Τελικά μήπως οι πραγματικοί μηχανισμοί των μπεστ σέλερ βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη; Εκεί, ορισμένοι ευαίσθητοι δικαστές, παραεκκλησιαστικές οργανώσεις και βουλευτές των λαϊκών πάλκων είναι από μόνα τους στοιχεία ικανά να εκτοξεύσουν βιβλία και συγγραφείς στις ώρες των τηλεοπτικών prime-time αλλά και στην κορυφή της δημοσιότητας και των πωλήσεων. Αν μάλιστα οι διαμαρτυρίες συνοδεύονται και από το κάψιμο σελίδων σε απευθείας μετάδοση από τις τηλεοπτικές κάμερες, οι μηχανισμοί των μπεστ σέλερ μετατρέπονται σε χάπενινγκ με ποικίλα ευεργετικά αποτελέσματα, ακόμη και το να αναδείξουν ένα οποιοδήποτε βιβλίο σε μπαλζακικό αριστούργημα.



Διάβασα αυτές τις ημέρες τον Βλακοχορτοφάγο του Τζον Μπαρθ (στις εκδόσεις Πόλις), αυτό το μεταμοντέρνο μυθιστόρημα γοτθικών διαστάσεων ενός σύγχρονου αμερικανού συγγραφέα που του αρέσει να μένει κρυμμένος στη σκιά των πανεπιστημιακών διαδρόμων της πατρίδας του. Δεν είναι μόνο η τεχνική της σύνθεσης που κάνει το μυθιστόρημα αξιοζήλευτο και αξιανάγνωστο· είναι και η λειτουργία της ιστορίας, η προβολή της στη σύγχρονη μυθιστορηματική γραφή. (Ας το διαβάσουν μερικοί νεόκοποι συγγραφείς-αρθρογράφοι μοντερνιστικών-τάχα-εκλάμψεων.) Από την πλευρά του έλληνα αναγνώστη, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σε αυτό το ογκώδες μυθιστόρημα είναι το όνομα του μεταφραστή του: Αλέξης Πανσέληνος. Κάποτε ήταν ο κανόνας οι συγγραφείς να μεταφράζουν ξένη λογοτεχνία, έστω και αν ο Κοσμάς Πολίτης, για παράδειγμα, παρενόησε ή παρέλειψε ολόκληρα κομμάτια από τον Χένρι Τζέιμς. Ο Γιώργος Σεφέρης, όπως ο ίδιος αποκαλύπτει σε εγγραφές στις «Μέρες» του, βυθιζόταν στη μετάφραση όταν ήθελε να ανανεώσει τις νοητικές και συναισθηματικές αποσκευές του: βύθισμα στον κόσμο ενός άλλου συγγραφέα, βύθισμα σε μια άλλη γλώσσα και ταυτόχρονα βύθισμα στη δική του γλώσσα, δηλαδή επικοινωνία. Σήμερα πόσοι από τους συγγραφείς μας επικοινωνούν διά της μεταφράσεως με τους ομοτέχνους τους; Ελάχιστοι. Ας ελπίσουμε ότι αυτό το μεταφραστικό έλλειμμα δεν συνεπάγεται και το αναγνωστικό έλλειμμα· ας ελπίσουμε ότι οι έλληνες συγγραφείς διαβάζουν, ότι είναι πολίτες του κόσμου μέσα στη σαφώς προσδιορισμένη εντοπιότητά τους (εντοπιότητα της γεωγραφίας αλλά και εντοπιότητα της γλώσσας και των αισθήσεων).


Σκέφτομαι ότι η γνώση του βιογραφικού ενός συγγραφέα μπορεί, αρκετές φορές, να εμποδίσει τον επαγγελματία ή ερασιτέχνη αναγνώστη ενός βιβλίου να το κρίνει ως προς τη λογοτεχνικότητά του. Τη σκέψη την προκαλούν ορισμένα σημειώματα που διάβασα αυτές τις ημέρες για το μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Καραπάνου «Ναι» (στις εκδόσεις Ωκεανίδα). Το είδαν ιατρικά· ως σύμπτωμα μιας μανιοκαταθλιπτικής προσωπικότητας, αδιαφορώντας για τη λογοτεχνικότητά του, την τεχνική του, ακόμη και για την τοποθέτησή του μέσα στο πλούσιο μυθοπλαστικό έργο της συγγραφέως. Αν το «Ναι» λεγόταν «Yes» και ερχόταν με το όνομα μιας Joys Carol Oates, πόσο θα βάραινε η βιογραφία της συγγραφέως του στην αποτίμησή του; Σίγουρα η βιογραφία μάς δίνει ορισμένα κλειδιά για να ξεκλειδώσουμε συγγραφικά σύμπαντα, αλλά από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει και να δημιουργήσει τους λόγους ύπαρξης ενός λογοτεχνικού έργου. Απλώς διευκολύνει μερικούς από μας που γράφουμε για βιβλία να περαιώνουμε με άνεση ένα βιβλιογραφικό σημείωμα 900 λέξεων.


Το υπουργείο Πολιτισμού ανασυνθέτει και πάλι την επιτροπή των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων, σύμφωνα με το γράμμα του νόμου, που προβλέπει τη συντεχνιακή εκπροσώπηση κριτικών – συγγραφέων – πανεπιστημιακών (με αδυναμία στους φιλολόγους). Το υπουργείο «διεκδικεί» εφέτος την αποκλειστικότητα, δηλαδή κανένα μέλος αυτής της επιτροπής να μην είναι και μέλος άλλης επιτροπής λογοτεχνικών βραβείων. Ταυτόχρονα επιδιώκει να διασφαλίσει τις ισορροπίες, δηλαδή τα μέλη να είναι συνδεδεμένα, άμεσα ή έμμεσα, με ορισμένους χώρους (κυρίως εκδοτικούς). Ας ελπίσουμε ότι η σύμβουλος της υπουργού στον τομέα του βιβλίου και της λογοτεχνίας θα δει το όλο θέμα με την απαιτούμενη εξωστρέφεια, πέρα και πάνω από τις πιέσεις των συντεχνιών (άλλωστε η εξουσία των συντεχνιών στηρίζεται στο παιχνίδι της συναλλαγής).


Αποκαλυπτική η λίστα των γαλλικών μπεστ σέλερ για το 1999 που δημοσίευσε το εβδομαδιαίο όργανο των γάλλων εκδοτών «Livres Hebdo» στην έκδοση της 14ης Ιανουαρίου 2000. Αποκαλυπτική όχι μόνο για τις αναγνωστικές συμπεριφορές των Γάλλων αλλά και για τις συγκριτικές δυνατότητες που δίνει σε όλους εμάς που ασχολούμεθα με το βιβλίο και τις τάσεις της βιβλιαγοράς. (Σκέφτομαι πόσο σημαντικό εργαλείο θα ήταν να έδιναν κάθε χρόνο οι εκδότες μας τη λίστα με τις πωλήσεις σε όλη τη χώρα· λίστες καταγραφής συμπεριφορών αλλά και βαρόμετρα αυτογνωσίας.) Πρώτο βιβλίο στις προτιμήσεις των γάλλων αναγνωστών δεν είναι ένα μεγάλο μυθιστόρημα· είναι ένα μεγάλο λεξικό, το Petit Larousse illustrè, που αγοράστηκε από 1.070.981 ανθρώπους. Δεύτερο δεν είναι ένα μεγάλο μυθιστόρημα· είναι ένα κόμικ (βιβλίο 9ης τέχνης), το post-mortem άλμπουμ του Φρανκέν «Gaston 19», που αγοράστηκε από 600.000 ανθρώπους. Στην τρίτη θέση πάλι ένα κόμικ· η επανέκδοση του εμβληματικού «Tintin au pays des soviets», η πρώτη περιπέτεια του βέλγου ήρωα, που πουλήθηκε σε 520.000 αντίτυπα. Στον χώρο της μυθοπλασίας ο θρίαμβος του μέσου όρου είναι αδιαμφισβήτητος. Η Αμερικανίδα Μέρι Χίγκινς Κλαρκ με τα 450.000 αντίτυπα του μυθιστορήματός της «Et nous nous reverrons» (εκδόσεις Albin Michel) θριαμβεύει στη σοφιστικέ γαλλική αγορά και γίνεται κυρίαρχος αν στον αριθμό αυτόν προσθέσουμε και τα 366.400 αντίτυπα που πούλησε η έκδοση τσέπης του μυθιστορήματός της «Ni vue ni connue». Από τους γάλλους συγγραφείς, ο Ζαν Εσενόζ, εφετεινό βραβείο Γκονκούρ, πούλησε με το βραβευμένο μυθιστόρημά του «Je m’ en vais» (που θα εκδοθεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις) 360.000 αντίτυπα. Στα ίδια αντίτυπα κινήθηκε και το καινούργιο βιβλίο της βελγίδας συγγραφέως Αμελί Νοτόμπ «Stupeur et Tremblenents». Η Νοτόμπ, που μόλις αρχίζουμε να τη γνωρίζουμε στην Ελλάδα με την έκδοση του μυθιστορήματός της «Θερμόμετρο» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια), αποτελεί το φαινόμενο της γαλλόφωνης λογοτεχνίας, αφού κάθε μυθιστόρημά της, που εκδίδεται κάθε Σεπτέμβριο τα τελευταία οκτώ χρόνια, ακολουθείται από περισσότερους από 300.000 αναγνώστες. Τα διακριθέντα βιβλία με τα πέντε γνωστά λογοτεχνικά βραβεία (Γκονκούρ, Ρενοντό, Φεμινά, Εντεραγέ, Μεντισίς) πούλησαν συνολικά 709.373 αντίτυπα, αριθμός πολύ σημαντικός σε σχέση με τα 514.173 αντίτυπα του 1998. Στην κατηγορία των μη λογοτεχνικών βιβλίων πρώτο αναδείχθηκε το αυτοβιογραφικό του μέντορα της Εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου της Γαλλίας Αιμέ Ζακέ «Ma vie pour une etoile» (στις εκδόσεις Laffont) με 258.001 αντίτυπα. Ακολουθούν με 160.000 αντίτυπα τα βιβλία του Δαλάι Λάμα «L’ art du bonheur» (Laffont) και της Μπριζίτ Μπαρντό «Le carre de Pluton» (Grasset), κοντολογίς ο θρίαμβος της ελαφρότητας. (e-mail): biblia@tovima.gr