Τι είναι ο σοσιαλισμός σήμερα; «Ενας καπιταλισμός που λειτουργεί με κανόνες!» μας είπε στην ομιλία του στο 21ο συνέδριο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, στο Παρίσι, ο πρωθυπουργός κ. Κ. Σημίτης προκαλώντας θλίψη και απόγνωση σε όσους οπαδούς του ΠαΣοΚ πιστεύουν ακόμη στην Ελλάδα ότι ο υπαρκτός σοσιαλισμός μεν είναι πλέον ξεπερασμένος αλλά το όραμα ενός δικαιότερου οικονομικού συστήματος δεν είναι ουτοπία.


Και όμως ο κ. Κ. Σημίτης ήταν καταλυτικός καταστρέφοντας ελπίδες και όνειρα! «Υπάρχει ένα κλίμα απορίας και αμφιβολίας στον δημοκρατικό – σοσιαλιστικό χώρο» είπε. «Το ερώτημα που απασχολεί πολλούς είναι: Τι διαφέρει η δημοκρατική – σοσιαλιστική από τη συντηρητική – φιλελεύθερη παράταξη; Οι μακροοικονομικές πολιτικές έχουν κοινά σημεία. Το κεντρικό εργαλείο πολιτικής είναι και για τα δύο στρατόπεδα η αγορά. Η σαφής εκείνη διαχωριστική γραμμή που χώριζε τους καπιταλιστές από τους σοσιαλιστές, δηλαδή η κρατική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, δεν έχει πια παρά μικρή αξία. Οι πολιτικές αναδιανομής εισοδήματος, όπως η φορολογική πολιτική, είναι δυσνόητες, δεν εμπνέουν και δεν είναι ιδιαίτερα εμφανείς στα αποτελέσματά τους. Σε όλες τις χώρες εφαρμόζονται “τρίτοι δρόμοι”. Η διαφορά ανάμεσα στο “ευέλικτο και αποτελεσματικό κράτος” και στο “ραχητικό κράτος του νεοφιλελευθερισμού” είναι για τους περισσότερους πολίτες ανύπαρκτη.


Ωστόσο υφίσταται ακόμη μια πολύ θεμελιώδης διαφορά μεταξύ σοσιαλδημοκρατών – σοσιαλιστών αφενός και νεοφιλελευθέρων – συντηρητικών αφετέρου. Οι τελευταίοι τάσσονται υπέρ του ανταγωνισμού χωρίς κανόνες, ο οποίος τόσο σε εθνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο δημιουργεί αυξανόμενες ανισότητες και κοινωνική αποδιοργάνωση. Οι πρώτοι τάσσονται υπέρ του ανταγωνισμού με κανόνες, ο οποίος συνδυάζει την οικονομική παραγωγικότητα με την κοινωνική αλληλεγγύη».


Παραθέτουμε όλη αυτή τη μακρόσυρτη ανάλυση ακριβώς για να δείξουμε ότι πράγματι αυτό που βγήκε από το 21ο συνέδριο ήταν ο θρίαμβος του τρίτου δρόμου του κ. Τόνι Μπλερ και, αν πάρουμε κατά γράμμα όσα είπε ο κ. Κ. Σημίτης, ο καλύτερος σοσιαλιστής ηγέτης σήμερα είναι ο πρόεδρος κ. Μπιλ Κλίντον. Διότι πράγματι η αμερικανική οικονομία είναι πρότυπο ανάπτυξης μιας οικονομικής αγοράς που λειτουργεί με αυστηρούς κανόνες ανταγωνισμού και οι θεσμοί της είναι τόσο αδέκαστοι ώστε να καταδικάζουν για μονοπωλιακή κατάχρηση τον πλουσιότερο άνθρωπο του κόσμου, τον κ. Μπιλ Γκέιτς της Microsoft. Για να μην προσθέσουμε ακόμη ότι επί επτά συναπτά έτη ο κ. Κλίντον έχει επιτύχει έναν πρωτοφανή ρυθμό ανάπτυξης για τη χώρα του, έχει κατεβάσει την ανεργία στο 4%, δηλαδή στα όρια της ανεργίας τριβής, έχει αυξήσει τους μισθούς και στα πλαίσια της αμερικανικής κοινωνίας έχει αποτολμήσει αξιόλογες τομές στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης και υγείας.


Αν όμως έλεγαν στον ίδιο τον αμερικανό πρόεδρο ότι είναι σοσιαλιστής, ασφαλώς θα γέλαγε χλευαστικά και θα ηρνείτο ακόμη ότι είναι έστω και Liberal, με την έννοια που δίνουν στον όρο οι Αμερικανοί. Δηλαδή, ένας ριζοσπάστης πολιτικός που αλλάζει τις δομές της κοινωνίας.


Ο πραγματικός σοσιαλισμός όμως με τη σύγχρονη έννοια δεν μπορεί να αφήσει στην άκρη τα θέματα της οικονομίας και να ρίξει το βάρος των πολιτικών του στην κουλτούρα, στην παιδεία, στην προστασία του καταναλωτή κτλ., όπως λίγο-πολύ άφησε να εννοηθεί ο κ. Κ. Σημίτης.


Η οικονομία ακόμη και στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης και της κυριαρχίας των σκληρών νόμων της αγοράς παραμένει ο κυρίαρχος χώρος στον οποίο διαφορίζονται κόμματα και πολιτικές. Και δεν είναι αλήθεια αυτό που είπε ο κ. Κ. Σημίτης ότι οι μακροοικονομικές πολιτικές είναι οι ίδιες. Αν με τον όρο μακροοικονομικές πολιτικές εννοούμε την επιδίωξη χαμηλού πληθωρισμού και μικρών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, ασφαλώς και ταυτίζονται φιλελεύθεροι και σοσιαλδημοκράτες. Εκείνο όμως που διαφοροποιεί τους μεν από τους δε είναι το μείγμα της μακροοικονομικής πολιτικής και ειδικά η εισοδηματική πολιτική. Για παράδειγμα, ο κ. Κ. Μητσοτάκης επέβαλε αυξήσεις του 0%+0%, ενώ ο κ. Κ. Σημίτης υπερηφανεύεται ότι η κυβέρνησή του δίνει αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό. Πώς λοιπόν είναι ίδιοι;


Δεν είναι ακόμη αλήθεια αυτό που είπε ο κ. Κ. Σημίτης ότι «οι πολιτικές αναδιανομής εισοδήματος, όπως η φορολογική πολιτική, είναι δυσνόητες, δεν εμπνέουν και δεν είναι ιδιαίτερα εμφανείς στα αποτελέσματά τους». Αντίθετα, η φορολογική πολιτική παραμένει ακόμη και στα πλαίσια της ΟΝΕ βασικό εργαλείο των κυβερνήσεων για αναδιανομή εισοδήματος. Το έκανε άλλωστε αυτό ο ίδιος ο κ. Κ. Σημίτης με το πακέτο των 470 δισ. δρχ. που περιλαμβάνει τις γνωστές φορολογικές ελαφρύνσεις και τις εισοδηματικές βελτιώσεις. Οι κυβερνήσεις του ΠαΣοΚ για να μειώσουν το δημόσιο έλλειμμα τα τελευταία πέντε χρόνια προσέφυγαν στην επιβολή νέων φορολογιών αλλά μας έλεγαν ότι φορολογούν μόνο τους «έχοντες και κατέχοντες». Αντίθετα, οι πρώτοι φόροι που αύξησε ο κ. Κ. Μητσοτάκης το 1990 ήταν οι συντελεστές του ΦΠΑ επιβαρύνοντας έτσι τα ευρέα και πτωχότερα στρώματα των καταναλωτών.


Αλλωστε ότι η οικονομία παραμένει ο προνομιακός χώρος που διαφορίζει φιλελευθέρους και σοσιαλδημοκράτες το απέδειξε με την πολιτική του ο γάλλος πρωθυπουργός κ. Λιονέλ Ζοσπέν, η κυβέρνηση του οποίου, σε αντίθεση με τις άλλες σοσιαλδημοκρατικές της Βρετανίας και της Γερμανίας, πήρε τολμηρά μέτρα υπέρ των εργαζομένων.