Ο πρόεδρος Γουίλιαμ Τζέφερσον Κλίντον άρχισε από το μεσημέρι της περασμένης Δευτέρας τη νέα τετραετία του ως 42ου προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, με το 60,4% των Αμερικανών να δηλώνει πλήρη υποστήριξη στο πρόσωπό του, με την αμερικανική οικονομία σε εντυπωσιακή δραστηριότητα και τον ρόλο των ΗΠΑ ως «πρωταγωνιστή της ειρήνης και εγγυητή της δημοκρατίας» να αναγνωρίζεται διεθνώς ή περίπου.
Κανένας αμερικανός πρόεδρος από το 1946 ως σήμερα δεν είχε την τύχη να αναλαμβάνει την εξουσία μέσα σε τέτοιες ευνοϊκές συνθήκες και, με εξαίρεση τον Ρίγκαν, του οποίου η δημοτικότητα στην ανάληψη της δεύτερης θητείας του ήταν 62%, κανένας πρόεδρος δεν είχε δημοτικότητα πάνω από 48% όταν επανήλθε στον Λευκό Οίκο.
Δικαιολογημένα, λοιπόν, και ο αμερικανικός λαός και οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να αισιοδοξούν για τη νέα τετραετία Κλίντον. Ιδιαίτερα καθώς η οικονομία δείχνει ότι για το επόμενο εξάμηνο τουλάχιστον θα συνεχίσει την ανοδική πορεία της, το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης θα καταρρίπτει καθημερινά και ένα ρεκόρ συναλλαγών και το δολάριο θα κατακτά τις ξένες αγορές με τον ίδιο ρυθμό με τον οποίο μόλις πριν από ένα χρόνο τις έχανε.
Ωστόσο η κατάσταση δεν είναι τόσο ρόδινη όσο δείχνουν αυτά τα στοιχεία. Είναι αλήθεια ότι την περασμένη Δευτέρα οι Ρεπουμπλικανοί φέρθηκαν άψογα και «υπεράνω κομματικών αντιλήψεων», αλλά στο Κογκρέσο είναι βέβαιον ότι η ρεπουμπλικανική πλειοψηφία θα φροντίσει να εξουδετερώσει πάλι οποιαδήποτε προεδρική πρωτοβουλία και νομοσχέδιο με τα οποία θα διαφωνεί. Ο Κλίντον δεν θα έχει τη δυνατότητα να στηριχθεί στον αμερικανικό λαό, ο οποίος μπορεί να υποστηρίζει τον Κλίντον αλλά είναι πολιτικά αδιάφορος. Είναι αμφίβολο αν θα μπορεί να στηριχθεί και να δραστηριοποιήσει το κόμμα του, αφού χρειάστηκε να παρέμβει ο ίδιος για να μπορέσουν οι Δημοκρατικοί να εκλέξουν την περασμένη Παρασκευή πρόεδρο. Η μεγάλη πλειονότητα των Δημοκρατικών βλέπει τον Κλίντον μάλλον ψυχρά, επειδή θεωρεί πολύ δίκαια ότι έχει μετακινηθεί προς τα δεξιά από το κέντρο, όπου τον θέλει. Ηταν χαρακτηριστική η σιωπή με την οποία την περασμένη Τρίτη οι Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο υποδέχθηκαν την ανακοίνωση του προέδρου ότι στον προϋπολογισμό του 1998 θα περικόψει τα κονδύλια της κοινωνικής πρόνοιας και της υγείας κατά 138 δισ. δολάρια. Μόνο οι Ρεπουμπλικανοί τον χειροκρότησαν και δεν παρέλειψαν να τονίσουν ότι «πλησίασε την πολιτική τους» ο πρόεδρος Κλίντον.
Αλλά οι Δημοκρατικοί είναι ενοχλημένοι και από την πρόθεση του προέδρου τους να τροποποιηθεί η νομοθεσία για τις εισφορές στο κόμμα ώστε να λείψουν οι απάτες και οι καταστρατηγήσεις του νόμου. Μεταξύ εκείνων που διαμαρτύρονται ότι μια νέα νομοθεσία θα δημιουργήσει προβλήματα για τους υποψηφίους μελλοντικών εκλογών είναι και ο αντιπρόεδρος Γκορ, πιθανός υποψήφιος για την προεδρία το 2000. Ωστόσο είναι ανάγκη να αποκατασταθεί κάποια ηθική τάξη στο ζήτημα της χρηματοδότησης των κομμάτων και η λαϊκή αξίωση είναι εντονότατη. Λίγοι όμως πιστεύουν ότι ο Κλίντον θα λάβει κάποια ουσιαστικά μέτρα και επισημαίνουν ότι η πρόθεσή του να απαγορευθεί στο μέλλον η εισφορά στα κόμματα από το εξωτερικό δεν έχει καμία έννοια στις ημέρες της παγκοσμιότητας της οικονομίας και του εμπορίου.
Το περιβάλλον του Λευκού Οίκου δεν δείχνει ιδιαίτερη ανησυχία για τα σκάνδαλα που εμπλέκουν τον πρόεδρο ή στενούς συνεργάτες του. Επιμένουν ότι είναι «κομματικό παιχνίδι της αντιπολίτευσης» και αφήνουν να εννοηθεί ότι το οποιοδήποτε (ερωτικό ή οικονομικό) σκάνδαλο Κλίντον «εξουδετερώνεται» από το σκάνδαλο Γκίνγκριτς, ο οποίος ήδη βρέθηκε ένοχος από τους συναδέλφους του και καταδικάστηκε. Δεν λείπουν όμως και εκείνοι που υπενθυμίζουν ότι τα σκάνδαλα των προέδρων αποκαλύπτονται στη δεύτερη τετραετία τους του Νίξον το Γουοτεργκέιτ, του Ρίγκαν το σκάνδαλο Ιράν – «Κόντρας».
Από τον λόγο του μετά την ορκωμοσία αλλά και από πληροφορίες που διοχετεύονται τις τελευταίες ημέρες από τον Λευκό Οίκο γίνεται φανερό ότι ο πρόεδρος Κλίντον αντιλαμβάνεται πως από το εσωτερικό θα πρέπει να αρχίσει για να δημιουργηθεί «η γέφυρα», όπως την ονόμασε, της προσέγγισης της Αμερικής στον 21ο αιώνα. Με πολύ μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση από ό,τι το 1993 και με πλούσια εμπειρία ο πρόεδρος εμφανίστηκε υπεράνω κομμάτων. Παρακίνησε Ρεπουμπλικανούς και Δημοκρατικούς να σταματήσουν τα «αλληλομαχαιρώματα», καθησύχασε τους Φιλελευθέρους βεβαιώνοντας ότι ο οικονομικός ορίζοντας είναι απέραντος γι’ αυτούς και ικανοποίησε την «αριστερή» πτέρυγα τονίζοντας ότι θα υπάρχει πάντοτε «κράτος», δηλαδή κρατικός οικονομικός τομέας, έστω και μικρός.
Και, βεβαίως, δεν μπορεί να αγνοήσει τις προειδοποιήσεις από τους ίδιους τους αρμόδιους υπουργούς του ότι η ανισομερής οικονομική κατάσταση της οικονομικής κοινωνίας θα απειλήσει την ίδια την οικονομία και το σύνολο των Αμερικανών. Τα ελλείμματα του προϋπολογισμού μειώθηκαν εντυπωσιακά τα δύο τελευταία χρόνια, αλλά δεν εξαλείφθηκαν. Και θα ήταν «εγκληματικό σφάλμα» να κοπούν τα κονδύλια της πρόνοιας, της παιδείας και της προστασίας του περιβάλλοντος για να ισοσκελιστεί ο προϋπολογισμός, τόνισε ακριβώς την παραμονή της ορκωμοσίας του προέδρου Κλίντον ο υπουργός Εργασίας Ρόμπερτ Ρίιτς.
Ο πρόεδρος Κλίντον δεν έκρινε ότι έπρεπε να θίξει ζήτημα εξωτερικής πολιτικής στον λόγο του. Γι’ αυτά θα μιλήσει στην κοινή συνεδρίαση Γερουσίας και Βουλής την άλλη εβδομάδα. Αλλά από το στενό περιβάλλον του, από δημοσιεύματα στον Τύπο και από άλλες πηγές δεν είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς ότι η εξωτερική πολιτική της δεύτερης τετραετίας Κλίντον θα καθορίζεται κυρίως από τον παράγοντα «εμπορικό και οικονομικό ενδιαφέρον», ακριβώς όπως στις δεκαετίες του Ψυχρού Πολέμου καθοριζόταν από τον παράγοντα «ασφάλεια και ισορροπία» (του τρόμου, συνήθως).
Οι σχέσεις με την Κίνα, την Ευρωπαϊκή Ενωση, τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπως και η «ισορροπία ειρήνης» στη Μέση Ανατολή, θα είναι οι πρώτες προτεραιότητες της νέας ηγεσίας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Αν κρίνει κανείς από την αρθρογραφία των «New York Times», το πρόβλημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν θα εμποδίζει πλέον την ακόμη μεγαλύτερη προσέγγιση και εμπορική συνεργασία με την Κίνα. Λογικό είναι να ισχύει το ίδιο και στις σχέσεις της Ουάσιγκτον με άλλες χώρες, λ.χ. την Τουρκία, που δεν φημίζονται για την προσήλωσή τους στη δημοκρατία.
Η Ευρώπη ασφαλώς θα απασχολήσει κατά προτεραιότητα την κυβέρνηση Κλίντον την ερχόμενη τετραετία. Η τοποθέτηση των Πίκερινγκ και Αϊζενστατ σε θέσεις – κλειδιά του Στέιτ Ντιπάρτμεντ είναι πειστική ένδειξη. Η διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς και η διατήρηση καλών σχέσεων ταυτόχρονα με τη Ρωσία όπου η ανασφάλεια από την κατάσταση της υγείας του προέδρου Γέλτσιν είναι πλέον ολοφάνερη θα αποτελέσουν τον μόνιμο στόχο του προέδρου Κλίντον. Μια πιο συγκεκριμένη ιδέα του τι γίνεται στο Κρεμλίνο θα έχει ο αντιπρόεδρος Γκορ, ο οποίος θα επισκεφθεί τη Μόσχα στα μέσα Φεβρουαρίου. Οι εκτιμήσεις του ασφαλώς θα προσδιορίσουν και την πολιτική ευελιξία της Ουάσιγκτον απέναντι στη Ρωσία και απέναντι στον Γέλτσιν. Τι μπορεί να περιμένει η Ελλάδα από την Ουάσιγκτον
Συζητώντας με γερουσιαστές, βουλευτές και άλλα πολιτικά στελέχη από τα δύο κόμματα λίγο μετά το επίσημο γεύμα στο Κογκρέσο, μετά την ορκωμοσία του, ο πρόεδρος Κλίντον επεσήμανε ότι η «πολιτική εικόνα» της Αμερικής στον κόσμο θα ενισχυθεί αποφασιστικά αν οι ΗΠΑ ασχοληθούν περισσότερο με την πρόληψη των κρίσεων αντί να παίζουν τον «ρόλο του πυροσβέστη». Ο πρόεδρος δεν προχώρησε περισσότερο, αλλά για το ακροατήριό του ήταν φανερό προς ποια κατεύθυνση θα ρίξει το βάρος της η αμερικανική διπλωματία στη δεύτερη τετραετία Κλίντον.
Η Ελλάδα και γενικότερα ο ευρύτερος χώρος της ΝΑ Ευρώπης και της Ανατ. Μεσογείου ασφαλώς θα αισθανθούν ανακούφιση αν πραγματικά το Στέιτ Ντιπάρτμεντ εφαρμόσει «προληπτική διπλωματία». Ετσι κι αλλιώς όμως θέματα που ενδιαφέρουν ιδιαίτερα την Ελλάδα είναι στην ατζέντα της νέας υπουργού Εξωτερικών χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι είναι και αμέσου προτεραιότητος για την κυρία Ολμπράιτ, όπως ισχυρίζονται μερικοί. Η Ουάσιγκτον άλλωστε είναι ενοχλημένη από τη νέα ένταση που σημειώθηκε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ταυτόχρονα όμως αντιλαμβάνεται ότι οι δυνατότητές της να επηρεάσει πολιτικά την κατάσταση στην περιοχή περιορίζονται όλο και περισσότερο.
Η κυρία Ολμπράιτ έχει ασφαλώς πληρέστερη γνώση του Κυπριακού και του προβλήματος του Αιγαίου από ό,τι ο προκάτοχός της κ. Κρίστοφερ. Τρέφει όμως πολύ ισχυρότερη απέχθεια για τους ισλαμιστές της Αγκυρας από ό,τι η γραφειοκρατία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και οι σχέσεις της με την κυρία Τσιλέρ η οποία ήταν από τις πρώτες που τη συνεχάρη τηλεγραφικώς δεν είναι σπουδαίες. Εξάλλου έναντι των Κυπρίων είναι πολύ επιφυλακτική, δεν τους θεωρεί «συνεργάσιμους», και έχει αρχίσει να αμφιβάλλει ότι η Αθήνα θα ήταν δυνατόν να επηρεάσει τους Κυπρίους «προς μια λογική πολιτική», το περιεχόμενο της οποίας ωστόσο δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει.
Δημοκρατικά στελέχη του Κογκρέσου και άλλα πρόσωπα που έχουν κάποια αξιόλογη επικοινωνία με την υπουργό Εξωτερικών βεβαιώνουν ότι ο πρόεδρος Κλίντον έχει δώσει «σαφείς οδηγίες» για να προωθηθεί το Κυπριακό, πιστεύοντας ότι η λύση του θα λύσει (περίπου) αυτομάτως και άλλα προβλήματα στην περιοχή, άποψη την οποία ασπάζεται η νέα πολιτική ηγεσία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Σαφέστερες και σοβαρότερες πρωτοβουλίες της Ουάσιγκτον πρέπει να αναμένονται και μάλιστα στους πολύ προσεχείς μήνες στην περιοχή της ΝΑ Ευρώπης. Καθώς η «φιλοσοφία» της νέας κυβέρνησης Κλίντον είναι η υποστήριξη των εμπορικοοικονομικών συμφερόντων των ΗΠΑ και καθώς χώρες όπως η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Σερβία, η Αλβανία και η πΓΔ Μακεδονίας θεωρούνται παρθένο έδαφος για τις ΗΠΑ, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αναμένει «διευκρίνιση» της κατάστασης στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία για να προωθήσει «πολιτικές ενεργού συμμετοχής» στη βορείως της Ελλάδας περιοχή.
(Ας σημειωθεί εδώ ότι, σύμφωνα με επίσημα αμερικανικά στοιχεία, οι αμερικανικές επενδύσεις τον Μάιο του 1996 ήταν στην Τουρκία 268,3 εκατ. δολάρια, στην Αλβανία 14,2 εκατ. δολάρια και στην Ελλάδα περίπου 34 εκατ. δολάρια).
Ωστόσο τίποτε συγκεκριμένο δεν μπορεί να γραφεί αυτή τη στιγμή για τις προθέσεις, τα σχέδια και τις πρωτοβουλίες της νέας ηγεσίας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ εκτός από τις γενικές κατευθύνσεις της πολιτικής του προέδρου Κλίντον. Η κατάσταση θα αρχίσει να διευκρινίζεται με τον Λόγο προς το Εθνος (State of the Union) που κατά παράδοση θα εκφωνήσει ο πρόεδρος σε κοινή συνεδρίαση Γερουσίας και Βουλής την ερχόμενη εβδομάδα. Στην Ουάσιγκτον υπάρχουν αξιόλογες πηγές που έχουν λόγους να πιστεύουν ότι ο πρόεδρος Κλίντον θα διαδηλώσει το ενδιαφέρον του για λύση του Κυπριακού και αποκλιμάκωση της κρίσης στο Αιγαίο.
Σε ερώτηση που υπέβαλε «Το Βήμα» προς αξιωματούχο του Λευκού Οίκου σχετικά με τα ταξίδια του προέδρου Κλίντον στο εξωτερικό η απάντηση ήταν ότι ο πρόεδρος δεν σχεδιάζει πολλά ταξίδια στο εξωτερικό αλλά έχει ήδη αποφασίσει επίσημες επισκέψεις στη Νότια Αμερική και στην Κίνα το καλοκαίρι.



