Sale – Pepe, Οινοπάθεια, Tutti a Tavola, Αγροτικόν, Mezzo – Mezzo. Περιδιάβαση στα εστιατόρια της Αθήνας με πιο ενδιαφέροντα σταθμό το Bar Guru bar με τις εξωτικές γεύσεις από την μακρινή Ταϊλάνδη
Μαγαζιά γωνία. Με θέα. Μουσική. Με χάζι στην κοσμική τοιχογραφία των πελατών. Με διακόσμηση φιγουράτη. Ακριβή κατασκευή. Καφέ – γκαλερί. Ξεχειλωμένος χαρακτηρισμός αλλά εν πάση περιπτώσει θα δείτε πέντε γλυπτά.
Θαρρώ πάντως πως τον χειμώνα ετούτο βγήκαμε περισσότερο για θέαμα ή φάγαμε στα σπίτια, παρά έξω. Δείπνησα σε μερικά νέα και σε παλιότερα ρεστοράν. Θα θέλατε ένα λακωνικό σχολιασμό; Λοιπόν αρχίζοντας από τους επαίνους εφέτος φάγαμε καλύτερα από πέρυσι:
α. Στο Sale – Pepe της οδού Αριστίππου με άρτι αφιχθέντα chef και ευρύτερη γκάμα πιάτων. Ωστόσο ο συνετός ιδιοκτήτης κ. Ottaviani κρατά πάντα τον ειρμό και το οινικό του έρμα, δεν χάνει τους ιδεολογικούς επιχειρηματικούς του στόχους, άρα δεν μας απογοητεύει.
β. Στην Οινοπάθεια του Χαλανδρίου, ομοίως οινεστιατόριο, γευματίσαμε θαυμάσια. Ζυγίζοντας αυστηρά τις κουβέντες μου, θα σας πω ότι τα ρεβίθια φέρ’ ειπείν με τον καπνιστό σολομό και ορισμένα ψαρικά διακρίνονταν για αξιοσημείωτη ποιότητα. Συν ολίγα αυστραλέζικα κρασιά, εν οις και ένα ελκυστικό Pinot noir, για να σας ξεμυαλίσουν.
Λυπούμαι μα τα θετικά παύουν εδώ. Κατηφορική εξέλιξη στο τόσο προσφιλές μου Tutti a Tavola. Οπου το εδεσματολόγιο φούσκωσε. Σιλικόνη. Διπλασιάστηκαν τα φαγητά και αντίο νοστιμιά, αντίο μαγειρική ορθότης. Ακόμη και στα ζυμαρικά ένα δυσάρεστο, πλαδαρό νιανιά και υπερθετικός της λιπαρότητος. Κρίμα, διότι πολύ είχα βολευτεί ψωνίζοντας στον Anton(άκη) το βραδινό μου συσσίτιο – take away.
Α! take away γράφοντας, στο γιαπωνέζικο της πλατείας Βαρνάβα το τρώγειν μετριότατο. Σημείωσα και κάποιο ασυνήθιστο πρόβλημα στο ρύζι των sashimis. Αλλά το μέρος πρωτότυπα φτιαγμένο, συμπαθητικό, cosy. Αφεντικά και σερβιτόροι δίχως προσποίηση, φιλικοί στον πρέποντα τόνο. Στέκι αλλιώτικο και casual.
Το πολυσυζητημένο Αγροτικόν του Ψυρρή ερείδεται στην κουζίνα αν πιστέψουμε τη φημολογία. Τα πρώτα εδέσματα περνάνε ντούκου. Σαφώς υπέρτερα τα κυρίως, καμωμένα με καλά υλικά, πλην το μόνο που τελικώς κατισχύει της λησμονιάς είναι το επιδόρπιο της κολοκύθας. Οιονεί μιλφέιγ, συννεφένιο, με ντροπαλά χρώματα, απροσδόκητο, έξοχο. Σούμα: το φαγητό δεν μας στέλνει στον Παράδεισο. Οπου παρ’ ολίγον θα μας ταξίδευε ο λογαριασμός. Κόψτε κάτι να το συζητήσουμε. Ο χώρος θυμίζει μπουνταλά έφηβο αυστηρής ανατροφής. Στη σάλα σημειώνω την παρουσία της Μαρίας. Γλυκομελάχρινη, ορμώμενη εκ Βελγίου, γνωρίζει τη δουλειά της και σας τα λέει με σέξι εκφορά bruxelloise.
Στο κοσμοσύχναστο Mezzo – Mezzo της λεωφόρου Συγγρού τα ορεκτικά δεν θα άντεχαν στην κριτική. Στα δεύτερα θα επισημάνω το καλής ποιότητας κρέας, ένα νοστιμότατο κότσι και στον κατάλογο μια λογοδιάρροια που μεγαλαυχεί μα εν τοις πράγμασι υπολείπεται. Για να μην πω, ξεβρακώνεται. Οινική λίστα θαυμάσια. Θα σας περιποιηθούν δροσάτα μα άσχετα νιάτα. Αρκεί η νεότης; Για πολλούς ναι. Το μαγαζί έχει κολακευτικά, ανοιχτόκαρδα ύψη, έργα τέχνης, ωραιότατες μεταλλικές κατασκευές (ράμπες, κάγκελα κλπ.). Η αρμονία ωστόσο βλάπτεται από τον πληθωρισμό. Μνημειώδης η είσοδος για να ξεπεράσετε το σοκ του face control. Γιατί αλήθεια; Ας ξανασκεφτούμε τη σκοπιμότητα και τους όρους λειτουργίας ενός εστιατορίου και μιας λέσχης. Φιναλμέντε, το μείζον ατού στο Mezzo – Mezzo συνιστά η ατμόσφαιρα. Ατμόσφαιρα γιορτής, εξόδου, υπέρβασης. Αυτό όντως είναι μαγκιά και επίτευγμα. Αυτό πληρώνεται και, αν η ίδια διστάζω να το πληρώσω, όποτε κερνάει ο καβαλιέρος μου το απολαμβάνω.
Μαγαζιά έκκεντρα. Που η κατασκευή τους στοίχισε φθηνά. Αλλά μαγαζιά με χάρη. Χιούμορ, σαρκασμό, μια πρέζα αίσθημα, σμαρτ. Με ύφος. Φαγητό εύγευστο, τίμιο, σπιτικό. Βαρέθηκα τα ψηλά καπέλα, τις ψηλές τόκες, τους ψηλούς σκούφους. Και τιμές δημοκρατικές: 7.000-7.500 δρχ. μαζί με το κρασί θα πληρώσετε στο Bar Guru bar. Ο βέλτιστος λόγος ποιότητας/τιμής και το εστιατορικό γεγονός του εαρινού τούτου χειμώνα.
Πλατείας Θεάτρου 10. Δημαρχείο, Αγορά, τραβεστί και η Αλόμα με τιάρα. Εκτός της πεπατημένης ακτίνας βραδινής διασκέδασης. Ματ παρκέτο, ταπεινό και ειλικρινές, λαδομπογιά κόκκινη επάνω και γκρίζα στο ισόγειο που γέρνει προς το ραφ έτσι όπως φωτίζεται από τα χάρτινα φανάρια. Κεριά που ανάβουν μυστηριωδώς πλάι στο σπιτάκι του Βούδα, τοποθετημένο υψηλά. Για να κατοπτεύει. Θα δείτε και έναν δεύτερο και έναν τρίτο Βούδα να σας υποδέχονται απέναντι από την είσοδο. Γύρω του αναθήματα: γλυκά, φαγώσιμα. Τραπέζια μικρά μα εύτορνα. Παρατηρήστε τη γραμμή τους από το πλάι. Thai λοιπόν. Αν ήδη δεν αντιληφθήκατε περί τίνος πρόκειται, η φωτογραφία του Νο 5 ράμα, του πλέον κοσμαγάπητου αυτοκράτορα, σας προσανατολίζει. Ο number five προσέφερε πολλά στον λαό της Ταϊλάνδης. Λαό αξιοπρεπή, χρυσοχέρη, καλαμπουρτζή, καλοφαγά. Διόλου εξαχρειωμένο. Και ενώ η δυτική αγορά εργασίας βρίθει κίτρινων chefs, οι Ταϊλανδέζοι ειδικώς σπανίζουν.
Αλλά η Βανέσα δεν μασάει από εμπόδια. Ξέρει να μαγειρέψει, να φάει και να ψάξει το σωστό. Βασικά… αρτίστα. Σκηνοθέτησε το «Προσεχώς», τη μικρού μήκους ταινία που προβάλλεται πριν από τον «Προστάτη Οικογενείας» του Νίκου Περάκη, βοηθός του οποίου είναι. Η ωραία ταβερνιάρισσα, ταξιδεύοντας συχνά στην Ταϊλάνδη, επεσήμανε πως οι γυναίκες εκεί στήνουν ένα τσαντιράκι και σκαρώνουν μια σπεσιαλιτέ που πωλούν στους διαβάτες Street food. Ο κόσμος κυκλοφορεί και μασουλίζει. Ολη μέρα. Συνεπώς… cherchez les femmes.
Η Που, chef, η Ουανί και η Βέτα μεταφυτεύονται στο μαγειρείο του Guru. Η μια τάι κυρία εργαζόταν σε γιοτ, οι έτερες δύο εισαγωγής μας. Επί τόπου τις αναζήτησε η αφεντικίνα. Φέρνοντας μαζί και όλο το κουζινοτζουμπλέκι συν τα εκ των ουκ άνευ καρυκεύματα. Συστηματική, σοβαρή προσέγγιση της εστιατορικής περιπέτειας. Αναμενόμενο. Η Βανέσα Ζουγανέλλη είναι η κόρη του Μάκη. Ρεμέντζο Μυκόνου και Χάρητος. Χαριτόβρυτος; Καλλονή. Και γάτα. Μαζί με τον αδελφό της Κωνσταντίνο, μπασίστα – μουσικοσυνθέτη, και τον φίλο τους, τον ωραίο bar-tender, συνίδρυσαν και τρέχουν το απωανατολίτικο ταβερνάκι της αγοράς.
Δίχως σοβαροφάνεια. Να, λ.χ., νταντέλα από δίσκο μνημοσύνου αντί table-mat. Πιατικά κεραμικά σε αποχρώσεις άκουα ή χλωμού ζαντ. Διαλέγουμε ένα καλαμάρι με σέλινο μόλις! chillies, φρέσκο κρεμμυδάκι και ξερά, λέμονγκρατς, κόλιαντρο. Ναι, καίει. Με τρόπο υγιεινό, ξεσηκωτικό, φρέσκο. Τούτη δα η φρεσκάδα χαρακτηρίζει την ταϊλανδική μαγειρική καθώς πολλά μυριστικά προστίθενται στην τελευταία φάση του ψησίματος. Τα λαχανικά ροδισμένα στο wok προκαλούν με την υφή τους το δόντι. Βρίσκω με χαρά τα αποξηραμένα, κρυστάλλινα μανιτάρια που πολύ αγαπώ. Το ψιλοκομμένο μπαμπού με κρεμμύδι, λεμόνι, μέντα, φύλλα kaffir άρεσε σε όλους. Συναρπαστικά καυτερό, κατευνάζεται με κολλώδες ρύζι σερβιρισμένο σε καλαθάκι. Το κορυφαίο έδεσμα, ένα χοιρινό με τηγανητά noodles και παραπούλια: γευστικό με ένταση, βάθος, γλύκα και ορθότατη αίσθηση του λιπαρού στοιχείου. Τόσο όσο να γλιστρούν ηδονικά τα ζυμαρικά. Δεν καίει και μοιάζει κάπως στο δικό μας γιουβέτσι. Το λυθρίνι δεν ενδείκνυται παρά για ψήσιμο, κατά τη γνώμη μου. Τα πολλά κοκαλάκια στα μικρού βάρους ψάρια δυσχεραίνουν την επιχείρηση και μας υποχρεώνουν σε κινήσεις αντιαισθητικές. Τούτου λεχθέντος, τα τηγανητά λυθρινάκια διεβρέχοντο από μιαν ενδιαφέρουσα σάλτσα και νότες γλυκές από την προσθήκη ζάχαρου φοίνικα.
Τα γλυκίσματα έχουν πολλή πλάκα. Από φασόλια και καρύδια, ρύζι και κανέλα ή ένα σμαραγδένιο πράσινο από ρυζάλευρο, συμπληρώνουν το νοτιοανατολίτικο πανόραμα.
Ο κατάλογος των κρασιών λογικά τιμολογημένος αλλά συνοπτικός. Ισως χρήζει ενισχύσεων από Sauvignons, Αλσατίες, ευώδη μοσχοφίλερα που τακιμιάζουν με την Thai τροφή.
Εξυπηρέτηση κεφάτη και διόλου στημένη.
Μουσική από dj δυνατή. Παραπάνω από την προσωπική μου αντοχή.
Το Bar Guru bar μπήκε ευθύς και δικαίως στην καρδιά μου. Διότι βασίζεται σε μιαν ιδέα: νόστιμο, καθημερινό, εξωτικό φαγητό/τιμές προσιτές. Διότι στεγάζεται σε μιαν αδιανόητη γειτονιά. Διότι πίσω από τον μελετημένο επαγγελματισμό μάς κλείνει το μάτι παιχνιδιάρικα. Και με νάζι. Τέλος, αν διψάτε μιαν ονειρική δροσιά, ανεβείτε στο πατάρι. Ζητήστε να σας σερβίρουν στους καναπέδες μπροστά στα τζάμια: πορφυρή λάκα στους τοίχους, η κοιλιά της πόλης απ’ έξω, η ασύγκριτη έξαρση της νύχτας και ταϊλανδέζικος βασιλικός, φύλλα lime, κίτρινο κάρι. Σαν Μποντλέρ και πάλι όχι… Αυτό δεν το ‘χετε ξαναζήσει.
Ανοικτό καθημερινές και Κυριακή.
Θα πληρώσετε 7.000-7.500 δρχ. κατ’ άτομο τοις μετρητοίς.



