Το παιδί με τη χρυσή γροθιά





Γεμάτος έπαρση, αλαζονεία, αυθάδεια αλλά και παιδική αθωότητα, κατάφερνε να τους βγάζει όλους νοκ άουτ. Οι νίκες του όμως δεν θα είναι παντοτινές!



Κάθε δεκαετία τελειώνει αφήνοντας πίσω το στίγμα της. Προσωπικότητες που πρωταγωνιστούν στην αρχή, στη μέση ή στο τέλος κάθε δεκαετίας γίνονται είδωλα, λατρεύονται σαν θεοί ή άλλοτε οι άνθρωποι προσπαθούν να ξεχάσουν τα δεινά που προκάλεσαν.


Ο Σκοτ Φιτζέραλντ στη δεκαετία του ’20. Ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ, ο Φρεντ Αστέρ και δυστυχώς ο Αδόλφος Χίτλερ στη δεκαετία του ’30.


Πάντως η δεκαετία του ’60 στιγματίστηκε σίγουρα από τον μεγαλύτερο πυγμάχο όλων των εποχών, τον Μοχάμεντ Αλι.


Ο Κάσιους Κλέι ­ που μετονομάστηκε Μοχάμεντ Αλι οταν ασπάστηκε τον μωαμεθανισμό ­ ήταν σίγουρα ένα από τα μεγαλύτερα είδωλα της δεκαετίας του ’60. Αλαζόνας και αυθάδης τόσο προς το άθλημα όσο και συχνά προς την ίδια τη ζωή, ο Μοχάμεντ Αλι δεν έπαιζε μποξ για τα χρήματα. Επαιζε μποξ γιατί αγαπούσε το άθλημα και γιατί, κατά βάθος, ήθελε πάντοτε να τραβάει την προσοχή των άλλων σαν ένα μικρό παιδί. Ο Μοχάμεντ Αλι ήταν το χρυσό παιδί της δεκαετίας του ’60.


Ο μεγαλύτερος πυγμάχος όλων των εποχών ήταν ένα χαρισματικό παιδί, στο οποίο όλοι ήθελαν να μοιάσουν. Βέβαια δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Μοχάμεντ έπαιζε με τη φωτιά, ιδιαίτερα στις σχέσεις του με τους λευκούς. Ολοι γελούσαν όταν αποκαλούσε τους λευκούς «γαλανομάτες διαβόλους», αλλά ίσως ποτέ δεν του το συγχώρησαν. Ακόμη και όταν ο αντίπαλός του ήταν ισότιμος ­ όπως ο Τζο Φρέιζερ ­, εκείνος του φερόταν σαν «σκουπίδι». Ο Μοχάμεντ Αλι ήταν σκληρός με τον αντίπαλο και μπορούσε συχνά να σοκάρει ακόμη και τους θαυμαστές του.


Παρ’ όλα αυτά κανένας ποτέ δεν αμφισβήτησε την ιδιόμορφη ίσως εντιμότητά του, που ακτινοβολεί ακόμη και σήμερα και χαρακτηρίζει τον μεγάλο αθλητή. Σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του αναφερόταν συνεχώς στο μισό εκατομμύριο ανθρώπους που κάποτε τον περίμεναν παραληρώντας στο αεροδρόμιο της Βομβάης. Το ανέφερε λες και είχε συμβεί την ίδια εκείνη ημέρα. Φαίνεται ότι η σκέψη του είχε μείνει πίσω σε σκηνές του παρελθόντος και καθώς τα θυμόταν όλα, με την παραμικρή λεπτομέρεια, χαμογελούσε, με ένα χαμόγελο σχεδόν παιδικό, σαν ίσως το πλήθος της Βομβάης να απλωνόταν ακόμη μπροστά του!


Ο βασιλιάς


«Το 1959 εκπροσωπούσα το Σικάγο σε ένα τουρνουά πυγμαχίας ενάντια στη Νέα Υόρκη. Καθώς έμπαινα στο ξενοδοχείο που θα φιλοξενούσε τους αθλητές βλέπω μπροστά μου τον 18χρονο τότε Κάσιους Κλέι, με κοντό παντελόνι και αθλητική μπλούζα. Ακόμη και τότε έπαιζε μποξ με έναν περίεργο, με έναν ανορθόδοξο τρόπο. Κρατούσε τα χέρια του κάτω ­ κάτι που δεν πρέπει να κάνει κανένας στο μποξ ­ και έριχνε μπουνιές μόνο στο κεφάλι. Είχε πολύ μακριά πόδια και ασυναγώνιστη ταχύτητα. Ηταν φοβερό να βλέπεις έναν άνθρωπο τόσο μεγαλόσωμο να κινείται με τέτοια ταχύτητα. Την επόμενη χρονιά ήμασταν και οι δύο μέλη της ομάδας των ΗΠΑ, στην Ολυμπιάδα της Ρώμης. Μια ημέρα, σε ένα διάλειμμα αγώνων, μου είπε: “Στο Λούσβιλ 11 επιχειρηματίες είναι έτοιμοι να στοιχηματίσουν επάνω μου. Θα τους κάνω πλούσιους και θα γίνω κι εγώ πλούσιος! Κάποτε θα γίνω ο μεγαλύτερος πυγμάχος του κόσμου!”. Κι εγώ απάντησα: “Ναι, σιγά μη γίνεις”. Και όμως, την επόμενη ημέρα, όταν άνοιξα την εφημερίδα, είδα τη φωτογραφία του Κάσιους Κλέι δίπλα στους επιχειρηματίες που είχαν στοιχηματίσει επάνω του και φυσικά είχαν κερδίσει!» (Skeeter Mc Clure).


Το φιλαράκι


«Ο Μοχάμεντ Αλι είναι κάτι σαν το φιλαράκι όλου του κόσμου, ο δικός τους άνθρωπος, ο συγγενής τους. Ο μεγάλος πρωταθλητής μπορεί επάνω στο ρινγκ να φαίνεται σκληρός, αλλά όταν είσαι δίπλα του, κοντά του, δεν αισθάνεσαι ποτέ φόβο. Ο Μοχάμεντ είναι ένα οικείο πρόσωπο για όλους. Πάντοτε είχε τη δύναμη να υπερασπίζεται με πάθος αυτό που πίστευε. Η εξυπνάδα του και η τακτική του επάνω στο ρινγκ αλλά και το ψυχικό του σθένος τον κάνουν έναν άνθρωπο που δεν πρέπει να ξεχαστεί ποτέ. Ηταν ένας από τους γίγαντες του αιώνα!» (Kareem Abdul-Jabbar).


Ο σόουμαν


«Γνώρισα τον Μοχάμεντ Αλι τη βραδιά που επρόκειτο να παλέψουμε. Το γεγονός ότι θα πάλευε κανείς μαζί του ήταν πολύ σπουδαίο, ακόμη και αν θα έχανε! Μπορεί να ήταν κανείς θερμός υποστηρικτής του Μοχάμεντ, οπότε θα ήθελε να κερδίσει, μπορεί και να τον αντιπαθούσε και φυσικά θα ήθελε να χάσει. Πάντως όλοι ήθελαν να τον βλέπουν να παλεύει επάνω στο ρινγκ!


Ο προφήτης


Ο Αλι έλεγε επάνω στο ρινγκ οτιδήποτε προκειμένου να κάνει τον αντίπαλο να θυμώσει. Οι κινήσεις του ήταν τόσο ευέλικτες που ήταν σχεδόν αδύνατον να τον στριμώξεις στα σκοινιά. Ο Μοχάμεντ ήταν ένας σόουμαν. Τραβούσε στην κυριολεξία τα μάτια του κοινού στο ρινγκ! Εκείνη τη βραδιά είχα βάλει σκοπό να τον “διαλύσω”. Με μια αριστερή γροθιά τον πέταξα στα σκοινιά. Δεν ξέρω πώς ακριβώς έγινε, αλλά τον είχα νικήσει!» (Ken Norton).


«Στη γειτονιά μου κάθε φορά που “πάλευε” ο Μοχάμεντ ήταν ένα σπουδαίο γεγονός. Μετά τον αγώνα βγαίναμε έξω και προσπαθούσαμε να παλέψουμε σαν αυτόν. Βέβαια κανένας δεν είχε λεφτά να αγοράσει αληθινά γάντια, γι’ αυτό φορούσαμε τα μεγάλα γάντια του σκι των γονιών μας και στήναμε ολόκληρο αγώνα στον δρόμο, παριστάνοντας όλοι ότι είμαστε ο Μοχάμεντ.


Συνήθως όταν έπαιρναν συνέντευξη από κάποιον διάσημο πυγμάχο δεν ήταν και ιδιαίτερα λαλίστατος. Ο Αλι όμως μιλούσε καλά τα αγγλικά, με έναν τρόπο που δεν έχεις ξανακούσει. Τα λόγια του είχαν μια παράξενη μελωδία. Οταν μιλούσε ήταν σαν να τραγουδά! Ο Αλι ήταν κάτι σαν διπλωμάτης, πρόξενος, κάτι σαν προφήτης! Ηταν ένας βασιλιάς! Η ιστορία του είναι μεγαλειώδης, σχεδόν επική! Ηταν ένας μεγάλος βασιλιάς που κέρδιζε μεγάλες μάχες. Και τώρα πια, σε μεγάλη ηλικία, φαίνεται πως ο Θεός τού πήρε πίσω το δώρο που ο ίδιος κάποτε του είχε δώσει!» (Darryl MacDaniels των RUN-DMC).


Ο πολεμιστής


«Είναι γεγονός ότι ο Μοχάμεντ πάντοτε υπερασπιζόταν αυτό που θεωρούσε δίκαιο και σωστό. Από την ημέρα που γεννήθηκε είχε την καρδιά ενός πολεμιστή. Εβλεπε γύρω του πώς συμπεριφέρονταν στους μαύρους και δεν μπορούσε να το ανεχτεί. Ο Μοχάμεντ έχει μια παράξενη σοφία κι έναν ιδιαίτερο τρόπο να μιλάει στους ανθρώπους. Αγαπάει όλους τους ανθρώπους, όχι μόνο τους μαύρους. Εξάλλου οι δυνατοί άνθρωποι αγαπούν τους άλλους ανθρώπους, γιατί αυτό τους δίνει τη δύναμη να είναι πολεμιστές. Οι πιο δυνατοί πολεμιστές είναι εκείνοι που έχουν ψυχικό σθένος, όχι μόνο σωματική ρώμη. Πολεμιστής δεν γίνεται κανείς εξαιτίας του επαγγέλματός του. Πολεμιστής είναι πρώτα από όλα κάποιος στην ψυχή! Ο Αλι δεν άφησε ποτέ το επάγγελμά του να μολύνει την ψυχή του!» (Jim Brown).


Από την ύβρη στη νέμεση


Καθώς ο αιώνας εκπνέει πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανείς, όσο και αν προσπαθούσε, να βρει μια προσωπικότητα εφάμιλλη του μεγάλου αμερικανού πυγμάχου Μοχάμεντ Αλι.


Ο Αλι κατάφερε να γίνει πρωταθλητής ολόκληρου του πλανήτη και επάξια να χαρακτηριστεί ένας από τους σπουδαιότερους αθλητές όλων των εποχών.


Από το 1956 άρχισε να ασχολείται με την πυγμαχία ερασιτεχνικά αλλά αργότερα, όταν κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1960, άρχισε σταδιακά να αφοσιώνεται στο άθλημα. Οταν μια ομάδα επιχειρηματιών από το Λούσβιλ ­ που ήταν και η γενέτειρά του ­ αποφάσισε να τον στηρίξει οικονομικώς, πέρασε και επισήμως πια στον χώρο της επαγγελματικής πυγμαχίας και ήδη το 1963 κέρδισε τους πρώτους 19 αγώνες.


Ενα χρόνο αργότερα γίνεται παγκόσμιος πρωταθλητής, αφού καταφέρνει να συντρίψει, στην κυριολεξία, τον αντίπαλό του Σόνι Λίστον. Εκείνη ακριβώς την εποχή θα ανακοινώσει ότι ασπάζεται τον μωαμεθανισμό και θα μετατρέψει το όνομά του από Κάσιους Κλέι ­ που ήταν και το πραγματικό ­ σε Μοχάμεντ Αλι. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 αρνείται να ενταχθεί στον αμερικανικό στρατό ­ για θρησκευτικούς λόγους, όπως ισχυρίζεται ­, γεγονός που θα του στερήσει τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή. Η κίνησή του αυτή προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, ενώ ο ίδιος διέκοψε την πυγμαχία για παραπάνω από τρία χρόνια. Η επάνοδός του στο ρινγκ, το 1971, θα είναι γι’ αυτόν μάλλον ατυχής, αφού θα υποστεί σημαντική ήττα από τον μεγάλο πυγμάχο Τζο Φρέιζερ. Αργότερα, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών θα κάνει αποδεκτό το αίτημά του για αποχή από τον αμερικανικό στρατό, θα ανακτήσει τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή και «θα πάρει το αίμα του πίσω» με μια τρομερή νίκη επί του Τζορτz Φόρμαν στο Ζαΐρ της Αφρικής.


Ο Μοχάμεντ Αλι δεν ήταν απλώς ένας πολύ καλός πυγμάχος. Ηταν μια περίπλοκη προσωπικότητα κι ένας κορυφαίος αθλητής, που κατόρθωσε να τοποθετήσει τους αγώνες πυγμαχίας έξω από τα παραδοσιακά δεδομένα. Η εμφάνισή του επάνω στο ρινγκ ήταν ένα σπουδαίο γεγονός και ο τρόπος που έπαιζε μποξ πρόδιδε την αλαζονική του αυτοπεποίθηση. Συχνά προκλητικός και αυθάδης προς τον αντίπαλο, συνήθιζε πριν από τον αγώνα να επιδίδεται σε υπεροπτικές προβλέψεις για το πόσο σύντομα θα κατάφερνε να τον συντρίψει. Σ’ ένα στίχο από τα ποιήματά του ο ίδιος αναφερόμενος στον εαυτό του λέει: «Float like a butterfly, sting like a bee» («Πετά σαν πεταλούδα, τσιμπά σαν μέλισσα»). Και παρά το κακότεχνο του στίχου απέδιδε ακριβέστατα την πραγματικότητα. Η ταχύτητα του Αλι επάνω στο ρινγκ ήταν ασυναγώνιστη και οι κινήσεις του πάντοτε ευέλικτες και αναπάντεχες. Ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του «Μέγα» («The Greatest») και παρά την κομπορρημοσύνη του χαρακτήρα του ­ που γίνεται φανερή από αυτόν τον χαρακτηρισμό ­, το επίθετο ανταποκρινόταν με ακρίβεια στην πραγματική διάσταση της προσωπικότητας του.


Βέβαια πολύ συχνά ο μεγάλος πυγμάχος ξεπερνούσε τα όρια, προκαλώντας ανελέητα τους αντιπάλους του και καυχώμενος εκ των προτέρων για τη μεγαλειώδη νίκη του. Ως το 1981, οπότε και αποσύρθηκε οριστικά από την πυγμαχία, έφτασε συνολικά στις 56 νίκες, ενώ στο ενεργητικό του είχε μόνο πέντε ήττες. Το 1980 αποκαλύφθηκε ότι πάσχει από τη νόσο του Πάρκινσον, αν και αυτό δεν τον εμπόδισε να εμφανίζεται δημοσίως ­ μία από τις τελευταίες εμφανίσεις του ήταν το 1996 στην Ατλάντα, για την αφή της Ολυμπιακής Φλόγας. Φαίνεται δυστυχώς ότι ο Μοχάμεντ Αλι είχε αγγίξει την ύβρι και αυτό ίσως τον οδήγησε μοιραία στη νέμεση!