Το Συμπόσιο «Βιβλίο και Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας», που οργάνωσε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου σε συνεργασία με το Πάντειο Πανεπιστήμιο στις αρχές της εβδομάδας, δεν είχε τελικά την αναμενόμενη ανταπόκριση. «Ελειψαν οι φοιτητές του Τμήματος Επικοινωνίας του Παντείου, έλειψαν οι άνθρωποι της δουλειάς, από τον εκδοτικό χώρο, τον κόσμο των συγγραφέων, έλειψαν οι ειδικευμένοι θεωρητικοί…» έγραφαν, για παράδειγμα, «Τα Νέα» της περασμένης Τετάρτης. Και μια άλλη εφημερίδα σημείωνε ότι το Συμπόσιο έγινε «με απόντες τους συγγραφείς, τους εκδότες, τους δημοσιογράφους, τους φοιτητές…». Αναρωτιέμαι πού να οφείλεται αυτή η έλλειψη ανταπόκρισης, αυτά τα χαμηλά αντανακλαστικά υποδοχής. Μήπως τελικά το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου δεν έχει κατορθώσει ακόμη να πείσει τους επαγγελματίες του χώρου του βιβλίου για τις προθέσεις του και για το βάρος των ενεργειών του;


Η «Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα» του Φίλιππου Ηλιού, που εκδόθηκε από το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, και το «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» του Γιώργου Μπαμπινιώτη, που εκδόθηκε από το θαρραλέο Κέντρο Λεξικολογίας, είναι δύο μείζονα έργα που αποδεικνύουν ότι ο ελληνικός πνευματικός χώρος, εντός του οποίου ανήκει και ο εκδοτικός, κατακτά αργά αλλά σταθερά την ωριμότητά του. Τα έργα αυτά, που σε άλλες χώρες θα ήταν μέλημα εθνικών επιτροπών, ακαδημιών, κέντρων βιβλίου κλπ., κλπ., είναι ουσιαστικά κατακτήσεις «ενός ανδρός», γεγονός που καταδεικνύει τη μοναχικότητα αλλά και το θάρρος των ελλήνων διανοουμένων, των εργατών της ιστορίας και της γλώσσας. Για τη «Βιβλιογραφία» του Ηλιού έχουν ήδη γραφεί πολλά, από τα τέλη Φεβρουαρίου που κυκλοφόρησε, αποτιμήσεις παντός είδους, όχι μόνο για αυτή καθαυτή την εργασία αλλά και για τη ρομαντική προσωπικότητα του ιστορικού και βιβλιογράφου. Το «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» τώρα αρχίζει την πορεία του και οι πρώτες εντυπώσεις είναι θετικότατες. Βέβαια η επιτυχία ενός Λεξικού κρίνεται και στερεώνεται από τη χρήση του μέσα στη διάρκεια, από τη χρησιμότητά του στη ζωή. Προς το παρόν μπορούμε όμως να πούμε με βεβαιότητα ότι το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας δεν φοβάται τη ζωή, δεν φοβάται τη ζωντανή γλώσσα, τις κατακτήσεις της, τις παλλόμενες αποχρώσεις της, τα δάνειά της, τις δυσκολίες της και τις ευκολίες της, τα κέντρα της και το περιθώριό της, ούτε υποκύπτει στους στείρους φορμαλισμούς. Είναι ένα έργο φιλικό προς τη ζωντανή γλώσσα, που πατάει γερά σε μια εξελικτική παράδοση 40 και πλέον αιώνων. «Το πρώτον βιβλίον εκάστου έθνους είναι της γλώσσης του το Λεξικόν, ήγουν η συνάθροισις και έρευνα των συμβόλων με τα οποία εκφράζει τας ιδέας του» έγραφε ο Αδαμάντιος Κοραής το 1812 στα «Προλεγόμενα» των «Βίων» του Πλουτάρχου. Και το Λεξικό του Μπαμπινιώτη, με τις 150.000 λέξεις του, μας δίνει τα «σύμβολα» και δημιουργεί τη στέρεη βάση για τις συγκρίσεις με παρόμοιες «συναθροίσεις» άλλων γλωσσών, με τα Larousse, τα Robert, τα Webster, τα Roget, τα Wahrig, τα Duden. Μένει να το καταξιώσει και ο χρόνος.


Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος εγκαινιάζει αύριο Δευτέρα στις 8 το βράδυ, στο Πεδίον του Αρεως, την 21η Γιορτή του Βιβλίου, που οργανώνεται από τον Σύλλογο Εκδοτών – Βιβλιοπωλών Αθηνών σε συνεργασία με τον Σύλλογο Εκδοτών Βιβλίου, το υπουργείο Πολιτισμού και το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Η παρουσία του ανωτάτου άρχοντος στην τελετή αποκτά συμβολικές προεκτάσεις, καθώς δείχνει το κοινωνικό κύρος του εκδοτικού χώρου αλλά και τη θεσμική αναγνώριση του βιβλίου ως πολιτιστικού προϊόντος με μεγάλη πλέον εμβέλεια. Η Γιορτή αυτή, στο τέλος της άνοιξης, λίγο προτού αρχίσει η θερινή έξοδος και ανθήσει η «λογοτεχνία της άμμου», λειτουργεί ως ένα βαρόμετρο των διαθέσεων και των αναγνωστικών νοοτροπιών του κοινού αλλά και ως ένας χώρος όπου δοκιμάζεται ποσοτικά το αναγνωστικό πλήθος. Βέβαια οι σύλλογοι των εκδοτών δεν έχουν βρει ακόμη τρόπους αποτελεσματικής μέτρησης και καταγραφής των επισκεπτών της Γιορτής, έτσι όπως γίνεται σε ξένες αντίστοιχες εκθέσεις. Είναι όμως επείγον να το κάνουν, για να μπορέσουμε έτσι να αποκτήσουμε σιγά σιγά ασφαλείς δείκτες της υγείας του βιβλίου. Η μεγάλη διάρκεια της Γιορτής (δύο πλήρεις εβδομάδες ­ εφέτος ως τις 24 Μαΐου) είναι ένα ικανότατο διάστημα για να καταγραφούν τάσεις, ηλικίες, προτιμήσεις, συχνότητα επισκέψεων κλπ.


Οι Γιορτές του Βιβλίου δεν είναι θεματικές, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με το παρισινό Salon du Livre. Εφέτος έγινε όμως προσπάθεια να δοθεί ένας θεματικός χαρακτήρας, με κέντρο τον δυναμικότερο τομέα του εκδοτικού χώρου που δεν είναι άλλος από τα παιδικά και σχολικά βιβλία και τα εκπαιδευτικά βοηθήματα. Πλήθος εκδηλώσεις κλιμακώνονται στη διάρκεια των δύο εβδομάδων, με εργαστήρια έκδοσης βιβλίου και θεματικών κολάζ από εξώφυλλα, με εικονογραφήσεις και δραματοποιήσεις ανέκδοτων αλλά γνωστών παραμυθιών, με παραστάσεις Καραγκιόζη και κυνήγι θησαυρού αλλά και συναντήσεις με συγγραφείς και εικονογράφους. Η Γιορτή πλαισιώνεται από καλλιτεχνικό πρόγραμμα, που μοιάζει όμως να μην έχει σχέση με την όλη διοργάνωση. Αν εξαιρέσουμε την προβολή ορισμένων ντοκιμαντέρ με θέμα τον Σολωμό, τον Ρήγα Φεραίο ή τον Μαρκ Σαγκάλ, όλο το άλλο καλλιτεχνικό πρόγραμμα θα μπορούσε να υπάρξει στην πλατεία οποιασδήποτε συνοικίας, ανεξαρτήτως εκθέσεως ή γιορτής βιβλίου. Μια τέτοια Γιορτή θα έπρεπε να πλαισιώνεται από άλλου τύπου animation, όπως συναντήσεις με συγγραφείς, που δεν θα υπογράφουν απλώς τα βιβλία τους αλλά θα συζητούν ­ ένα είδος λογοτεχνικού καφενείου ­, αξιοποίηση των λογοτεχνικών εκπομπών της κρατικής τηλεόρασης αλλά και ταινιών ιδιωτικών φορέων, προβολές κλιπ με συγγραφείς (υπάρχουν και τέτοια) σε βίντεογουολ κ.ά.


Ο παραδοσιακός και ιστορικός εκδοτικός οίκος του Βιβλιοπωλείου της Εστίας μεταφέρεται στην περιοχή του Ψυρρή και το γεγονός έχει τη σημασία του, αφού φωτίζει διαφορετικά αυτή την υπό αλλαγή χρήσης κεντρική συνοικία της Αθήνας. Αρχικά η παρουσία και η θεαματική αύξηση του αριθμού των παντοειδών μπαρ και εστιατορίων σε αυτόν τον μυθοποιημένο από τον Μιχαήλ Μητσάκη («Χτύπα με με το στιλέτο / και όσο αίμα τρέχει πιέτο») και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη αστικό θύλακο δημιούργησε τους φόβους ότι του Ψυρρή θα γίνει ένα κακέκτυπο της κακής Πλάκας με τις βραχύχρονες και μικροκερδοσκοπικές επενδύσεις σε σπίτια και αποθήκες, που θυμίζουν το λαϊκό «απέξω κούκλα και από μέσα…». Αργότερα ήρθαν τα θέατρα και οι αίθουσες τέχνης που βελτίωσαν τις προοπτικές καθώς οι χώροι αυτοί απαιτούν μια μονιμότερη εγκατάσταση και άλλου τύπου επενδύσεις. Η παρουσία όμως ενός εκδοτικού οίκου, δηλαδή ενός οργανισμού που παράγει βιβλία, δίνει άλλες προοπτικές, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας πραγματικά «διανοούμενης» συνοικίας και ανοίγει τον δρόμο και για άλλες παρόμοιου τύπου εγκαταστάσεις. Τα στενά της οδού Σόλωνος έχουν βέβαια τη γοητεία τους αλλά μοιάζουν να ανήκουν πλέον σε μια ηρωική εποχή που μπορούσε «να ζήσει στα στενά». Οι καιροί αλλάζουν και μαζί τους αλλάζει και η πόλη, που ξαναβρίσκει τις «χαμένες» συνοικίες της. Δεν είναι τυχαίο ότι η λαμπερή όψη της εκκλησίας της Αγίας Ειρήνης, της πρώτης Μητρόπολης της Αθήνας, εκεί όπου το 1845 η βασίλισσα Αμαλία κινδύνευσε από μια απόπειρα δολοφονίας, αντικρίζει την όψη του καφέ «Αιολίς», ενός νέου τόπου μιας νέας κοινωνικότητας από όπου δεν λείπει το λογοτεχνικό άρωμα.


Ο Αρης Φακίνος πέθανε στα 60 του χρόνια, στο Παρίσι όπου ζούσε, έχοντας προλάβει όμως να ολοκληρώσει το τελευταίο μυθιστόρημά του «Το όνειρο του πρωτομάστορα Νικήτα», το οποίο θα εκδοθεί από τον Καστανιώτη, κλείνοντας την τριλογία που άνοιξε με «Το κάστρο της μνήμης» και την «Κλεμμένη Ζωή». Ο Φακίνος, που ήταν πασίγνωστος στη Γαλλία για τα «ελληνικά» βιβλία του αλλά και για τις εκπομπές του στη Γαλλική Ραδιοφωνία με έθνικ μουσικές (σε μιαν εποχή όπου το έθνικ δεν υφίστατο ως όρος), δεν είχε την υποδοχή που θα του άξιζε στην Ελλάδα, ίσως γιατί δεν πρόβαλλε τον τύπο του κοσμοπολίτη ούτε θορυβούσε για το όνομά του και τις περγαμηνές του. Τηρουμένων των αναλογιών και ιδωμένος από την πλευρά του γάλλου αναγνώστη, ο Φακίνος είναι «συγγενής» του Ισμαήλ Κανταρέ κυρίως ως προς την αξιοποίηση της ιστορίας και των τοπικών παραδόσεων. Το αποδεικνύει αυτό η τριλογία του και ο τελευταίος του ήρωας, ο πρωτομάστορας Νικήτας Τσιάκας, που το 1779 επεχείρησε να γεφυρώσει τη μεγαλύτερη χαράδρα των Βαλκανίων. Το τελευταίο βιβλίο του Φακίνου είναι τελικά ένα μυθιστόρημα κοσμοπολιτισμού μέσα από την τοπικότητά του.