ανοιχτόχρωμο, με τεράστιο κρεβάτι ξύλινο και καλόγουστο, και όλες τις λοιπές ανέσεις. Ωραίο μπάνιο, χρώματος κρεμ, κρεμ μοκέτα, ξύλινα έπιπλα προφανώς ακριβά, όλα ωραία είναι εκεί μέσα. Δεν θα τα θυμάται λίγες ημέρες μετά την αναχώρησή τους, γιατί δεν έχουν κάτι το χαρακτηριστικό, αλλά είναι μια χαρά. Πρόκειται για ένα ωραιότατο δωμάτιο σε ένα ωραιότατο, πολυτελές ξενοδοχείο στο κέντρο της Μαδρίτης. Και εξάλλου έχει μαζί της τον Σέρτζιο. Τον «θεωρητικό»! «Λοιπόν, πάμε τώρα αμέσως μια ωραία βόλτα. Θα ανακαλύψουμε τις μυστικές ομορφιές της πόλης. Μα γιατί μυστικές; Μπορεί να είναι και φανερές… Πάμε να την περπατήσουμε. Σίγουρα θα έχει ενδιαφέρον. Αλλιώς δεν θα το αποφασίζαμε να έρθουμε. Το ένστικτο και η λογική μας αποκλείεται να μας οδήγησαν λάθος. Και αν αυτό συνέβη, δεν πειράζει. Θα πάμε το βράδυ να φάμε κάπου υπέροχα και θα περάσουμε γενικά μια χαρά. Μην ανησυχείς. Στηρίξου επάνω μου. Εγώ είμαι εδώ. Σε έχω απογοητεύσει ποτέ;». Ποτέ! «Εξάλλου, για τέσσερις ημέρες στη Μαδρίτη ήρθαμε, διάβολε… Αν μη τι άλλο, θα εξασκήσουμε και τα ισπανικά μας… Πάμε!». Εκείνη σηκώθηκε, άλλαξε στα γρήγορα φούστα, τη συνδύασε με ένα καθαρό κασμιρένιο πουλόβερ και πήγε να φορέσει το παλτό της. Δίχως να το καταλάβει όμως και η ίδια, έκανε στροφή και τον αγκάλιασε. Τον φίλησε κι ένιωσε τα χείλη του να στάζουν μελάσα. Τον λάτρευε τον «θεωρητικό» και πάντοτε «θετικά σκεπτόμενο» δημοσιογράφο της. Τον λάτρευε… Και γελούσε μαζί του τόσο πολύ, και πάντοτε ασυναίσθητα, σχεδόν δίχως να αντιλαμβάνεται το γιατί.
Παρίσι
Το αδύναμο φως του πρωινού ήλιου μπαίνει μέσα από τη χαραμάδα της μπαρόκ κουρτίνας στο δωμάτιο 1025. Ακουμπάει στο μάγουλό της. Το άρωμα που φορούσε το προηγούμενο βράδυ, βαρύ, είναι πια μια ανάμνηση, ποτισμένη στα σεντόνια. Το χρώμα της επιδερμίδας της φαντάζει ροδί. Στην πραγματικότητα είναι ολόλευκο. Τα μαλλιά της, κόκκινα, ξαπλώνουν στο μαξιλάρι. Ξεφεύγουν λίγο στο πλάι, χαϊδεύουν το λευκοντυμένο στρώμα. Το τασάκι στο κομοδίνο σε στυλ Λουδοβίκου λερώνει η στάχτη από δυο τσιγάρα. Κινείται ελαφρά. Νυσταγμένα. Δεν έχει ξυπνήσει ακόμη. Μα νιώθει τα μάτια της ορθάνοιχτα. Στη μέση της αισθάνεται το άγγιγμα. Κατάσαρκα. Κινείται και πάλι νωχελικά. Το χάδι ανεβαίνει στην πλάτη. Γυρίζει ανάσκελα. Τα μαλλιά καλύπτουν το δεξί μάγουλο. Το σεντόνι, τυλιγμένο γύρω της καθώς κάνει την οριζόντια στροφή, σχηματίζει μια πτυχωτή μάξι τουαλέτα σαν αυτές της υψηλής ραπτικής. Το χάδι φθάνει στο μάγουλο που λίγο πριν κάλυπταν τα μαλλιά. Εκεί που την πρωτοάγγιξε ο ήλιος. Ενα φιλί στο μέτωπο για καλημέρα και ένα δυνατό άγγιγμα ανάμεσα στα πόδια. Στο ύψος των μηρών. Ανδρικό άρωμα. Το νιώθει να διαχέεται κοντά της. Ανοίγει τα μάτια και κοιτάζει τον μεγάλο καθρέφτη στην πόρτα της ξύλινης ντουλάπας. Τα ξανακλείνει. Προφέρει το όνομα. Χαμογελάει απαλά. Τα ξανανοίγει. Τα ξανακλείνει. Το άρωμα έρχεται και φεύγει. Το χάδι όμως παραμένει δυνατό. Εντονο. Μεθυστικό και ζεστό, σαν την ανάσα που νιώθει να της καίει τον αυχένα. Χτυπάει το τηλέφωνο. Το αφήνει για λίγο. Χτυπάει επίμονα. Απλώνει το χέρι και σηκώνει το ακουστικό. «Κοιμάσαι ακόμη; Ξύπνα… Μου λείπεις. Σε λατρεύω. Θέλεις να σου παραγγείλω πρωινό;» γελάει. «Από πού; Απ’ την Αθήνα; Οχι…» είναι η πρώτη φράση της ημέρας. «Τι θα κάνεις τώρα;». Δεν ξέρει τι θα κάνει. Θα βγει στον δρόμο. Προηγουμένως όμως θα λούσει τα μαλλιά της. Και καθώς το νερό κυλάει επάνω τους από την μπρούτζινη βρύση, χρώματος χρυσαφί, από κόκκινα αυτά θα δείχνουν σκούρα καστανά.
Ερμούπολη (Σύρος)
Μήνας του μέλιτος στη Σύρο; Γιατί όχι. Εξάλλου δεν υπήρχε χρόνος για ένα μεγάλο ταξίδι. Ούτε χρήμα αρκετό. Το ξενοδοχείο… Τι ξενοδοχείο; Την πανσιόν την είχαν επαινέσει πλείστοι φίλοι και γνωστοί που ήδη είχαν καταλύσει εκεί στο παρελθόν. Ο Γιώργος και η Γεωργία (τι σύμπτωση, ε;) δεν το πολυσκέφθηκαν. «Θα πάμε εκεί… Και θα είμαστε πασάδες, ξαπλωμένοι στο κρεβάτι με τον ουρανό και τις κουνουπιέρες» είπαν και οι δυο με μια φωνή. Στο νησί δεν είχαν ξαναπάει ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. Ολα τα χρόνια που γνωρίζονται 13 τον αριθμό , άλλοτε μαζί και άλλοτε χώρια (συνήθιζαν να χωρίζουν και να τα ξαναφτιάχνουν), το απέφευγαν όπως ο διάβολος το λιβάνι. Σαν κάτι να τους έσπρωχνε μακριά του και ας τους άρεσε να ταξιδεύουν στα νησιά γενικώς.
Το δωμάτιο 13 ήταν ονειρεμένο. Με τρία παράθυρα που έβλεπαν στο λιμάνι και στο νεώριο, με φως άπλετο να μπαίνει μέσα σταλμένο από τον ήλιο, με το μεγάλο κρεβάτι και τη λευκή τούλινη κουνουπιέρα και τα παλιά έπιπλα, έμοιαζε παραμυθένιο. Τόσο ρομαντικό! Οτι έπρεπε για ένα ταξίδι του μέλιτος δυο ερωτευμένων νιόπαντρων. Επάνω στην τουαλέτα με τον καθρέφτη ήταν τοποθετημένο ένα παλιό λαβομάνο. Η πορσελάνινη λεκάνη και η ζωγραφιστή κανάτα μέσα της, «μοναδικό στολίδι», έσπρωχναν και αυτά όποιον τα κοιτούσε σε περασμένη εποχή. Ολα τόσο ωραία. Κάτι όμως πήγαινε στραβά. Το άγχος του γραφείου; Οχι, ποιος το σκέφτεται αυτό τώρα… Η ζέστη που πύρωνε τον δρόμο; Μα στο ταβάνι γύριζε συνεχώς ένας μεγάλος ανεμιστήρας. Η υγρασία που τρυπούσε τα ρουθούνια και πλάκωνε την ψυχή; Αυτό ήταν; Ενα πλάκωμα ψυχής, μα όχι από την υγρασία. Οι σκέψεις και των δυο πίσω από τα ένοχα χαμόγελα του ενός προς τον άλλο κυλούσαν παράλληλες. Μια άλλη ζωή. Μια άλλη, δίχως να γνωρίζουν ποια ακριβώς, μα σίγουρα διαφορετική. Τι τους έκανε να παντρευτούν την περασμένη νύχτα; Η συνήθεια; Η λαχτάρα για ασφάλεια; Ο έρωτας; Οχι ο έρωτας. Αγάπη ναι, έρωτας όχι. Και τώρα; Μέσα σ’ αυτό το όμορφο δωμάτιο, το τόσο ρομαντικό, γιατί νιώθουν αμήχανα; Σαν να μπαίνουν στην ίδια κάμαρα για πρώτη φορά; Η Γεωργία, από την πλευρά της τουαλέτας, πισωπάτησε. Επεσε επάνω στο έπιπλο και έριξε κάτω το λαβομάνο. Το άκουσε να σπάει σε αμέτρητα κομμάτια. Ο θόρυβος την τρόμαξε σχεδόν όσο η απώλεια της ισορροπίας. Κοίταξε τον Γιώργο, τον γνώριμο Γιώργο, έκπληκτη και φοβισμένη και έβαλε τα κλάματα. Εκλαιγε με λυγμούς. Και εκείνος δάκρυσε. Μα κανείς τους δεν μίλησε. Σαν να μην υπήρχε λόγος να πουν ο ένας στον άλλο: «Μη φοβάσαι… Τόσα περάσαμε μαζί. Θα το περάσουμε και αυτό».
Βιέννη
«Ποιο δωμάτιο θυμάμαι πιο πολύ απ’ όλα; Μμμμ… ναι υπάρχει κάποιο. Το δωμάτιο 55 σε ένα ξενοδοχείο κάπου στο κέντρο της Βιέννης. Μη με ρωτήσεις το όνομα του ξενοδοχείου. Δεν το πρόσεξα καν. Ούτε τον δρόμο ξέρω. Καφέ πόρτα. Σκούρα καφέ ξεφτισμένη στις γωνίες. Φθηνιάρικη πόρτα έτσι; Δεν ήταν “στυλ” αυτό… Μέσα, στους τοίχους κολλημένη μια πράσινη ταπετσαρία, εντελώς kitch, με κάτι γιρλάντες για σχέδια… Χάλια. Σου ‘ρχόταν να γελάσεις με το που έπεφτε το μάτι σου επάνω της. Και το κρεβάτι; Α… το κρεβάτι υπερσύγχρονο, υπερμοντέρνο με στρώμα νερού. Δεν είχα ξαναξαπλώσει σε στρώμα νερού. Είναι πολύ περίεργο. Ξαπλώνεις και κουνιέσαι. Τα πάντα γίνονται από μόνα τους. Δίπλα στο κρεβάτι κομοδίνα. Στο ίδιο ξύλο με την πόρτα. Πανάσχημα, μίζερα, με πορτατίφ που είχαν ροζ λάμπες. Το δωμάτιο δεν είχε μπαλκόνι. Ενα μεγάλο παράθυρο μονάχα που έβλεπε σε μια πλατεία. Και κάτω από το παράθυρο ένα τραπεζάκι σαλονιού στο ίδιο ξύλο με τα κομοδίνα και την πόρτα. Το τραπεζάκι όμως είχε και κάτι χρυσά στολίσματα. Και εκεί, επάνω, βρισκόταν ένας δίσκος από πλεξιγκλάς με ένα μπουκάλι αφρώδη οίνο και δυο γυάλινα φθηνά ποτήρια σαμπάνιας. Και μια τηλεόραση βρισκόταν επάνω στο τραπεζάκι. Μια μικρή τηλεόραση, με τηλεκοντρόλ, αναμμένη, που πρόβαλε ταινία πορνό. Ξέρεις, δεν καταλαβαίναμε λέξη… Αλλά δεν χρειάζεται και να καταλάβεις σε αυτές τις περιπτώσεις, έτσι δεν είναι; Μόνο κάτι “fantastish” και κάτι “ya”… μακρόσυρτα που μοιάζαν παθιασμένα, αλλά ακούγονταν τόσο γελοία. Επειδή ακριβώς ένιωθες ότι δεν ήταν παθιασμένα. Απέναντι στο κρεβάτι και στο ταβάνι καθρέφτες. Μεγάλοι. Μέσα από αυτούς μπορούσες να δεις όλο το δωμάτιο. Στο πάτωμα σκόνη. Αναγκαστικά καθόσουν στο κρεβάτι. Δεν είχες άλλη επιλογή. Ολα τα άλλα τα σιχαινόσουν. Αυτό το δωμάτιο λοιπόν θυμάμαι. Μείναμε ένα βράδυ. Ηταν μίζερο, o.k. αλλά δεν είχα ξαναμπεί ποτέ σε τέτοιο δωμάτιο. Ούτε σε τέτοιο ξενοδοχείο. Και για κάποιον περίεργο λόγο προφανώς όχι και τόσο περίεργο εκεί, σε εκείνο το δωμάτιο, έκανα το καλύτερο σεξ στη ζωή μου. Σαν πράξη εννοώ το καλύτερο. Οχι σαν κατάσταση. Και νομίζω δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Αν και τον άνθρωπο που με πήγε εκεί τον έχω ξεχάσει προ πολλού. Μιλάμε για 10 χρόνια πίσω…».
Χανιά
Το σούρουπο γεμίζει τον ορίζοντα. Η θάλασσα από το μπαλκόνι φαίνεται να παίρνει μαβιά απόχρωση. Ο Ρόλαντ την κοιτά σαν μαγεμένος. Η Ουρλίκε μέσα λούζει τα μαλλιά της. Η πόρτα είναι ορθάνοιχτη και τα νερά που κυλούν στην μπανιέρα ακούγονται ως έξω. Σαν να είναι ο ήχος των επίμονων κυμάτων που προσπαθούν να ξεπεράσουν την προβλήτα… μα η θάλασσα είναι ήρεμη. Είναι οι τελευταίες τους διακοπές μαζί. Μια εβδομάδα πριν, στο Μόναχο, είχαν αποφασίσει να χωρίσουν για πάντα. Από τον χειμώνα όμως, τότε που τα πρώτα παγερά μηνύματα θανάτου του έρωτά τους γίνονταν ήδη αισθητά, σε μια απονενοημένη προσπάθεια επαναφοράς του στη ζωή οργάνωσαν μαζί τις άδειές τους και προγραμμάτισαν το ταξίδι-πακέτο στην Κρήτη. «Ενα πανέμορφο νησί στα νότια της Ελλάδας» τους είχε πει ο πράκτορας. «Είναι τόσο ωραία εδώ, σαν να ξαναγεννιέται μέσα σου η ζωή… Τι κρίμα όμως που αυτός ο τόπος, αυτό το δωμάτιο 17 που είναι βαμμένο ροζ και έχει φιστικί έπιπλα θα γίνει ο τάφος έξι χρόνων…», η σκέψη ανήκει στον Ρόλαντ. Επαγγέλλεται νοσοκόμος, διακατέχεται όμως από έντονες «καλλιτεχνικές ανησυχίες» που ξυπνούν μέσα του με το άδειασμα ενός κουτιού μπίρας. Η Ουρλίκε είναι αναισθησιολόγος. Και λατρεύει τα γλυκά. Αν ήταν γλυκό θα έμοιαζε με στρουμπουλό και σιροπάτο κανταΐφι, σαν εκείνο που το προηγούμενο βράδυ έτρωγε λιγωμένη στο ζαχαροπλαστείο στο λιμάνι. Δεν είχαν ξαναδεί τέτοιο γλυκό. Ούτε εκείνος ούτε εκείνη. Γνωρίστηκαν πριν από έξι χρόνια στην Ακρόπολη. Οταν του ζήτησε να τη φωτογραφήσει μπροστά στον Παρθενώνα. Και όμως… αμφότεροι εργάζονταν στο ίδιο νοσοκομείο στο Μόναχο. Αν και ποτέ δεν είχαν ως τότε αντικρίσει ο ένας τον άλλον. Οι ξανθές μπούκλες των μαλλιών της εκείνο το πρωί μέσα από τον φακό της μηχανής φυλάκισαν το βλέμμα του. Για πάντα, νόμιζε… Ο τρόπος που ανέμιζαν κινούμενες σαν φίδια σχεδόν τον νάρκωνε. Οταν αργότερα του είπε ότι ήταν αναισθησιολόγος, γέλασε… «Για φαντάσου» σκέφτηκε «με τέτοιες μπούκλες τι να την κάνει τη σύριγγα; Αν μπλεκότανε μέσα τους θα λύγιζε!». Εκτοτε δεν ξαναήρθαν στην Ελλάδα. Μόνο εφέτος το αποφάσισαν με πρόφαση το «οικονομικό ταξίδι-πακέτο», μα κατά βάθος με την ελπίδα μήπως και οι δυνάμεις που κάποτε τους έφεραν κοντά τώρα ξορκίσουν το κακό.
Σύμη
«Ποπό ζέστη… Αναψε τον ανεμιστήρα, σε παρακαλώ». Ο Μάριος ακολουθεί πιστά την προσταγή της Πηνελόπης. Εκείνη κατευθύνεται προς το παράθυρο. Μπλε ξύλο που στηρίζει το τζάμι, μπλε γρίλιες. Τα ανοίγει σχεδόν μηχανικά και ατενίζει το μπλε της απεραντοσύνης. Το δωμάτιο 32 βρίσκεται επάνω ακριβώς από τη θάλασσα. Μια μικρή πλατεία το χωρίζει από αυτήν, γεμάτη κόσμο και παιδάκια που τρέχουν φωνάζοντας και προαναγγέλλοντας την επόμενη βουτιά. Οι τσιρίδες τους την ενοχλούν αφόρητα. Γυρίζει προς τον Μάριο. Είχαν μέρες να βρεθούν. Η Πηνελόπη ζει αλλού κι εκείνος αλλού. Και αποφάσισαν να πάνε μαζί στη Σύμη. Για ένα ειδυλλιακό Σαββατοκύριακο. Το δωμάτιο είναι βαμμένο άσπρο. Το κρεβάτι απλό, μα ντυμένο με λινά λευκά σεντόνια. Υπάρχουν και μερικά άλλα έπιπλα, κάτι τυπικά νησιώτικα. Δεν υπήρχε απλό δίκλινο ελεύθερο για εκείνο το διήμερο, κι έτσι έκλεισαν σουίτα. Η σουίτα φυσικά σε ένα τέτοιο νησί δεν παρέχει τίποτε άλλο πέρα από ένα έξτρα κρεβάτι. «Ας αφήσουμε εκεί επάνω τις βαλίτσες…» σκέφτηκε εκείνη. «Εκεί θα κοιμόταν το παιδί μας, αν είχαμε ένα… Αλλά αφού δεν υπάρχει ας αφήσουμε τις βαλίτσες». Ο Μάριος ανοίγει το άλλο παράθυρο, με την ίδια ακριβώς θέα. Κοιτάζει το κρεβάτι με τα λινά λευκά σεντόνια. Κοιτάζει και την Πηνελόπη. «Πάμε για μπάνιο;» την ακούει να ρωτάει. Μα η σκέψη του τον πήγαινε αλλού. Εκείνη, δίχως να λάβει απάντηση, ανοίγει μηχανικά τη βαλίτσα και ψάχνει για το μαγιό. Το βρίσκει, γδύνεται και ετοιμάζεται να το φορέσει. Την κοιτάζει. Την παρακολουθεί. Τον κοιτάζει και αυτή. Το βλέμμα του δεν είναι άδειο, μα δεν μπορεί να το καταλάβει. Υποψιάζεται μόνο. «Πάμε για μπάνιο!» του λέει. Εκείνος ακίνητος, κοιτάζει το σώμα της. Είναι τόσο όμορφο μα τόσο κρύο ταυτοχρόνως. Δεν χρειάζεται ανεμιστήρας σε ένα δωμάτιο με τόσο κρύο σώμα. Αν ξάπλωναν μαζί επάνω στα σεντόνια θα τον δρόσιζε… Ενα σπουργίτι φτερουγίζει στο παράθυρο. Γυρίζει το βλέμμα προς τα ‘κεί. Χαμογελάει και η όψη του γλυκαίνει. «Βουτιάαα!» φωνάζει ένα παιδάκι απέξω και ακούγεται το νερό να παφλάζει καθώς εκείνο πέφτει μέσα του. Σκύβει στο παράθυρο να το δει. Το σπουργίτι τρομάζει και φεύγει. Τη νιώθει να τον ακουμπάει στην πλάτη. Σφίγγει τα χέρια της στη μέση του και κολλάει επάνω του. Το σώμα της δεν είναι παγωμένο. Είναι γλυκά οικείο. Τα χείλη της δεν είναι στυφά. Μυρίζουν μέντα.
Λονδίνο
Το νερό της βροχής χτυπάει το τζάμι. Κοιτάζει μέσα στο δωμάτιο 1012. Πώς θα κοίταζε το ρακένδυτο κοριτσάκι με τα σπίρτα; Κάπως έτσι… Η Πάολα κολλάει τη μύτη της στην παγωμένη επιφάνεια. Για πρώτη φορά μόνη, σε μια ξένη πόλη, φοβάται, μα γοητεύεται κιόλας από τον φόβο. Αλλιώς φανταζόταν το δωμάτιο ενός μεγάλου ξενοδοχείου στο κέντρο του Λονδίνου. Πιο μεγάλο ίσως, πιο πολυτελές, πιο ατμοσφαιρικό, όπως τα παλαιά δωμάτια στα αγγλικά σπίτια που έβλεπε στις ταινίες. Δεν μοιάζει όμως με αυτά και αυτό την καταθλίβει. Είναι μικρό. Είναι βαμμένο σκούρο λαδί. Εχει ένα μόνο κρεβάτι σκεπασμένο με μια κουβέρτα καφέ. Ανοιχτό καφέ. Κομοδίνο, τουαλέτα με καθρέφτη, ένα μικρό τραπεζάκι, μια καρέκλα δίπλα στο παράθυρο. Ολα σε σκούρο καφέ. Βαριές κουρτίνες, ανοιχτό καφέ. Επάνω στην τουαλέτα υπάρχει ένας δίσκος με βραστήρα, δυο φλιτζάνια, ασημένιο κουταλάκι και φακελάκια με πράσινο τσάι και καφέ. Το μπάνιο μικρό, μα περιποιημένο. Σε χρώμα πράσινο ανοιχτό. «Τελικώς οι Αγγλοι είναι κακόγουστοι…» σκέπτεται. «Ολα πράσινα και καφέ;». Ανοίγει το τζάμι για να ακούσει τη βροχή. Τέλη Αυγούστου, αρχές Σεπτεμβρίου. Στην Ελλάδα θα μπορούσε και να είναι η πρώτη βροχή του φθινοπώρου. Ομως εκεί δεν ήταν. Ηταν απλώς ένα σύνηθες καιρικό φαινόμενο. Φόρεσε το λουλουδάτο κίτρινο φόρεμα και ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια. Και βγήκε στον δρόμο. Κάτω από τη βροχή, χωρίς ομπρέλα. Τα μαλλιά της βρέχονταν. Το φόρεμα άρχισε να κολλάει επάνω στους ώμους της. Περπατούσε δίχως να ξέρει πού πηγαίνει. Μέσα στο δωμάτιο έπληττε. Εξω βρεχόταν. Πέρασε την είσοδο του πάρκου. Προχώρησε, πατώντας το γκαζόν, προς τη λίμνη. Βρήκε μια σεζ λονγκ και ξάπλωσε. Τώρα βρεχόταν ολόκληρη. Το φόρεμα κολλούσε στην κοιλιά της. Το πρόσωπό της γεμάτο σταγόνες. Τα μαλλιά κόλλησαν στο μέτωπό της. Εριξε μια ματιά ένα γύρο. Πράσινο και καφέ. Πράσινα φύλλα στα δέντρα, πράσινο χορτάρι, καφέ κορμοί, καφέ σεζ λονγκ, καφέ χώμα. Γκρίζα λίμνη. Γκρίζος ουρανός. Κάτω από αυτόν τον ουρανό θα ζούσε δυο χρόνια. Απλωσε το χέρι και άγγιξε το χόρτο. Το χάιδεψε, άνοιξε τα δάχτυλα και τα ξανάκλεισε με δύναμη. Ξερίζωσε ένα κομμάτι. Το έφερε κοντά στη μύτη της. Το μύρισε. Το άρωμα του βρεγμένου χώματος της θύμιζε κάτι. Ερωτικό. Υψωσε το χέρι στον αέρα και το ελευθέρωσε μέσα από τα δάχτυλα της. Εφερε την παλάμη ξανά κοντά στη μύτη. Στα νύχια της είχαν σφηνώσει κομμάτια καφέ και πράσινου. Εκανε μια στροφή δεξιά επάνω στη σεζ λονγκ και έπεσε στο έδαφος. Το φόρεμα έγινε ένα με το πράσινο. Τα μαλλιά μπλέχτηκαν στα χόρτα. Ανάσκελα, καθώς ήταν ξαπλωμένη, έστριψε το κεφάλι δεξιά. Το μάγουλο ακούμπησε ολόκληρο επάνω στο γκαζόν. Πράσινο και καφέ ήταν ό,τι έβλεπε. Θαμπό, όπως εκείνο του δωματίου. Τώρα οι δυο τους έχουν γίνει ένα… «Μα τα κοριτσάκια με τα σπίρτα δεν υπάρχουν πια. Αφού το εμπόρευμά τους αντικαταστάθηκε από αναπτήρες, που η φλόγα τους αντέχει στη βροχή και στον αέρα». Η σκέψη αυτή της ανήκει. Και το χαμόγελο που ακολούθησε επίσης!
Λιμένι (Μάνη)
Δωμάτιο με θέα. Αυτό είναι. Ενα δωμάτιο με θέα. «Ποτέ δεν με ενδιέφερε, ξέρεις. Εννοώ ποτέ δεν ζήτησα δωμάτιο με θέα σε κανένα ξενοδοχείο απ’ όλα όσα έχω πάει. Εφεξής όμως θα ζητάω…» η φωνή της Ειρήνης σχεδόν δεν ακούγεται. Τόσο σιγανή είναι. Οχι τόσο από την έκπληξη όμως. Οσο από αμηχανία. Εναν μήνα βγαίνει με τον Στράτο. Στο σπίτι του έχει κοιμηθεί μόνο μία φορά. Και τώρα σ’ αυτό το δωμάτιο θα μείνει μαζί του μία εβδομάδα. Σ’ αυτό το σπαρτιάτικο δωμάτιο. Που δεν έχει τίποτε περιττό μέσα του. Ενα χτιστό διπλό κρεβάτι, ένα ξύλινο κομοδίνο αλουστράριστο, ένα μικρό ψυγείο και μια τουαλέτα με καθρέφτη. Αυτά. Και το μπάνιο φυσικά, όχι μεγάλο, λευκό, λιτό. Μοναδικό στολίδι δωματίου το μπαλκόνι. Εξαιρετικό στολίδι το μπαλκόνι. Μεγάλο, σε σχέση με το δωμάτιο, με ένα σιδερένιο τραπέζι και δυο σιδερένιες καρέκλες. Και θέα στο μανιάτικο Λιμένι. Εναν κόλπο αχνογάλαζο. Που σκεπάζεται από μια ομίχλη τόσο μεθυστική! Μια ομίχλη που εμποδίζει να δεις απέναντι, που το βλέμμα σου χάνεται στο εσωτερικό της, σαν να κάνει βόλτες σε λαβύρινθο. Κάνει βόλτες σε λαβύρινθο. Αυτές οι οκτώ ημέρες συμβίωσης είναι στην ουσία ένας λαβύρινθος και για τους δυο. Δεν γνωρίζονται καλά καλά. Δεν είναι απόλυτα εξοικειωμένοι ο ένας με τον άλλον. Διακρίνουν μεταξύ τους στοιχεία που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν τον έρωτα, όμως απλώς τα διακρίνουν, τα μυρίζουν στην αύρα που τους περιβάλλει, τα φαντάζονται στις μοναχικές στιγμές. Δεν ξέρουν αν όντως υπάρχουν. Υποψιάζονται όμως πως «ναι, υπάρχουν…». Και αποφασίζουν μαζί να τα αναζητήσουν εκεί. Στο δωμάτιο 20. Στο δωμάτιο με θέα την ομίχλη που σκεπάζει το απαλό γαλάζιο του κόλπου. Το απαλό γαλάζιο που είναι όμοιο μ’ εκείνο που κρύβεται στο βάθος του λαβυρίνθου, στο βάθος της ψυχής και που είναι τόσο δύσκολο να ανακαλυφθεί. Θεωρείται σχεδόν δεδομένο ότι ποτέ δεν θα το ανακαλύψουν ο ένας μέσα στον άλλον. Και, αν αυτό συμβεί, δεν θα το πιστέψουν, θα νομίζουν ότι πρόκειται για κάτι άλλο… που μοιάζει με γαλάζιο, μα δεν είναι. Σκύβουν και οι δυο, ταυτόχρονα σχεδόν, για να κοιτάξουν τι είναι αυτό το άγαλμα* στο μικρό νεκροταφείο, κάτω από το μπαλκόνι τους, στο βάθος του γκρεμού. Το δωμάτιο βρίσκεται στο χείλος του.
* Είναι ο τάφος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.
Ρώμη
Ενα μακρόστενο παράθυρο, δυο σκοινιά για άπλωμα μπουγάδας προσαρμοσμένα στις άκρες του, μία ροζ πετσέτα, ένα γυναικείο εσώρουχο λευκό και δυο γαριασμένες παράταιρες αθλητικές κάλτσες. Το βλέμμα του Ριφάτ όμως, του ευσταλούς και προφανώς εύπορου σύρου φοιτητή, καρφώνεται αλλού καθώς μιλάει στο τηλέφωνο: «Ναι, μαμά, η Ρώμη είναι πολύ ωραία, είχατε δίκιο, και ο καιρός είναι καλός κάνει ζέστη, λένε εδώ, χα, χα, χα, δεν ξέρουν τι θα πει ζέστη… Ναι, και το ξενοδοχείο μού αρέσει. Διάλεξα το δωμάτιο που είχατε μείνει εσείς με τον μπαμπά. Εντάξει, θα κάνω μια βόλτα τώρα, θα τα πούμε αύριο, καλό βράδυ». Στο περβάζι του ευτελούς ξενοδοχείου ακουμπάει μια κοπέλα. Γυμνή, με μακριά βαμμένα ξανθά μαλλιά, ίσια και ελαφρώς αχτένιστα. Είναι γυρισμένη στον δρόμο με την πλάτη. Πόσο ωραία πλάτη! Η θέα σταματάει λίγο κάτω από τη μέση της. «Μα τι κάνει εκεί; Τι βλέπει; Πώς να ‘ναι άραγε τα μάτια της;». Οι σκέψεις αυτές ξεφύτρωσαν μέσα από το μυαλό του σύρου περιπατητή, καθώς και οι επόμενες: Τι ζητάει μια τόσο όμορφη πλάτη σε ένα τόσο ταπεινό, παμπάλαιο ξενοδοχείο και κακοδιατηρημένο στην άκρη της πόλης; Σ’ αυτόν τον στενό δρόμο που εγώ βρέθηκα να περπατώ εντελώς τυχαία; Τι έκπληξη και αυτή; Γιατί σταμάτησα εδώ για να μιλήσω στο τηλέφωνο; Πώς να είναι άραγε ο τοίχος μέσα στο δωμάτιό της; Να είναι ξεφτισμένος; Και να έχει γύψινες γιρλάντες ένα γύρο από το ταβάνι; Θα είναι γαλάζιο το δωμάτιο. Είμαι σίγουρος. Και θα έχει παλαιά έπιπλα, ένα κρεβάτι που τρίζει, με τσαλακωμένα σεντόνια που μυρίζουν ύπνο, μια ξεχαρβαλωμένη ξύλινη ντουλάπα με μεγάλο καθρέφτη στην πόρτα της, ένα κομοδίνο. Αυτά τα έπιπλα θα έχει. Και δεν θα είναι αιχμηρά στις γωνίες. Θα έχουν ωραίες καμπύλες, απαλές στο μάτι και στην αφή. Η προοπτική όμως του δωματίου θα είναι τετράγωνη; Δεν θα ήθελα να είναι τετράγωνη. Τετράγωνο είναι το δικό μου δωμάτιο στο Excelsior, το πολυτελές και το απρόσωπο. Αυτό εκεί οφείλει να είναι αλλιώς. Να μην έχει τόσο σκληρό σχήμα. Να αισθάνεσαι μια γλύκα καθώς το ατενίζεις. Να χαϊδεύει τα μάτια σου. Να θέλεις να το αγγίξεις. Να το νιώθεις οικείο για κάποιον λόγο. Ομοια οικείο με τον τρόπο που νιώθεις δικό σου το στήθος της κοπέλας. Σαν προέκτασή του, αν αυτή είναι δική σου. Να χάνεσαι μέσα σε αυτό και να ταξιδεύεις βλέποντάς το, ένα απόγευμα όπως τώρα, καθώς θα μπαίνει από το παράθυρο ο ήλιος που σβήνει. Εσύ καθισμένος στο κρεβάτι. Και εκείνη ακουμπισμένη στο περβάζι, με την πλάτη γυρισμένη στον ουρανό πίσω από αυτό. Ο κόσμος τότε θα είναι ολότελα δικός σου». Του Ριφάτ δηλαδή.
Θάσος
Το κλειδί μπαίνει στην πόρτα, η μυρωδιά της κλεισούρας τρυπώνει στα ρουθούνια. Πλημμυρίζει τα μάτια και γαργαλάει το μυαλό. Η αιτία που οδήγησε τον Θωμά ως εκεί ήταν πολύ λυπητερή. Ενας θάνατος και μια κηδεία στην οποία όφειλε να παραστεί. Το δωμάτιο 12 του ολοκαίνουργιου ξενοδοχείου πρόκειται για το καμάρι της πόλεως είναι βαμμένο κρεμ. Ωχρα το λένε άλλοι, μα κάθε λέξη που θυμίζει νεκρό προτιμούσε εκείνη τη στιγμή να μην τη θυμάται… Μεγάλο, σαν αλάνα κλεισμένη σε ένα ημιυπόγειο. Αλλα δωμάτια δεν υπήρχαν λόγω φουλ σεζόν. Τα καλύμματα στα δύο μονά κολλημένα κρεβάτια αναπαριστούν λιβάδι. Ενα κακόγουστο εμπριμέ με φόντο ταγκισμένο πράσινο. Στο πάτωμα μωσαϊκό. Τα κομοδίνα, η ντουλάπα και το τραπεζάκι για τη βαλίτσα, από ξύλο σουηδικό, παραπέμπουν σε παιδικό δωμάτιο μικροαστικής οικογένειας. Οι κουρτίνες στο παράθυρο, που σταματά σύρριζα στο γκαζόν, ασορτί με τα couvre lit. Και το μπάνιο… Ω, το μπάνιο ένθετο μέσα στο δωμάτιο ξεχωρίζει από αυτό με ένα γαλαζοπράσινο φιμέ τζάμι! Σαν κλουβί που αντί για κάγκελα οριοθετείται από γαλαζοπράσινο φιμέ τζάμι. Θα μπορούσε και να σταθεί ως «ντιζάιν άποψη» κάπου αλλού, μα όχι εκεί. Ξάπλωσε στο κρεβάτι γρήγορα και έσβησε το μεγάλο νέον φως. Αναψε την τηλεόραση και τη λάμπα επάνω από το κρεβάτι. Το μαξιλάρι αναδίνει μια εσάνς υγρασίας. Τι ατυχής συγκυρία! Τα ελληνικά κανάλια της τηλεόρασης παρεμβάλλονται από τουρκικές σαπουνόπερες και τηλεπαιχνίδια. Τη σβήνει και ανοίγει ένα βιβλίο. Το μόνο που θέλει είναι να κοιμηθεί. Για να ξυπνήσει το επόμενο πρωί να τα μαζέψει και να φύγει. «Μα… αυτό το φως της τουαλέτας δεν σβήνει ποτέ;». Φωσφορίζει μέσα από το τζάμι. Σηκώνεται από το κρεβάτι, πατάει ξυπόλυτος στο μωσαϊκό και αναζητεί τον διακόπτη. Πουθενά. Μπαίνει μέσα στο «φιμέ κλουβί». Ψάχνει. Πουθενά. Και ξάφνου ένα λεπτό κορδονάκι κάτω από τη λάμπα επάνω από τον λευκό νεροχύτη. Το τραβάει και το φως σβήνει. Το ξανατραβάει και ανάβει. Στρέφει το βλέμμα στη λεκάνη. Ασπρη, γυαλιστερή, με μαύρο καπάκι. Επάνω μια ταμπέλα: «Παρακαλώ, μη ρίχνετε χαρτιά στη λεκάνη». Η ίδια φράση είναι γραμμένη άλλες τρεις φορές. Μία σε κυριλλικό αλφάβητο, μία που μοιάζει με τουρκικά και μία σε γερμανικά. Χαμογελά και ξανατραβά τον σπάγκο. Επιστρέφει στο κρεβάτι, αφήνει το βιβλίο επάνω στο κομοδίνο και σβήνει το φως. Τίποτε δεν είναι η ζωή. Μια βόλτα με το αυτοκίνητο, μια γάτα που βλέπεις φευγαλέα, ένας δυνατός θόρυβος, ένα τράνταγμα που σου ανακατεύει τα σωθικά και μετά σκοτάδι. «Χμμ… Εγώ όμως γιατί νιώθω μια γλυκιά ζέστη τώρα σ’ αυτά τα σεντόνια; Ποιος να κοιμόταν άραγε εδώ πριν από μένα;» αναρωτιέται με τα μάτια σφαλιστά. Μια γυναίκα. Με λευκή επιδερμίδα, μαύρα βαμμένα μαλλιά, σκούρα πράσινα μάτια, έντονα ζυγωματικά και αναπνοή που μυρίζει πούπουλο και αλκοόλ. Μια ρωσίδα χορεύτρια, που ξέμεινε από το υπόλοιπο μπαλέτο γιατί σκοπεύει να κατεβεί στην Αθήνα. Θα της άρεσε αυτό το απαίσιο κάλυμμα του κρεβατιού. Θα σηματοδοτούσε για εκείνην τον καπιταλισμό. Και πόσο θα χάρηκε όταν διάβασε επάνω από τη λεκάνη την οδηγία στη γλώσσα που μιλούσε!



