Η ιστορία του μοιάζει να έχει παράλληλες πορείες με την ιστορία του Αλφρέδου Νομπέλ. Αν ο δεύτερος ήταν ένας επινοητικός εφευρέτης που αξιοποίησε τις εφευρέσεις του για να δημιουργήσει τεράστια περιουσία, ο πρώτος ήταν ένας ριψοκίνδυνος τραπεζίτης και επενδυτής στα νέα πεδία του χρήματος που δημιούργησε η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία. Αν ο δεύτερος άφησε την περιουσία του στις σουηδικές και νορβηγικές ακαδημίες για τη δημιουργία και τη χρηματοδότηση βραβείων στους χώρους των επιστημών και της λογοτεχνίας ­ τα περίφημα βραβεία Νομπέλ ­ ο πρώτος χρησιμοποίησε την περιουσία του και τα κέρδη του για τη δημιουργία των Αρχείων του Πλανήτη, το 1909, ένα ουτοπικό σχέδιο για τη φωτογράφιση και την αποτύπωση των κρισιμότερων σημείων του κόσμου. Ο πρώτος ήταν ο εβραϊκής καταγωγής αλσατός τραπεζίτης Αλμπέρ Καν, ο οποίος στις αρχές του αιώνα χρησιμοποίησε τις καινούργιες τεχνικές που επινόησαν οι φίλοι του αδελφοί Λυμιέρ, δηλαδή τον κινηματογράφο και την αυτοχρωμία, για να αποτυπώσει με τη φυσικότητα του χρώματος και της κίνησης τον κόσμο. Στόχος του, μια ουτοπία: η συμφιλίωση των λαών και των εθνών μέσα από τη γνώση του «άλλου» και του «διαφορετικού», μέσα από τη γνώση μιας άλλης ταυτότητας που τα Αρχεία του Πλανήτη θα έκαναν γνωστή χάρη στις εικονογραφικές πληροφορίες τις οποίες θα συγκέντρωναν οι αποστολές τους στα τέσσερα σημεία της Γης. Αυτή η δημιουργία μιας εικονογραφικής τράπεζας δεδομένων σε αυτοχρωμικές πλάκες και σε σελιλόιντ ήταν σίγουρα γεγονός πολύ πρωτοποριακό για τις συνθήκες ­ τεχνολογικές, κοινωνικές και πολιτικές ­ των αρχών του αιώνα. Οποιος επισκέπτεται σήμερα το Μουσείο Albert


-Kahn στο προάστιο Βουλώνη του Παρισιού δεν μπορεί παρά να εντυπωσιαστεί από το εύρος της επιχείρησης.


Ο Αλμπέρ Καν γεννήθηκε το 1860 στην κωμόπολη Μαρμουτιέ του Κάτω Ρήνου, περιοχή που μετά τον γαλλοπρωσικό πόλεμο του 1870 προσαρτήθηκε στη γερμανική αυτοκρατορία. Στην απογραφή τού 1846 αυτό το χωριό είχε 2.400 κατοίκους, από τους οποίους οι 497 ήταν εβραίοι. Οι εβραϊκής καταγωγής κάτοικοι του Μαρμουτιέ, οι περισσότεροι γαλλόφιλοι, ησχολούντο κυρίως με το εμπόριο ζώων, δερμάτων και σιτηρών. Εμπορος ζώων ήταν και ο Λουί Καν, ο πατέρας του Αλμπέρ (Αβραάμ) Καν, ίσως γι’ αυτό αργότερα αποκαλούσαν τον Αλμπέρ «ο βοσκός που έγινε εκατομμυριούχος».


Λίγα πράγματα ξέρουμε για την παιδική ηλικία τού Αλμπέρ Καν. Ο ίδιος, που έμεινε ανύπαντρος και χωρίς απογόνους, δεν θέλησε να αφήσει τίποτα το οποίο να φωτίσει την παιδική και την εφηβική ηλικία του. Σχετικό σκοτάδι καλύπτει επίσης την οικονομική δραστηριότητά του, το πώς από απλός υπάλληλος της Τράπεζας Goudchaux στο Παρίσι, στην οποία προσελήφθη το 1876, σε ηλικία 16 ετών, έγινε συνεταίρος το 1892 και το 1898 ίδρυσε τη δική του τράπεζα, με επωνυμία το όνομά του. Σκοτάδι καλύπτει επίσης και τη δραστηριότητά του στα αδαμαντωρυχεία της Νότιας Αφρικής. Οσο ζούσε πάντως είχε τη φήμη ότι έκανε περιουσία ρισκάροντας με τις μετοχές της εταιρείας διαμαντιών De Beers της Νότιας Αφρικής, που τότε είχε εισαχθεί στο χρηματιστήριο του Παρισιού. Το σίγουρο είναι ότι δεν γίνεσαι πλούσιος από τη μια μέρα στην άλλη. Οπως σίγουρο είναι ότι αυτός ο ριψοκίνδυνος και μοναχικός άνθρωπος αφιέρωσε ­ ή μήπως η σωστότερη λέξη είναι επένδυσε; ­ το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του στις υποτροφίες Γύρω από τον Κόσμο, τις οποίες δημιούργησε το 1898, χρονιά που δημιούργησε και την τράπεζά του, και αργότερα στα Αρχεία του Πλανήτη. Οι υπότροφοι του προγράμματος Γύρω από τον Κόσμο, μια ελίτ νέων, δεν είχαν καμιά άλλη υποχρέωση παρά να δουν τον κόσμο με ένα άλλο μάτι, καταγράφοντάς τον κατά τη διάρκεια ταξιδιών που χρηματοδοτούσε ο Αλμπέρ Καν ­ μεγάλος ταξιδιώτης και ο ίδιος. Ταξίδευε πολύ για οικονομικούς και ιδεολογικούς λόγους. Για παράδειγμα, ταξίδεψε στην Ιαπωνία ως οικονομικός παράγων της Γαλλίας («καπιταλιστής», όπως γράφουν οι πηγές) αλλά και ως άνθρωπος που ενδιαφερόταν να δει έναν άλλον πολιτισμό. Οπως γράφει η Jeanne Beausoleil, διευθύντρια του Μουσείου Albert-Kahn, ο τραπεζίτης «αισθάνεται από νωρίς ότι η αποστολή του είναι να θέσει στη διάθεση των κυβερνώντων ένα δίκτυο πληροφοριών. Από το 1898, προπορευόμενος της εποχής του, θέτει τις βάσεις ενός συστήματος τεκμηριωμένης πληροφόρησης πολυμέσων. Οι υποτροφίες για τα ταξίδια Γύρω από τον Κόσμο προορίζονταν για νέους διπλωματούχους, με σκοπό να τους βοηθήσουν να σχηματίσουν μια καινούργια αντίληψη του κόσμου την οποία θα έπρεπε να καταστήσουν ευρέως γνωστή αμέσως μετά την επιστροφή τους. Μοναδική οδηγία του μαικήνα, “κρατήστε τα μάτια σας ανοιχτά…”».


Μικρόσωμος, απλός ως προς το ντύσιμο, με τον αέρα ενός αγρότη, μοναχικός, δεν μιλούσε στους δημοσιογράφους. Συνομιλούσε μόνο με μερικούς επίλεκτους φίλους, κυρίως τον φιλόσοφο Ανρί Μπεργκσόν και τον γλύπτη Αύγουστο Ροντέν. Με τον Μπεργκσόν, που ήταν σχεδόν συνομήλικοι, γνωρίστηκαν το 1879, όταν ανέλαβε να τον προετοιμάσει για να δώσει τις εξετάσεις τού μπακαλορεά. Η αλληλογραφία τού Καν με τον Μπεργκσόν καλύπτει διάρκεια 15 ετών, από το 1879 ως το 1894, και το corpus των επιστολών αποτελεί σημαντική πηγή πληροφοριών για τον φειδωλό σε πληροφορίες ως προς την ιδιωτική ζωή και τα «πιστεύω» του τραπεζίτη.



Η σχέση του Καν με τον γλύπτη Αύγουστο Ροντέν ήταν άλλης τάξεως ­ σχέση περισσότερο θαυμασμού και εκτίμησης για έναν καλλιτέχνη που ήταν κάτι σαν εθνικός ήρωας. Ο θαυμασμός αυτός εκφράστηκε με την αγορά τεσσάρων μαρμάρινων αγαλμάτων («Εύα», «Η ψευδαίσθηση, κόρη του Ικάρου», «Η αιώνια άνοιξη» και «Η χειρ του Θεού») καθώς και με την αγορά σειράς από μπρούτζινα αγάλματα που ο Καν πρόσφερε σε φίλους του. Η αλληλογραφία του με τον Ροντέν καλύπτει περίοδο 22 ετών, από το 1895 ως το 1917, και το corpus αυτό αποτελεί ακόμη μια πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τον τραπεζίτη.


Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος προκαλεί μεγάλη συνειδησιακή κρίση στον Αλμπέρ Καν που το 1917 αρχίζει να συντάσσει ένα κείμενο με τον τίτλο «Des droits et devoirs des gouvernements» («Δικαιώματα και υποχρεώσεις των κυβερνήσεων»). Τα γραφτά του αυτά, με μικρές φράσεις και αγχωτικούς ρυθμούς, καθώς και οι πρόλογοί του στην «Orientation Nouvelle» που αρχίζει να εκδίδεται από το 1920, όταν ο Πόλεμος έχει τελειώσει και η Κοινωνία των Εθνών αποτελεί πραγματικότητα, είναι οι μόνες γραπτές μαρτυρίες που έχουμε από το χέρι του Αλμπέρ Καν και οι οποίες φωτίζουν την ιδιότυπη προσωπικότητα αυτού του τραπεζίτη-κερδοσκόπου και ταυτόχρονα φιλάνθρωπου (με την αστική έννοια του 19ου αιώνα) και ουμανιστή ουτοπιστή. Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι αυτή η αναζήτηση του χαμένου παγκόσμιου ιδεώδους γίνεται από τον Αλμπέρ Καν σε μια εποχή που οι πατριωτικές εξεγέρσεις διαφόρων λαών στην περιφέρεια της Ευρώπης αλλά και στην Ασία δημιουργούν παράλληλα με τον αέρα της απελευθέρωσης και τη νέα εθνικιστική πραγματικότητα ­ ο όρος εθνικισμός τότε αρχίζει να πολιορκεί το λεξιλόγιο. Οπως δεν είναι τυχαίο ότι η δράση του Αλμπέρ Καν συνδέεται απολύτως με τη νέα «τεχνολογία των επικοινωνιών» ­ δημιούργημα αυτής της εποχής, με την οποία εξακολουθούμε να ζούμε (αυτοκίνητο, τηλέφωνο, φωνόγραφος, κινηματογράφος, ασύρματος τηλέγραφος…). Ακόμη και η αποικιοκρατία, η αποικιακή εξάπλωση, ευνόησε τη διεθνοποίηση, στο πλαίσιο μιας οικονομίας-κόσμου· ο τραπεζίτης Αλμπέρ Καν δεν θα μπορούσε να μην επηρεαστεί από αυτή την επικοινωνία και τη σχέση ­ ανισότιμη αλλά σχέση ­ των αποίκων με τους γηγενείς. Είναι τέτοιο το πάθος του Αλμπέρ Καν για τον πολιτισμό του «άλλου», που το 1912 χρηματοδοτεί την νέα έδρα Ανθρωπογεωγραφίας που εκείνη τη χρονιά ιδρύθηκε με διάταγμα στο Κολέγιο της Γαλλίας (College de France). Πρώτος τιτλούχος της έδρας είναι ο Jean Brunhes, γεωγράφος, φίλος του Καν, επιστημονικός διευθυντής των Αρχείων του Πλανήτη.


Τα όνειρα, όπως και οι ουτοπίες, έχουν ένα τέλος. Το μεγάλο «κραχ» του 1929 οδηγεί σε χρεοκοπία την Τράπεζα Αλμπέρ Καν το 1932. Μια σειρά κατασχέσεων και δημοπρασιών κάνουν αδύνατη την συνέχιση του έργου των Αρχείων του Πλανήτη. Πάντως, όταν στις 14 Νοεμβρίου του 1940 πεθαίνει ο Καν, η χιτλερική μπότα έχει πνίξει κάθε ιδέα συμφιλίωσης και παραδοχής του «διαφορετικού». Η ουτοπία όμως υπάρχει. Και τη συναντούμε κάθε φορά που βλέπουμε συγκινημένοι τα λαμπερά χρώματα στις αυτοχρωμικές πλάκες των Αρχείων του Πλανήτη. Ο κόσμος αλλιώς. Ο κόσμος αυτοχρωμικός.