ΜΕ ΦΟΒΟ Θεού και συχωριανού, ορισμένοι εκμυστηρεύονται ότι είχαν δει την 24χρονη απεγνωσμένη κοπέλα, κοντά στη στάνη, να τολμά κάτι που δεν το χωράει ανθρώπου της πόλης νους. Με τα τσουβάλια του καλαμποκιού στηριγμένα στο στέρνο της να σπρώχνει προς τα κάτω τη φουσκωμένη κοιλιά της, προσπαθώντας μάταια να ρίξει τον καρπό της παράνομης σχέσης…


Ενας άλλος, ρίχνοντας κλεφτές ματιές τριγύρω του, δείχνει διστακτικά σε δύο παραπήγματα στην άκρη του χωριού ψιθυρίζοντας ότι «εκεί έγινε το κακό και έμεινε έγκυος το άμοιρο κορίτσι». Η αλήθεια όμως σε τούτα τα μέρη λέγεται πάντα μισή. Και η μισή αλήθεια είναι ψέμα.



«Τη βλέπεις τούτη την πηγή από τα κάτω του χωριού; Πίνουμε όλοι από δαύτην το αμίλητο νερό»


Η παπαδιά αποθάρρυνε καθέναν που περίμενε στό το χωριό – αετοφωλιά στον κακοτράχαλο Ερύμανθο να ξεδιψάσει την περιέργειά του. Ο θάνατος της Κωστούλας Τσιφρήκα το ξημέρωμα της Τρίτης πριν από δύο εβδομάδες, όπως ο χαμός του πατέρα της, ο περίεργος θάνατος της θείας της, ήταν υπόθεση του Κακοταρίου. Και αλίμονο αν κάποιοι άφηναν όποιον ρωτάει, και ας ήταν κοντοχωριανός, αστυνομικός ή δημοσιογράφος, να μάθει κάτι…


Η έρευνα, η ανατομία ενός θανάτου, ενός πιθανολογούμενου εγκλήματος έμοιαζε να είναι στο μέρος αυτό, με τους δικούς του άγραφους αλλόκοτους νόμους, ό,τι πιο ανεπιθύμητο.


Οταν το ασθενοφόρο περνούσε εκείνο το χάραμα μέσα από τον χώρο του μεγάλου γλεντιού του διπλανού χωριού για τον γάμο του μεγαλοκτηνοτρόφου Φάνη Τζήρου, όταν κάποιοι ζήτησαν το ξημέρωμα από τον θείο του κοριτσιού να σταματήσει επιτέλους το τραγούδι και να τρέξει στο σπίτι της κυρα-Παναγιώτας γιατί «κάτι έχει το μεγάλο κορίτσι», ίσως όλοι ήξεραν ότι τότε τελείωναν και άρχιζαν όλα για την ερμητικά κλειστή μικροκοινωνία του χωριού. Τα νταούλια σταμάτησαν μεμιάς και άρχισαν οι ψίθυροι.


Το χωριό κλεινόταν στον αλλόκοτο εαυτό του… Το ελαφρύ ανασήκωμα των ώμων, το στόμα που σφίγγει, ένα βλέμμα σκληρό να καρφώνεται στα μάτια σου.


Κανένας από την οικογένειά της δεν άκουσε το βογγητό της Κωστούλας, κόρης της χήρας κυρα-Φιλίππαινας, που ξεψυχούσε το βράδυ εκείνης της Δευτέρας από ένα δηλητήριο που ήταν για να σκοτώνει αλεπούδες. Από το σπίτι έλειπε μόνο ο μεγάλος γιος, ο Νίκος, που γλεντούσε με παραπανίσιο κέφι και έτρωγε μετά μανίας, όπως μας διαβεβαίωσαν όσοι συμμετείχαν στον γάμο του διπλανού χωριού.


Και έτσι να απορούν πώς είναι δυνατόν να ισχυρίσθηκε ότι «πήγε να ξυπνήσει την αδελφή του για να του βάλει να φάει και εκεί διαπίστωσε ότι είναι παγωμένη».


Κανένας δεν έδειχνε να πιστεύει ότι η μάνα, η κυρα-Παναγιώτα, ομολόγησε το φαρμάκωμα του κοριτσιού της, που μεγάλωσε με περισσή φροντίδα.


Ο θάνατος του άνδρα της του Φίλιππα ­ που τον είχε γνωρίσει πριν από 25 χρόνια στο χωριό της στις όχθες του ποταμού Λούρου και ήταν, σύμφωνα με τα τότε ισχύοντα, εξόριστος στην Πρέβεζα κατηγορούμενος για ζωοκλοπή ­ την είχε σημαδέψει βαθιά. Πάντα η Παναγιώτα Τσιφρήκα πίστευε ότι τον άνδρα της τον σκότωσε εν ψυχρώ το ένα από τα τρία αδέλφια του, ο Θόδωρος ­ η άλλη αδελφή του Αγγελική πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε κατά λάθος από το παιδί της ­, και ποτέ δεν μπορούσε να «χωνέψει» την απόφαση του δικαστηρίου της Πάτρας (σ.σ.: σχετική αναφορά για την άνευ προηγουμένου πράγματι ποινική διαδικασία σε άλλη στήλη), που τον καταδίκασε μόνο για φόνο «εξ αμελείας» σε εξαγοράσιμη ποινή.


Ο χαμός όμως του συζύγου και πατέρα φαίνεται ότι ένωσε τη μάνα με τα παιδιά αλλά και απομόνωσε την οικογένεια από τους περισσότερους συγγενείς και συγχωριανούς. Τα δύο αγόρια, ο Νίκος και ο Γιώργος, και τα δύο κορίτσια, η Κωστούλα και η Δήμητρα, δεν ήξεραν τίποτε άλλο εκτός από το να πηγαίνουν τα «πράματα στο βουνό». Η Κωστούλα, κορίτσι σκυθρωπό και αγέλαστο, σπάνια έλεγε ένα «γεια» στους συγχωριανούς και περνούσε δίπλα τους με σκυμμένο το κεφάλι. Χανόταν με το κοπάδι στις πλαγιές του πέτρινου βουνού και γυρνούσε το σούρουπο.


Μάταια προσπαθούσαν κάποιες μακρινές εξαδέλφες της να την παρασύρουν σε κάποιο γλέντι, «να μάθει πώς να φέρεται στα αρσενικά» και «να πάρει λίγες χαρές από τη ζωή».


Εκείνη αρνιόταν, απαρνιόταν τα πάντα…


Ο μόνος που είχε ενδιαφερθεί γι’ αυτήν ήταν ο άνθρωπος που παντρευόταν τη νύχτα όπου η Κωστούλα άφηνε την τελευταία της πνοή: ο Φάνης! Την είχε δει πριν από τέσσερα χρόνια έξω από το σπίτι της και με προξενητή έναν συγχωριανό του τη ζήτησε πριν από δύο χρόνια σε γάμο. «Ηταν καλή περίπτωση» – μας είπε- «η Κωστούλα, γιατί πού να βρεις γυναίκα που να σε βοηθάει στα χωράφια σήμερα, αφού όλες θέλουν λούσα και πολιτείες».


Η μάνα όμως αρνήθηκε τον γάμο, χωρίς να εξηγήσει και πολλά.


Αυτή την πρόταση γάμου θυμήθηκαν κάποιοι χωριανοί, φίλοι της κυρα Παναγιώτας, και όταν έφτασαν αστυνομικοί από το Τμήμα της Αρχαίας Ολυμπίας στο Κακοτάρι έσπευσαν να τους ενημερώσουν ότι «μάλλον το κορίτσι αυτοκτόνησε γιατί δεν άντεξε το μαράζι από τον γάμο του Φάνη».


Με εκείνον όμως να ανταπαντά ότι «όποιος είχε σκεφθεί το κακό, επίτηδες το έκανε την ημέρα του γάμου μου για να πουν ότι φαρμακώθηκε για χάρη μου».


Οι αστυνομικοί όμως δεν στάθηκαν στις συμπτώσεις και στην προμελέτη, έτσι ώστε ο θάνατος να συμπέσει με το τρικούβερτο γλέντι. Η διαπίστωση ότι η νεκρή ήταν οκτώ μηνών έγκυος τους έβαλε σε υποψίες. Η κυρα-Παναγιώτα δήλωνε στην αρχή την ανήξερη για το πώς φαρμακώθηκε η κόρη της, αλλά άρχισε να μπερδεύει ποια παιδιά και τι έφαγαν στο γεύμα και στο δείπνο εκείνη την ημέρα. Οι αντιφάσεις και η κατάθεση της εννιάχρονης κόρης της την οδήγησαν στην ομολογία: «Σέρβιρα φακές στα πιάτα όλων, αλλά έβαλα “Φουραντάν” στο πιάτο του κοριτσιού μου». Και η εκ μέρους της αναφορά του είδους του δηλητηρίου που χρησιμοποίησε και το οποίο ανιχνεύθηκε τα επόμενα εικοσιτετράωρα δεν επιτρέπουν ­ όπως ανέφεραν αστυνομικοί ­ «καμία δυνατότητα ουσιαστικής ανάκλησης της ομολογίας της».


Στο Κακοτάρι κάποιοι είχαν προσέξει, από μέρες, ότι φούσκωνε η κοιλιά της «μικρόσωμης» Κωστούλας. Γι’ αυτό ήταν σίγουροι, όπως και ότι η κόρη της Παναγιώτας δεν είχε τίποτα με κανέναν από το χωριό.


Η Παναγιώτα, «γυναίκα πέτρινη» όπως τη χαρακτήρισε άνθρωπος εκτός του χωριού που την ήξερε καλά! Ηξερε τίνος ήταν το παιδί και της ζητούσε να το «ρίξει». Φοβόταν τη «μεγάλη ντροπή» και της πρότεινε να πάνε στην Πάτρα σε ένα γιατρό να «βγάλει αυτό το παλιόπραμα από μέσα της». Είχε ένα μικρό κομπόδεμα μερικών εκατομμυρίων, έφταναν και με το παραπάνω «να καθαρίσουν το κορμί του κοριτσιού από τη μεγάλη αμαρτία». Ετρεμε στην ιδέα της «ξεφτίλας», καθώς συχνά έλεγε…


Η Κωστούλα δεν θα μπορούσε να κάνει ό,τι κάποια κορίτσια από τις ορεινές αυτές περιοχές, που χάνονται δύο ημέρες από το χωριό και πηγαίνουν στα νοσοκομεία της πόλης, γεννούν και αφήνουν το ανεπιθύμητο δημιούργημα της παράνομης σχέσης τους για υιοθεσία.


Τότε θα ήταν ήδη αργά, θα είχε μαθευτεί η αλήθεια και τα λόγια του χωριού θα ήταν αβάσταχτα.


Εκείνη ήθελε να κατεβεί στη μεγάλη πόλη, στην Πάτρα, παρ’ ότι ­ όπως μας είπαν γιατροί της πόλης ­ οι περισσότερες κοπέλες από τα γύρω χωριά προτιμούν να πηγαίνουν στην Αθήνα, όπου είναι σίγουρο ότι στο χάος της πρωτεύουσας δεν θα τους δει κανένα περίεργο μάτι. Μια εκδρομή τάχα για ψώνια στα εμπορικά της μεγαλούπολης και το δυσβάσταχτο φορτίο του κορμιού και της ψυχής έχει φύγει. Η Κωστούλα, όμως, δεν ήθελε να το συζητήσει μαζί της, απέφευγε να της μιλήσει.


Η Παναγιώτα ένιωθε ότι πλησίαζε το χειρότερο. Ωσπου ήλθε εκείνο το μοιραίο βράδυ της Δευτέρας. Ο θάνατος θα κρατούσε το μυστικό, θα έδιωχνε την ντροπή, τη μομφή των συγχωριανών…


Την επομένη κανένας «δεν μπορούσε να πιστέψει ότι έγινε ετούτο το κακό». Κανένας δεν είχε καταλάβει τίποτα. Αλλά και κανένας, όπως είπαν αυτοί που παρακολούθησαν την κηδεία του κοριτσιού, δεν έχυσε ούτε ένα δάκρυ! Μια απίστευτη ιστορία στο παρασκήνιο της τραγικής υπόθεσης του Κακοταρίου Ενα πρωτοφανές κατηγορητήριο


«ΤΟΝ πυροβόλησε στο κεφάλι, μη προβλέποντας ότι θα τον κτυπούσε και εκείνος θα έπεφτε κάτω, θα κτύπαγε το κεφάλι του στο πάτωμα και το κτύπημα αυτό της πτώσης θα ήταν μοιραίο!».


Ενα πρωτοφανές, ακατανόητο, που εγγίζει τα όρια του νομικά απίστευτου, κατηγορητήριο, συνοδευόμενο από μια περίεργη ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη ­ η οποία επιχειρεί να ορίσει και να στοιχειοθετήσει με ένα εκπληκτικό από πάσης απόψεως σκεπτικό την «αμέλεια» του Θεόδωρου Τσιφρήκα για τον θάνατο προ 9 ετών του αδελφού του Φιλίππου, συζύγου της «φόνισσας» του Κακοταρίου ­, αποκαλύπτεται στο περιθώριο και στο παρασκήνιο της πρόσφατης υπόθεσης δηλητηρίασης της 24χρονης Κωστούλας Τσιφρήκα.


Κάτοικοι του χωριού μιλούσαν για την περίεργη δικαστική εξέλιξη της διερεύνησης των συνθηκών θανάτου του Φιλίππου Τσιφρήκα, που έπεσε νεκρός στις 24 Ιουλίου 1988 από πυροβολισμούς που έριξε ο αδελφός του την ώρα όπου έφευγαν από το καφενείο του χωριού.


Κάποιοι αναφέρονταν μάλιστα ανοιχτά σε «άνωθεν πιέσεις για την απαλλαγή του Θεόδωρου Τσιφρήκα», που τελικά καταδικάστηκε σε εξαγοράσιμη ποινή. Σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα αυτόπτες μάρτυρες ανέφεραν ότι τα δύο αδέλφια αποχωρούσαν με τη συντροφιά τριών φίλων τους ­ των Κ. Πατρώνα, Γ. Κορίζη και Γ. Αναστασόπουλου ­, οι οποίοι κατέθεσαν στην Αστυνομία ότι, αφού ο αδελφός του θύματος έριξε με ένα «κολτ» δύο πιστολιές στον αέρα, πυροβόλησε άλλες δύο φορές με αποτέλεσμα ο αδελφός του να πέσει ακαριαία νεκρός στη μέση του χωριού, με δύο μεγάλα τραύματα στο κεφάλι.


Η ιατροδικαστική έκθεση ­ στις 31.10.1988 ­ ενός παθολόγου και ενός χειρουργού ανέφερε ότι τα τραύματα δεν προέρχονταν από σφαίρα αλλά από την πτώση του άτυχου Φιλίππου Τσιφρήκα.


Το δυσεξήγητο κατηγορητήριο που συντάχθηκε για φόνο εξ αμελείας εναντίον του Θεόδωρου Τσιφρήκα ανέφερε επί λέξει τα εξής εκπληκτικά για την… «αμέλεια» του δράστη:


«Κατηγορείται ότι κρατώντας πυροβόλο πυροβολούσε άσκοπα στον αέρα προς την κατεύθυνση που εκινείτο ο ανωτέρω παθών – αποβιώσας Φίλιππος Τσιφρήκας χωρίς να προβλέψει ενώ ώφειλε και μπορούσε να προβλέψει κάτι τέτοιο ότι κάποιες σφαίρες μπορούσαν να πέσουν πάνω στον αποβιώσαντα, να φοβηθεί και να πέσει στο έδαφος κι από το πέσιμο να τραυματισθεί θανάσιμα και ειδικότερα δύο από τις σφαίρες που έριξε στον αέρα να πέσουν στο κεφάλι του Φίλιππα Νικ. Τσιφρήκα, με αποτέλεσμα να φοβηθεί ούτος, να πέσει στο έδαφος κι από την πτώση να υποστεί κυκλοτερές(!) τραύμα κατά τη δεξιά μετωπιαία χώρα ως και μεγαλύτερο τοιούτο κατά την δεξιά βρεγματική χώρα».


Ανεπανάληπτο σκεπτικό!


«Εκφράζω την απορία μου πώς γίνεται ταυτόχρονα με τον πυροβολισμό να πέφτει το θύμα και οι ιατροδικαστές να αποκλείουν ότι εβλήθη από το πυροβόλο όπλο», ανέφερε ο τότε νομικός εκπρόσωπος της οικογενείας Τσιφρήκα κ. Θεόδωρος Αντωνόπουλος.


Σημειώνεται ότι στην εν λόγω δικογραφία περιλαμβάνεται και κατάθεση της πρωταγωνίστριας της πρόσφατης υπόθεσης Παναγιώτας Τσιφρήκα, η οποία κατηγόρησε τον κουνιάδο της για ενέργεια εκ προθέσεως, ο οποίος, σύμφωνα με την κατάθεση της, πραγματοποίησε παλαιότερη απειλή του.