ΜΙΑ κρίση υποβόσκει στην Ευρωπαϊκή Ενωση, λίγες μόλις ώρες μετά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Νόρτβικ της Ολλανδίας και λίγες ημέρες πριν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Αμστερνταμ.
Οι διαφωνίες μεταξύ των «15» επί βασικών θεμάτων της αναθεώρησης της Συνθήκης του Μάαστριχτ εξακολουθούν να υπάρχουν, κυρίως στα θέματα της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και της Πολιτικής της Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) αλλά και της Ευελιξίας και στον ρόλο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι διαφωνίες αυτές μπορεί να μην είναι ευδιάκριτες σε όλη τους την έκταση, δείχνουν όμως ότι μπορεί να οδηγήσουν σε κρίση την ΕΕ.
Ωστόσο, στις πρωτεύουσες των κρατών – μελών της ΕΕ εκδηλώνεται αισιοδοξία για το τελικό αποτέλεσμα στο Αμστερνταμ, δεδομένου ότι ο γερμανογαλλικός άξονας δείχνει αποφασισμένος να υπάρξει νέα συνθήκη επί ολλανδικής προεδρίας.
Από την πλευρά της η Ελλάδα κατέβαλε συστηματικές προσπάθειες τόσο στις 15 υπουργικές συναντήσεις και στις 35 συνεδριάσεις που πραγματοποιήθηκαν για τη Διακυβερνητική Διάσκεψη όσο και στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, προκειμένου να περάσουν οι εθνικές θέσεις. Προς αυτή την κατεύθυνση έχει σημειωθεί αξιόλογη πρόοδος για την ΚΕΠΠΑ, τη στήριξη των νησιωτικών περιοχών, την προστασία της ελληνικής ναυτιλίας από τον ανεξέλεγκτο ανταγωνισμό και την επαρκή προστασία του πολίτη της ΕΕ.
Οπως αναφέρεται από το υπουργείο Εξωτερικών, έχουν κερδηθεί ως τώρα αρκετά και θα κερδηθούν και άλλα ως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Αμστερνταμ. Στις 3 Ιουνίου θα είναι έτοιμο το σχέδιο της αναθεωρημένης συνθήκης Πού συμφωνούν και πού διαφωνούν
Η ΝΕΑ συνθήκη, η οποία θα αντικαταστήσει εκείνη του Μάαστριχτ, θα είναι έτοιμη, εκτός απροόπτου, στις 17 Ιουνίου στο Αμστερνταμ, οπότε θα ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις των «15» και τυπικά. Ουσιαστικά όμως οι διαπραγματεύσεις θα ολοκληρωθούν εντός των προσεχών ημερών, δηλαδή έξι μήνες μετά την ουσιαστική έναρξή τους, αν και πολλοί υποστηρίζουν ότι οι διαπραγματεύσεις άρχισαν την επομένη της συμφωνίας επί της Συνθήκης του Μάαστριχτ.
Εν πάση περιπτώσει, το πρώτο γενικό σχέδιο της νέας συνθήκης παρουσιάστηκε επί ιρλανδικής προεδρίας, στο Δουβλίνο, στις 13 και 14 Δεκεμβρίου 1996. Εκτοτε το σχέδιο αυτό υπέστη αρκετές τροποποιήσεις μικρού ή μεγάλου ενδιαφέροντος. Το αρχικό σχέδιο συνθήκης περιελάμβανε αρκετά θετικά στοιχεία, όπως εκτιμήθηκε από την πλειονότητα των κρατών – μελών, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Ειδικά η ελληνική πλευρά εκτίμησε ότι το σχέδιο περιλαμβάνει τις εθνικές μας θέσεις σε σχετικά ικανοποιητικό βαθμό, διότι γίνονταν αναφορές στη διαφύλαξη της ακεραιότητας της Ευρωπαϊκής Ενωσης, στην απασχόληση, στην αναγκαιότητα στήριξης των νησιών τής ΕΕ, στη δημιουργία ενός χώρου ασφαλείας και δικαιοσύνης κλπ.
Ωστόσο, το σχέδιο αυτό δεν «έμπαινε στα βαθιά», αφού δεν συμπεριελάμβανε σχέδια άρθρων για τα θεσμικά και ειδικότερα για την ευελιξία, για τον απλό λόγο ότι δεν ήθελε να οδηγήσει σε αδιέξοδο τις διαπραγματεύσεις, αφού οι αντιθέσεις μεταξύ των «15» επί των θεσμικών θεμάτων ήταν μεγάλες.
Από 1.1.1997, οπότε ανέλαβε την προεδρία του Συμβουλίου Υπουργών τής ΕΕ η Ολλανδία, εντάθηκαν οι προσπάθειες για την προσέγγιση των «15» για την ευελιξία, τη σύνθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τον αριθμό των επιτρόπων, την αναστάθμιση των ψήφων, την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Ασφαλείας κλπ. Ετσι, τον Μάρτιο, στην υπουργική σύνοδο που πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη, με την ευκαιρία των εορτασμών για τη συμπλήρωση 40 ετών από την υπογραφή της συνθήκης ίδρυσης της (τότε) ΕΟΚ, υπεβλήθη από την προεδρία κείμενο «προσθήκης» στο σχέδιο συνθήκης, ενώ παράλληλα συνεχίστηκαν οι διαδικασίες απλούστευσης και κωδικοποίησης των συνθηκών.
Τώρα, εκτός της ΚΕΠΠΑ, υπάρχουν ήδη έτοιμα αρκετά άρθρα, η τελική έγκριση των οποίων είναι σχεδόν βεβαία. Η νέα συνθήκη δεν αναφέρεται μόνο στην ΚΕΠΠΑ, αλλά και στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, στην επικουρικότητα, στο περιβάλλον, στη χρηματοδότηση των διευρωπαϊκών δικτύων, στην καταπολέμηση της απάτης, στη ρήτρα κατά των διακρίσεων, στην παραβίαση των αρχών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, στην ισότητα των δύο φύλων κλπ. Ολα τα ανωτέρω θα συζητηθούν εκ νέου αρκετές φορές ως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Αμστερνταμ.
Σύμφωνα με την ολλανδική προεδρία, πλήρες σχέδιο συνθήκης θα παρουσιασθεί στην υπουργική συνάντηση του Λουξεμβούργου, στις 2-3 Ιουνίου, και αμέσως μετά θα υπάρξει συνάντηση των εκπροσώπων των υπουργών Εξωτερικών.
Από τις τελευταίες συναντήσεις των εκπροσώπων προκύπτει ότι για μια σειρά θέματα (εξωτερικές οικονομικές σχέσεις, δράση Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – ΔΕΚ, νομική προσωπικότητα Ενωσης) υφίστανται ακόμη αρκετές διαφορές.
Αντίθετα, έχει επέλθει συμφωνία μεταξύ των «15» στο θέμα της ενσωμάτωσης του κεκτημένου στη Συνθήκη του Σένγκεν, αν και υπάρχουν ορισμένα νομοτεχνικής φύσης θέματα προς επίλυση.
Σε ό,τι αφορά τις διαφορές μεταξύ των «15», προέκυψαν τα εξής: για τις εξωτερικές οικονομικές σχέσεις η ολλανδική προεδρία προτείνει να υπαχθούν πλήρως οι υπηρεσίες και τα θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας στις αποκλειστικές αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπως ισχύει για το εξωτερικό εμπόριο. Η Ελλάδα (λόγω του ενδιαφέροντός της για τη ναυτιλία) είναι αντίθετη με τη ρύθμιση αυτή, ενώ και άλλες χώρες (Γαλλία, Πορτογαλία) διαφωνούν. Οι περισσότερες χώρες όμως (Ιταλία, Αυστρία, Σουηδία, Λουξεμβούργο, Βέλγιο) συμφωνούν με την τοποθέτηση της ολλανδικής προεδρίας, όπως άλλωστε και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Για το ΔΕΚ οι διαφορές έγκεινται στο γεγονός ότι οι μισές χώρες ζητούν την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του δικαστηρίου και οι άλλες μισές τον «περιορισμό» τους. Η ολλανδική προεδρία, προκειμένου να μη «φορτώνεται» το ΔΕΚ με τεράστιο αριθμό προσφυγών κατά των αποφάσεων εθνικών δικαστηρίων, επιχειρεί στη νέα Συνθήκη να αναφέρεται ότι το δικαστήριο θα πρέπει να περιορισθεί στην ερμηνεία, αν του ζητείται, διατάξεων ορισμένων άρθρων της νέας συνθήκης. Η ερμηνεία που θα δίνει το ΔΕΚ δεν θα θίγει τις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων από τις οποίες προκλήθηκε το αίτημα ερμηνείας. Το θέμα είναι πολύπλοκο και θα απασχολήσει εκ νέου τους «15».
Εξάλλου, το θέμα της νομικής προσωπικότητας της ΕΕ μπορεί «να μη λέει πολλά πράγματα για το ευρύ κοινό», ωστόσο είναι ένα θέμα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ορισμένες χώρες υποστηρίζουν ότι, αν υπάρξει «συγχώνευση» της ΕΕ με την ΕΚΑΧ και την EURATOM, τότε θα διευκολύνεται η εξωτερική δράση των «15» ακόμη και στα θέματα της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και της Πολιτικής Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ). Ορισμένες χώρες, όπως η Δανία και η Γαλλία, είναι αντίθετες με την πλήρη ισχυροποίηση της ΕΕ μετά τη «συγχώνευση». Και αυτό το θέμα θα επανέλθει κατά επανάληψη προς συζήτηση.
Είναι σαφές λοιπόν ότι οι διαπραγματεύσεις «δεν αρχίζουν και δεν τελειώνουν» στα θέματα της ΚΕΠΠΑ, όπως δυστυχώς πιστεύεται από πολλούς. Η κρίσιμη αρχή της ευελιξίας
Η ΕΥΕΛΙΞΙΑ, δηλαδή η δυνατότητα ορισμένων χωρών – μελών να εφαρμόζουν πολιτικές χωρίς τη συγκατάθεση ή την έγκριση των υπολοίπων, κατέστη σταδιακά το υπ’ αριθμόν ένα θέμα προς συζήτηση στην Ευρωπαϊκή Ενωση, αφού ακόμη και η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) στην εφαρμογή της θα αποφασισθεί ή όχι μέσω της ευελιξίας.
Σημειώνεται ότι την ευελιξία προώθησαν συστηματικά οι ισχυρότερες χώρες και ειδικότερα η Γερμανία, αλλά και η Γαλλία και η Ολλανδία κατά τη διάρκεια άσκησης των καθηκόντων της προεδρίας της. Στην προσπάθεια των ισχυροτέρων χωρών να εφαρμοσθεί η ευελιξία, κατά καιρούς βρέθηκαν διάφορες «εναλλακτικές φράσεις», όπως ενισχυμένη συνεργασία ή διευρυμένη συνεργασία ή αποφασιστική συνεργασία και άλλες λιγότερο «βατές».
Ασχέτως πάντως των ονομασιών που δόθηκαν κατά καιρούς στην ευελιξία, γεγονός είναι ότι ορισμένες χώρες την απέρριψαν και μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, διότι η εφαρμογή της οδηγεί ουσιαστικά στην κατάργηση της αρχής της αρνησικυρίας, δηλαδή του δικαιώματος του «βέτο». Σε μια τέτοια βεβαίως περίπτωση οι μικρότερες χώρες θα μεταβληθούν σε «έρμαιο» των ισχυροτέρων.
Επί των ανωτέρω όμως υπάρχει και ο αντίλογος. Για παράδειγμα, οι υποστηρικτές της ευελιξίας ισχυρίζονται ότι δεν είναι δυνατόν να «παγώνει» η λειτουργία ολόκληρης της ΕΕ ή ορισμένες χώρες να μην μπορούν να προχωρήσουν σε συνεργασίες διαφόρων μορφών, επειδή κάποιες άλλες δεν συμφωνούν. Στο σημείο πάντως αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι υπό μία έννοια η ευελιξία εφαρμόζεται αν όχι σε άλλες περιπτώσεις τουλάχιστον στο θέμα της Συμφωνίας Σένγκεν, η οποία ορίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων τα οποία κινούνται στον χώρο των χωρών που έχουν υπογράψει τη συμφωνία αυτή.
Ούτως ή άλλως η ελληνική πλευρά έχει τοποθετηθεί επί του θέματος. Ειδικότερα, η Ελλάδα υποστηρίζει ότι η εφαρμογή της αρχής της ευελιξίας δύσκολα συμβιβάζεται με την επιταγή της Συνθήκης του Μάαστριχτ για μια πορεία προς ολοένα στενότερη ένωση των λαών της Ευρώπης, «δεδομένου ότι με τη μελλοντική διεύρυνση επιδιώκεται η ενίσχυση της ενότητας της ηπείρου μας». Ετσι, η Ελλάδα υποστηρίζει ότι η ενισχυμένη συνεργασία θα πρέπει να αποτελεί μια επιλογή «ύστατης λύσης» και όχι μια νέα «αρχή ολοκλήρωσης», διότι αυτό θα οδηγήσει σταδιακά σε μια ΕΕ πολλαπλών κύκλων και ταχυτήτων.
Επίσης υποστηρίζει ότι η ευελιξία θα πρέπει να συνοδεύεται από πρακτικά μέτρα που θα εξασφαλίζουν στις χώρες της ΕΕ ότι δεν θα προσδίδεται μόνιμος χαρακτήρας στη συνεργασία. Η ευελιξία δηλαδή μπορεί να εφαρμόζεται για μεμονωμένες περιπτώσεις και μάλιστα με την έγκριση όλων όσοι δεν θα συμμετέχουν σε αυτή τη συνεργασία. Ακόμη η ελληνική πλευρά υποστηρίζει ότι η ευελιξία πρέπει να είναι ανοικτή σε όλους. Παράλληλα, να προβλέπονται μηχανισμοί ενίσχυσης όσων θέλουν αλλά δεν μπορούν από την αρχή να ενταχθούν σε μια διαδικασία ενισχυμένης συνεργασίας.
Αν ισχύσουν τα ανωτέρω, τότε θα έχει εξασφαλισθεί ότι τυχόν διαφορές και αποκλίσεις στην πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης θα προωθούνται ως εξαίρεση και όχι ως κανόνας. Ετσι, θα προστατευθεί η κοινή πορεία όλων στη διαδικασία ευρωπαϊκής ενοποίησης καθώς και στην προστασία όσων μένουν εκτός.
Για τους ανωτέρω λόγους, η Ελλάδα υποστηρίζει μεταξύ άλλων ότι «η προώθηση της ενισχυμένης συνεργασίας γίνεται με τρόπο που να μη θέτει υπό αμφισβήτηση τη συνεχή ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ όλων των χωρών – μελών. Η ενισχυμένη συνεργασία αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα σε αυτή τη διαδικασία. Κατά την έγκριση και την υλοποίηση μιας ενισχυμένης συνεργασίας λαμβάνονται όλα τα μέτρα διασφάλισης των δικαιωμάτων των χωρών – μελών που δεν συμμετέχουν σε αυτή». Ετσι, θα διασφαλισθεί ότι η ΕΕ δεν θα οδηγηθεί σε Ενωση δύο ή πολλαπλών ταχυτήτων.
Πάντως, παρά το γεγονός ότι το θέμα είναι ιδιαίτερα σημαντικό, δεν αναμένεται να ληφθεί σύντομα απόφαση. Η πέμπτη Διάσκεψη στην ιστορία
Η ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ Διάσκεψη η οποία θα πραγματοποιηθεί στο Αμστερνταμ στις 16 και 17 Ιουνίου δεν θα είναι η πρώτη και ούτε βεβαίως η τελευταία στην ιστορία τής πρώην ΕΟΚ και νυν Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Προηγήθηκαν και άλλες διακυβερνητικές διασκέψεις και όλες σηματοδότησαν μία νέα αρχή, ένα νέο ξεκίνημα για την ένωση των δυτικοευρωπαϊκών χωρών. Η πρώτη διακυβερνητική πραγματοποιήθηκε το 1950 και με τη Συνθήκη των Παρισίων (το 1951) τέθηκαν οι βάσεις για την Κοινότητα Ανθρακα και Χάλυβα. Τότε έλαβαν μέρος: η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία και οι χώρες Μπενελούξ.
Η δεύτερη διήρκεσε δύο σχεδόν χρόνια. Αρχισε τον Απρίλιο του 1955 στη Μεσίνα της Ιταλίας, συνεχίστηκε στη Βενετία και το 1957 οι έξι ιδρυτικές χώρες υπέγραψαν τις Συνθήκες της Ρώμης και εγκαθίδρυσαν την ΕΟΚ και την EURATOM.
Το 1985, σε μια τρίτη διάσκεψη, αποφασίστηκε μια σειρά μεταρρυθμίσεων που θα ενίσχυαν τον ενοποιητικό χαρακτήρα των χωρών – μελών με κύριο μοχλό την ολοκλήρωση της Εσωτερικής Αγοράς.
Το 1991 έγινε η τέταρτη διάσκεψη και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους συμφωνήθηκε στο Μάαστριχτ η περαιτέρω ενίσχυση της ενοποιητικής διαδικασίας κυρίως προς την κατεύθυνση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης.
Πολλοί υποστηρίζουν ότι η νέα συνθήκη, η οποία θα προέλθει από τη συνάντηση των αρχηγών κρατών – μελών και κυβερνήσεων στο Αμστερνταμ, θα ισχύσει για λίγα χρόνια και ότι το 2000 θα αρχίσουν διαπραγματεύσεις για την αναθεώρησή της.



