Το χαμηλό επιτόκιο δεν θα πρέπει να είναι το μοναδικό κριτήριο επιλογής στεγαστικού δανείου, λέει ο κ. Θ. Καλαντώνης, διευθυντής Στεγαστικής Πίστης της EFG Eurobank Ergasias, ο οποίος θεωρεί ότι ο δανειζόμενος θα πρέπει να εξετάσει όλα τα χαρακτηριστικά του δανείου, όπως τα πρόσθετα έξοδα, τη διάρκεια αλλά και το είδος του δανείου, και γενικά ό,τι συμβάλλει στη διαμόρφωση του χρηματοοικονομικού κόστους. «Οι ενδιαφερόμενοι» τονίζει «πρέπει να απαιτούν από την τράπεζά να τους ενημερώνει πάνω σε όλα τα χαρακτηριστικά του δανείου». Οσον αφορά τη λήψη δανείου για αγορά ακινήτου ως επένδυση, ο ίδιος πιστεύει ότι με τα σημερινά χαμηλά επιτόκια χορηγήσεων αλλά και τις πενιχρές αποδόσεις των καταθέσεων αποτελεί μια αποδοτική λύση.


­ Κύριε Καλαντώνη, ο ανταγωνισμός οδηγεί τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων σε όλο και χαμηλότερα επίπεδα. Πόσο πραγματικά έχει μειωθεί το κόστος του χρήματος για αγορά κατοικίας;


«Τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων στην Ελλάδα βρίσκονται σε ευρωπαϊκά επίπεδα, με όλη τη σημασία της λέξεως. Δηλαδή όχι μόνο αυτά με σταθερό επιτόκιο τον πρώτο χρόνο, τα οποία είναι τα χαμηλότερα στην ευρωζώνη, αλλά και τα κυμαινόμενου επιτοκίου, τα οποία διαμορφώνονται στο ύψος του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Οσον αφορά τα ιδιαίτερα χαμηλά επιτόκια τον πρώτο χρόνο, πρέπει να σας πω ότι δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Και στην Ευρώπη υπάρχουν τα νέα δάνεια, τα λεγόμενα introductory rates, που είναι περίπου μία μονάδα χαμηλότερα από το βασικό στεγαστικό επιτόκιο που ισχύει μετά την αρχική περίοδο. Σκοπός των δανείων αυτών είναι να βοηθήσουν τον δανειζόμενο στις αυξημένες οικονομικές απαιτήσεις που έχει αποδειχθεί ότι υπάρχουν τον πρώτο χρόνο μετά την απόκτηση νέας κατοικίας».


­ Θεωρείτε λοιπόν κατάλληλη την περίοδο αυτή για να πάρει κάποιος στεγαστικό δάνειο ή είναι προτιμότερο να περιμένει να μειωθούν και άλλο τα επιτόκια;


«Πιστεύω ότι είναι λάθος να περιμένει κανείς ότι θα πέσουν και άλλο τα επιτόκια, γιατί, όπως σας είπα ήδη, τα επιτόκια των στεγαστικών στην Ελλάδα είναι από τα χαμηλότερα, αν όχι τα χαμηλότερα, στην ευρωζώνη. Βέβαια τα επιτόκια του ευρώ μπορεί να υποχωρήσουν, όπως μπορεί και να αυξηθούν. Επιπλέον το ευρώ είναι δυνατό νόμισμα, σίγουρα ισχυρότερο από κάθε άλλο εθνικό της ευρωζώνης, και ως εκ τούτου έχει μικρές διακυμάνσεις. Αρα ο Ελληνας μπορεί να κοιμάται ήσυχος. Ακόμη και αν το επιτόκιο με το οποίο δανείζεται σήμερα ανέβει δύο μονάδες κάποια στιγμή στη διάρκεια του δανείου του, οι διαφορές στο κόστος αποπληρωμής δεν είναι θα μεγάλες. Για παράδειγμα η μηνιαία δόση ενός 20ετούς δανείου 20 εκατ. δρχ. με επιτόκιο 6,5% είναι περίπου 150.500 δρχ. Αν το επιτόκιο πάει στο 7,5%, η δόση διαμορφώνεται σε περίπου 162.500, δηλαδή 7.000 δρχ. περισσότερο τον μήνα. Ποσό που δεν ανατρέπει τα σχέδια του δανειζομένου».


­ Συμφέρει να δανειστεί κανείς για να επενδύσει σε ακίνητα;


«Η τοποθέτηση σε ακίνητα για εισόδημα συμφέρει, διότι το κόστος δανεισμού είναι περί το 6,5% και τα ακίνητα αποφέρουν ετήσιες αποδόσεις, αν πρόκειται για κατοικία, 3%-6%, ανάλογα με την περιοχή και το είδος του ακινήτου ­ όσο πιο μικρό τόσο μεγαλύτερη η απόδοση ­, και περί το 8%, αν πρόκειται για επαγγελματικό ακίνητο. Επιπλέον, οι τοποθετήσεις σε ακίνητα αποφέρουν κεφαλαιακά κέρδη που την επόμενη πενταετία εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν σε 10%-12% ετησίως για τις κατοικίες και περί το 8% για τα επαγγελματικά ακίνητα».


­ Μπορεί τα δάνεια για αγορά κατοικίας να γίνονται φθηνότερα, οι τιμές των ακινήτων όμως έχουν κινηθεί και εξακολουθούν να κινούνται ανοδικά. Πώς εκτιμάτε ότι θα κινηθούν οι τιμές και γιατί να επενδύσει κανείς σε ακίνητα;


«Σίγουρα σε σχέση με το χθες το ακίνητο σήμερα είναι πιο ακριβό. Βλέποντας όμως μπροστά θεωρούμε ότι οι τιμές των ακινήτων, ειδικά στις κατοικίες, δημιουργούν υπεραξίες. Αυτός που αγοράζει σήμερα ένα ακίνητο μπορεί να πληρώνει κάτι παραπάνω από χθες, δημιουργεί όμως νέες υπεραξίες. Βέβαια είναι πολύ πιθανόν να γίνει μια διόρθωση τιμών στο μέλλον, την οποία οι περισσότεροι την τοποθετούν γύρω στο 2004. Εκτιμάται όμως ότι θα είναι μια φυσιολογική διόρθωση, όπως συμβαίνει σε κάθε αγορά που γίνεται ώριμη, και στη συνέχεια οι τιμές θα ακολουθήσουν ανοδική πορεία».