Παρά την πυθαγόρειο σιωπή που έχουν επιβάλει γύρω από το θέμα των ερευνών για την τρομοκρατία, οι αρχές ασφαλείας έχουν κατορθώσει να ρίξουν φως στην ταυτότητα της «Ε.Ο. 17 Νοέμβρη» αξιοποιώντας μια σειρά στοιχεία που ανέκυψαν αμέσως μετά τον τραυματισμό του τρομοκράτη που ενεργοποίησε το αυτοσχέδιο μπαζούκας στις 16 Μαΐου στοχεύοντας την κατοικία του γερμανού πρέσβη Καρλ Χάινς Αλμπερτ Κούνα στο Χαλάνδρι. Οι αρχές ασφαλείας, σύμφωνα με απολύτως έγκυρες πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του «Το Βήμα», έχουν εντοπίσει την κλινική στην οποία μεταφέρθηκε ο τραυματισμένος τρομοκράτης προκειμένου να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες μετά τον τραυματισμό του. Η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία έφθασε στην κλινική αξιοποιώντας τόσο τις πληροφορίες που της παρασχέθηκαν από το ιατρικό προσωπικό όσο και τη διασταύρωση των ονομάτων των ατόμων που εισήχθησαν στα νοσηλευτικά ιδρύματα την ημέρα της επίθεσης, καθώς επίσης και την επομένη, 17 Μαΐου 1999, με τις διευθύνσεις που δηλώθηκαν ως τόποι κατοικίας.


Από τη διασταύρωση αυτών των στοιχείων προέκυψε ότι ένα άτομο εισήχθη σε κλινική με ψευδώνυμο, ενώ στον τόπο κατοικίας που δήλωσε δεν υπήρχε άτομο με αυτό το όνομα. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό και με τη διάγνωση που έκαναν οι γιατροί για το τραύμα, που συνάδει με τον τρόπο τραυματισμού του τρομοκράτη, παρακίνησε το ενδιαφέρον των αρχών ασφαλείας που αναζητούν σήμερα την ταυτότητά του.


«Το Βήμα» έχει στη διάθεσή του το ψευδώνυμο, όπως και τη διάγνωση των γιατρών που ενεγράφη στο βιβλίο συμβάντων της κλινικής, αλλά δεν πρόκειται να τα δημοσιεύσει αναμένοντας την ολοκλήρωση των σχετικών ερευνών από τις αρχές ασφαλείας.


Ο Δούρειος Ιππος


Οι έρευνες για τη «17Ν» έχουν εισέλθει σε πολύ λεπτή φάση και για έναν επιπλέον λόγο: οι άνδρες της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας επιχειρούν να «συνδέσουν» τη βομβιστική επίθεση εναντίον της οικίας του γερμανού πρέσβη με τον αρχικό πυρήνα της οργάνωσης, τον οποίο εκτιμούν ότι λίαν συντόμως θα κατορθώσουν να αποκαλύψουν. Γι’ αυτό τον σκοπό αξιοποιούνται δύο πολύ σοβαρά στοιχεία των ερευνών: το πρώτο είναι μία προκήρυξη του «Επαναστατικού Λαϊκού Αγώνα» που εδόθη στη δημοσιότητα το 1981 και στην οποία «απαντά» στις τότε καταγγελίες της «Ε.Ο. 17 Νοέμβρη» «για τους καραγκιόζηδες των Εξαρχείων»· το δεύτερο είναι τα νέα στοιχεία που αλιεύθηκαν από την επεξεργασία των αρχείων της μυστικής υπηρεσίας της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, της περιβόητης Στάζι, για την τρομοκρατία στην Ελλάδα.


Πώς συνδέονται αυτά τα δύο πράγματα; Κατ’ αρχήν, μετά από ανάλυση της συγκεκριμένης προκήρυξης του ΕΛΑ ­ η οργάνωση έχει αναστείλει ουσιαστικά τη δράση της από το 1995, χωρίς ωστόσο να ανακοινώσει επισήμως κάτι τέτοιο ­, η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα μέλη του ΕΛΑ δεν είχαν απλώς «ιδεολογική συγγένεια» αλλά γνώριζαν τα μέλη του αρχικού τουλάχιστον πυρήνα της «Ε.Ο. 17 Νοέμβρη». Οι αρχές ασφαλείας πιστεύουν (υπάρχουν λένε και συγκεκριμένες ενδείξεις) ότι τα μέλη των δύο οργανώσεων όχι μόνο κινούνταν στους ίδιους ιδεολογικούς χώρους αλλά ορισμένα από αυτά, οι λεγόμενες ιστορικές ηγεσίες, γνωρίζουν ο ένας τον άλλο. Ετσι ο «ΕΛΑ», του οποίου ορισμένα μέλη είναι γνωστά στις αρχές ασφαλείας, έστω και αν δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία εις βάρος τους ώστε να παραπεμφθούν στη Δικαιοσύνη, χρησιμοποιείται από την Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία ως Δούρειος Ιππος για την αποκάλυψη των μελών τής «Ε.Ο. 17 Νοέμβρη».


Τα αρχεία της Στάζι


Οι αρχές ασφαλείας, δηλαδή, επιδιώκουν να εισέλθουν στις γραμμές τής «Ε.Ο. 17 Νοέμβρη» ακολουθώντας τη θεωρία των «συγκοινωνούντων δοχείων».


Την υπόθεση αυτή ενισχύουν, όπως αφήνουν να εννοηθεί στελέχη της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας, και τα νέα στοιχεία που προήλθαν από την επεξεργασία των αρχείων της Στάζι. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι γερμανοί πράκτορες είχαν κατορθώσει να διεισδύσουν στις γραμμές τόσο του «ΕΛΑ» όσο και της «Ε.Ο. 17 Νοέμβρη» ­ οργανώσεις που, όπως εκτιμούσαν στις αναφορές τους, κινούνταν στον ίδιο «ιδεολογικό χώρο» ­ προσπαθώντας να τις χρησιμοποιήσουν για την εξυπηρέτηση δικών τους επιδιώξεων στην Ελλάδα. Στα αρχεία της Στάζι, μάλιστα, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή των αρχών ασφαλείας εσχάτως, αναφέρονται και συγκεκριμένα ονόματα ­ δεν έχουν καμία σχέση με τα γνωστά ονόματα που έχουν δει το φως της δημοσιότητας ­ ατόμων που διατείνονταν ότι είχαν διεισδύσει στις τρομοκρατικές οργανώσεις που δρούσαν στην Ελλάδα.


Ωστόσο υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες στην άμεση αξιοποίησή τους αφού, πρώτον, από μόνα τους δεν στοιχειοθετούν «νομικές αποδείξεις» ώστε να παραπεμφθούν τα άτομα που αναγράφονται στις αναφορές στη Δικαιοσύνη και, δεύτερον, είναι ελλιπή. Τι έχει συμβεί; Απλώς οι πράκτορες της Στάζι που πώλησαν, έναντι βεβαίως αδράς αμοιβής, τα αρχεία στις υπηρεσίες ασφαλείας ξένων χωρών έχουν κόψει με ξυράφι τα τμήματα των αναφορών στα οποία αναφέρονται τα ονόματά τους έτσι ώστε να προστατέψουν τους εαυτούς τους από ενδεχόμενη άσκηση δίωξης εναντίον τους.


Το ατού της παραγραφής



Παρά ταύτα, ο συνδυασμός των αρχείων της Στάζι με τις λίστες υπόπτων που είχαν καταρτιστεί στο παρελθόν από τις αρχές ασφαλείας έχει επιφέρει ορισμένα θεαματικά αποτελέσματα. Ο στενός κύκλος των υπόπτων οι οποίοι αποτελούσαν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ασφαλείας, τους πρώτους πυρήνες τόσο του ΕΛΑ όσο και της «17 Νοέμβρη» έχει περιοριστεί περίπου σε 10 άτομα. Τα άτομα αυτά έχουν τεθεί υπό στενή παρακολούθηση από τις αρχές ασφαλείας, οι οποίες αναμένουν να κάνουν το… μοιραίο λάθος.


Εκτίμηση των αρχών ασφαλείας είναι ότι η προσπάθειά τους να αποκαλύψουν τον πρώτο πυρήνα της «Ε.Ο. 17 Νοέμβρη» ευνοείται και από ένα ακόμη γεγονός: οι εγκληματικές πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται, όπως π.χ. η δολοφονία του Ρίτσαρντ Γουέλς, έχουν παραγραφεί μετά την παρέλευση της εικοσαετίας. «Ακόμη και αν έρθει κάποιος και μου πει ότι δολοφόνησε τον Ρίτσαρντ Γουέλς, δεν μπορώ να του κάνω τίποτε» εκμυστηρεύθηκε προς «Το Βήμα» αρμόδιος δικαστικός λειτουργός επικαλούμενος την παραγραφή των σχετικών αδικημάτων. Δηλαδή, η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία πιστεύει ότι κάποιος διαφωνών που έχει διαχωρίσει τη θέση του από την οργάνωση μπορεί τώρα να μιλήσει χωρίς κίνδυνο.