Η σοφή «μπουλντόζα» της ΝΔ




ΤΟ ΒΗΜΑ δημοσιεύει μία σειρά πολιτικές προσωπογραφίες για τα πρόσωπα που θα κρίνουν την επόμενη πολιτική αναμέτρηση. Πρόσωπα του προσκηνίου και του παρασκηνίου, της πολιτικής και της παραπολιτικής, πρόσωπα της πρώτης γραμμής ή των πολιτικών επιτελείων, έχουν όλα ένα κοινό γνώρισμα: την ικανότητα με την απουσία τους ή την παρουσία τους, με τη δράση τους ή την απραξία τους, να επηρεάσουν ή και να διαμορφώσουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Προς τη μία ή προς την άλλη κατεύθυνση… Από αυτή την άποψη είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να διερευνήσει κανείς τα δεδομένα που τίθενται ενώπιόν τους, τις εισηγήσεις που δέχονται, τις επιδιώξεις και τις φιλοδοξίες τους. Ολα αυτά είναι άλλωστε που θα διαμορφώσουν τις τελικές αποφάσεις και τις επιλογές τους.





Ακόμη και οι λιγότερο παρατηρητικοί το έχουν επισημάνει. Ο Μιλτιάδης Εβερτ, εσοδείας 1999, δεν έχει καμία σχέση με τον Μιλτιάδη Εβερτ, εσοδείας 1996. Υπεύθυνος, συγκρατημένος, μετριοπαθής, ο πρώην αρχηγός της ΝΔ πολιτεύεται πλέον με μια σειρά χαρακτηριστικά τα οποία δύσκολα του αναγνώριζε κανείς προ τριετίας.


Μοιάζει απελευθερωμένος. «Λες και η αρχηγία γι’ αυτόν ήταν περισσότερο βάρος και λιγότερο επιβεβαίωση» παρατηρεί ένας βουλευτής της ΝΔ, από τους πιο πιστούς πολιτικούς φίλους του Εβερτ. Από την επίσκεψη Κλίντον ως την Προεδρία της Δημοκρατίας και από το ζήτημα των πρόωρων εκλογών ως την οικονομική πολιτική, ο Μ. Εβερτ βάζει το φίλτρο της μετριοπάθειας και της συνεννόησης στον αντιπολιτευτικό λόγο του κόμματός του.


Διατηρεί ακόμη κάποια πικρία προς τον κ. Κ. Καραμανλή; Το βέβαιον είναι ότι φροντίζει να μην την εκδηλώνει. Οι σχέσεις του με τον σημερινό πρόεδρο της ΝΔ χαρακτηρίζονται «καλές» και από τις δύο πλευρές, χωρίς πάντως να ακτινοβολούν τη θερμότητα που υπήρχε μεταξύ τους στην προ του 1996 εποχή. Στη Ρηγίλλης αποτελεί κοινό μυστικό ότι ο Εβερτ θα ηγηθεί του ψηφοδελτίου Επικρατείας του κόμματος, έχοντας στη δεύτερη θέση τον παλαιό αντίπαλό του για την αρχηγία κ. Ι. Βαρβιτσιώτη. Ως γνωστόν, μόνο οι πρώην πρωθυπουργοί, όπως ο κ. Κ. Μητσοτάκης και ο κ. Τζ. Τζαννετάκης, δεν χρειάζονται σταυρό προτίμησης για να εκλεγούν. Και ο κ. Κ. Καραμανλής θεώρησε ότι ένας πρώην πρόεδρος της ΝΔ, όπως ο κ. Μ. Εβερτ, δεν πρέπει ούτε αυτός να υπόκειται στη λογική της σταυροθηρίας.


Αυτό, λένε, που δεν θα ήθελε σε καμία περίπτωση ο κ. Μ. Εβερτ είναι να θεωρηθεί ότι το ψηφοδέλτιο Επικρατείας αποτελεί ένα είδος τιμητικής αποστρατείας. Οσοι τον γνωρίζουν και όσοι τον ζουν διαβεβαιώνουν ότι παραμένει πάντα «μάχιμος πολιτικός» και το ίδιο θεωρεί ο ίδιος για τον εαυτό του. Αφησε πίσω του τα προβλήματα υγείας (τα οποία ο ίδιος ευθαρσώς δημοσιοποίησε…) και επέστρεψε στην πολιτική με τη λογική της πλήρους και ενεργούς απασχόλησης. Πολλοί ξαφνιάστηκαν όταν εξέφρασε την επιθυμία να υπηρετήσει ενεργά μια ενδεχόμενη κυβέρνηση Καραμανλή παίρνοντας ένα μεγάλο υπουργείο. Λέγεται, μάλιστα, ότι έχει μια κρυφή προτίμηση για το υπουργείο Αμυνας.


Ολα αυτά είναι το καλό σενάριο. Απομένει να διευκρινιστούν οι προϋποθέσεις του. Διότι, αν και απολύτως νομιμόφρων προς τη σημερινή ηγεσία του κόμματός του, ο κ. Μ. Εβερτ δεν ευθυγραμμίζεται πλήρως με την πολιτική της. Είναι προφανές, ας πούμε, πως δεν συμμερίζεται αβασάνιστα τη λογική της καταψήφισης του κ. Στεφανόπουλου εν ονόματι των πρόωρων εκλογών. Και δεν χάνει ευκαιρία να παινέψει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Από την άλλη, πρώτος αυτός, μαζί με τον κ. Κ. Μητσοτάκη, βγήκε δημοσίως να «σπάσει» το κλίμα αντι-αμερικανισμού που κυριαρχούσε στη συμπεριφορά της ΝΔ πριν από την επίσκεψη Κλίντον.


Γενικότερα δεν κρύβει λόγια. Πιστώνει μεν τον κ. Κ. Σημίτη με επιτυχία στην οικονομική πολιτική αλλά του επιτίθεται για τα διαπλεκόμενα. Ηταν πρώτος στα κανάλια το βράδυ της «Παρασκευής των επεισοδίων» για να καταγγείλει τις πολιτικές ευθύνες του ΚΚΕ. Η επίσημη ΝΔ χρειάστηκε αρκετές ώρες για να καταλάβει τι συμβαίνει. Και όταν τελικώς απεφάνθη ότι η επίσκεψη Κλίντον ήταν «φιάσκο», πάλι ο κ. Μ. Εβερτ (αλλά και ο κ. Κ. Μητσοτάκης…) βγήκε να ανασκευάσει.


Οι σοβαρές επιφυλάξεις


Ολα αυτά βεβαίως παραμένουν σε ένα ελεγχόμενο επίπεδο. Ουδείς έχει την αίσθηση ότι ο κ. Εβερτ αμφισβητεί τον κ. Καραμανλή ή ότι επιχειρεί να τον αποδυναμώσει. Μπορεί να διατηρεί σοβαρές επιφυλάξεις για το περιβάλλον του σημερινού αρχηγού, μπορεί να θεωρεί ότι η ΝΔ δεν αξιοποιεί πλήρως το στελεχικό δυναμικό της, αλλά όλα αυτά τα κρατάει για τον εαυτό του και για μερικούς στενούς πολιτικούς φίλους του. Αλλωστε μεταξύ Εβερτ και Καραμανλή δεν υπήρξε ρήξη σε στελεχικό επίπεδο. Πολλοί από τους σημερινούς «πρωτοκλασάτους» του Καραμανλή κληρονομήθηκαν από την εποχή Εβερτ. Ο κ. Στ. Δήμας, ο κ. Δ. Σιούφας, ο κ. Π. Μολυβιάτης, ο κ. Πρ. Παυλόπουλος ή και «τομεάρχες», όπως ο κ. Β. Μιχαλολιάκος, διετέλεσαν στενοί συνεργάτες και υποστηρικτές του προηγούμενου αρχηγού. Αλλοι, όπως ο κ. Γ. Αλογοσκούφης, οφείλουν σε αυτόν ακόμη και την παρουσία τους στη Βουλή. Με άλλα λόγια (και παρά την ένταση της αναμέτρησης…), μεταξύ Εβερτ και Καραμανλή δεν υπήρξε αλλαγή εσωκομματικού στρατοπέδου.


Στην πολιτική όμως κριτής των πάντων είναι οι εκλογές. Είναι προφανές (έστω και μόνο από την πολιτική του φύση…) ότι ο Εβερτ δεν είναι άνθρωπος που θα ποντάρει στην ήττα. Ούτε είναι αυτός όμως που θα ορίσει τη νίκη. Τι θα συμβεί, λοιπόν, αν ηττηθεί η ΝΔ;


Για να απαντήσει κανείς σε αυτό χρειάζονται δυο-τρεις επί μέρους διευκρινίσεις. Τι φιλοδοξίες, ας πούμε, διατηρεί ο κ. Μ. Εβερτ; Πόση δύναμη έχει για να τις πραγματοποιήσει; Και το βασικότερο, πόσο θα χρεωθεί ο κ. Καραμανλής την ήττα και πόσο έντονα θα αμφισβητηθεί;


Κατ’ αρχήν κανείς άνθρωπος 60 χρόνων δεν παύει να έχει φιλοδοξίες στην πολιτική. Ισως να μην είναι οι ίδιες με αυτές που είχε προ πενταετίας ή προ δεκαετίας αλλά πάντως υπάρχουν. Η δύναμη στην πολιτική είναι επίσης ρευστό πράγμα και συνήθως προϊόν των συνθηκών και των συγκυριών. Το φθινόπωρο του 1996 ο κ. Κ. Καραμανλής είχε ως δύναμη τον εαυτό του και το όνομά του. Τέσσερις – πέντε μήνες αργότερα ήταν αρχηγός της ΝΔ.


Η δεύτερη ευκαιρία


Αυτό δεν σημαίνει ασφαλώς πως ο κ. Μ. Εβερτ ή οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να διανύσει την αντίστοιχη διαδρομή. Πόσο μάλλον που στην περίπτωση μιας οριακής ήττας ή μιας ισχνής αμφισβήτησης ο κ. Κ. Καραμανλής δεν θα έχει δυσκολία να πείσει ότι δικαιούται μια δεύτερη ευκαιρία. Αυτή, ας πούμε, είναι μια ήπια εξέλιξη που δεν ανοίγει πολλά περιθώρια στον κ. Μ. Εβερτ. Ενδεχομένως να παίξει τον σταθεροποιητικό παράγοντα, κυρίως έναντι της «μητσοτακικής πτέρυγας», αλλά ως εκεί.


Στην περίπτωση όμως που η κατάσταση εξελιχθεί σε Βοσνία – Ερζεγοβίνη, τα πράγματα αλλάζουν. Ο κ. Εβερτ έχει το μοναδικό προνόμιο να είναι αποδεκτός συνομιλητής όλων των πλευρών. Οι σχέσεις του με τον κ. Δ. Αβραμόπουλο είναι πολύ καλές και με την κυρία Ντόρα Μπακογιάννη έχουν βελτιωθεί, ενώ έχει ρίξει γέφυρες είτε προς τους προσφάτως απομακρυνθέντες κκ. Γ. Σουφλιά και Στ. Μάνο είτε προς τον παλαιό αντίπαλό του κ. Α. Σαμαρά. Εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο είναι ο σταθερός συνήγορος της επιστροφής όλων στη ΝΔ.


Αυτή η πολιτική πρόταση, η «ανασύνταξη της παράταξης», μπορεί να τεθεί με μεγαλύτερη έμφαση την επομένη μιας εκλογικής ήττας. Και τότε θα χρειαστούν άνθρωποι να τον υπηρετήσουν…


Το αντίπαλο δέος σε όλα αυτά ονομάζεται Κ. Μητσοτάκης. Είναι κοινό μυστικό ότι οι δύο «πρώην» της ΝΔ χωρίζονται από μια παλαιά, βαθιά και εγκάρδια αντιπάθεια. Ουδείς πιστεύει ότι πρόκειται να τους περάσει μέσα στους επόμενους μήνες. Προς το παρόν δεν έχουν λόγους σύγκρουσης και άλλωστε στα περισσότερα πράγματα μάλλον συμφωνούν και συμπορεύονται. Ακόμη όμως και αν σήμερα κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι, είναι προφανές ότι κάνουν διαφορετικά όνειρα.


Με τη νέα γενιά των «σαραντάρηδων» στο προσκήνιο κανείς από τους δύο λογικά δεν θα μπορεί να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στο μέλλον. Από την άλλη πλευρά πάλι, αυτή η γενιά δεν έχει πείσει ακόμη για τη δυνατότητά της να παίξει πολιτικό παιχνίδι υψηλού επιπέδου. Και όσο το κλίμα της «παιδικής χαράς» παρατείνεται στη Ρηγίλλης, πολύ δύσκολα θα ξεφύγουν από το εξεταστικό βλέμμα, από τις παραινέσεις ή και από το βαρύ χέρι του θείου Μίλτου.