Ποια στάση θα κρατήσει η κυβέρνηση στο Ελσίνκι απέναντι στην ευρωπαϊκή υποψηφιότητα της Τουρκίας; Το ερώτημα αυτό απασχολεί έντονα τον πρωθυπουργό κ. Κ. Σημίτη και τους κεντρικούς υπουργούς της κυβέρνησης. Οι συζητήσεις που έχουν γίνει είτε στις συνεδριάσεις της Κυβερνητικής Επιτροπής είτε σε διάφορες άλλες περιπτώσεις υποδεικνύουν την ύπαρξη ποικιλίας απόψεων, οι οποίες κλιμακώνονται από τη θετική στάση απέναντι στην υποψηφιότητα ως την πλήρη απόρριψή της. Η διαίρεση προκύπτει από το γεγονός ότι διάφορες ομάδες υπουργών αξιολογούν το θέμα με εντελώς διαφορετικά κριτήρια: άλλοι εστιάζουν την προσοχή τους στη βελτίωση της διεθνούς θέσης της χώρας και στην αναβάθμισή της μέσα στο ευρωπαϊκό σύστημα, και άλλοι θέτουν ως πρώτη προτεραιότητα τις εκλογές.


Ο κ. Σημίτης έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση για το ευρωπαϊκό μέλλον της Τουρκίας θα πρέπει να ληφθεί στη σύνοδο κορυφής του Ελσίνκι και να μην αναβληθεί για τη Λισαβόνα. Η πρώτη και βασική αιτία της επιλογής αυτής είναι η ανησυχία του Πρωθυπουργού να μη συνδυαστεί η συζήτηση για την Τουρκία με την εξέταση της ελληνικής αίτησης για ένταξη στην ΟΝΕ. Η εμπειρία από το παρελθόν αλλά και τα δεδομένα που διαμορφώνονται ωθούν τον κ. Σημίτη στην εκτίμηση ότι θα είναι ανοικτός σε πιέσεις αν αφήσει τα δύο θέματα να εξετασθούν παράλληλα. Ταυτόχρονα εντάσσει την όλη συζήτηση σε μια στρατηγική που θα ενισχύει την ασφάλεια της χώρας και θα εξασφαλίζει από την Αγκυρα μια χειρονομία που θα αποδεικνύει τη βούλησή της να καταλήξει σε συνεννόηση με την Ελλάδα. Επιθυμεί λοιπόν να μην έχει εκκρεμότητες με την Τουρκία ώστε να διαπραγματευτεί άνετα την είσοδο στην ΟΝΕ. Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκονται και οι κκ. Γ. Παπανδρέου και Ι. Παπαντωνίου. Επί της ουσίας συμφωνεί και ο κ. Κ. Λαλιώτης, ο οποίος όμως έχει κατά καιρούς εκφράσει επιφυλάξεις για τον τρόπο άσκησης αυτής της πολιτικής. Αντιθέτως άλλοι υπουργοί εκφράζουν την ανησυχία τους για τις επιπτώσεις που θα έχει η ευρωπαϊκή υποψηφιότητα της Τουρκίας αν της δοθεί τρεις περίπου μήνες προ των εκλογών.


Ο υπουργός Τύπου κ. Δ. Ρέππας είναι αυτός που περισσότερο επίμονα από οποιονδήποτε άλλον έχει επιμείνει στην προβολή της θέσης ότι η Ελλάδα θα πρέπει να επιδείξει ιδιαίτερη περίσκεψη στον χειρισμό της τουρκικής υποψηφιότητας. Βαθύτερη αιτία των αντιρρήσεών του είναι η διαφορετική θεώρηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αλλά στις τρέχουσες παρεμβάσεις του στηρίζεται κυρίως σε μια ανάλυση που φέρει την ελληνική κοινή γνώμη να διάκειται αρνητικά προς οποιαδήποτε χειρονομία προς την Τουρκία. Στηρίγματα βρίσκει αυτή η γραμμή επιχειρηματολογίας και στα αποτελέσματα σφυγμομέτρησης της κοινής γνώμης που έγινε πρόσφατα και παρουσιάστηκε στον Πρωθυπουργό κατά το διάστημα των συζητήσεων για την πολιτική της κυβέρνησης απέναντι στην επίσκεψη του αμερικανού προέδρου Μπιλ Κλίντον, σύμφωνα με τα οποία εντείνεται ο αντιαμερικανισμός και ο σκεπτικισμός απέναντι στην Τουρκία. Κυβερνητικοί παράγοντες εξοικειωμένοι με τα στοιχεία αυτών των ερευνών εκτιμούν ότι δεν προσφέρονται για αξιόπιστα συμπεράσματα.


Πιο εκλεπτυσμένα, αλλά με ένα «πακέτο» επιφυλάξεων απέναντι στις τρέχουσες εξελίξεις των ελληνοτουρκικών σχέσεων, στέκεται και ο κ. Ευ. Βενιζέλος ο οποίος έχει μια σφαιρική θεώρηση για την πορεία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία στηρίζεται σε παραδοχές που δεν συμμερίζονται άλλα κυβερνητικά στελέχη. Επίσης ο κ. Γ. Αρσένης, αν και δεν παρακολουθεί πλέον εκ του σύνεγγυς τα θέματα εξωτερικής πολιτικής, έχει πολλές φορές διατυπώσει τις αντιρρήσεις του, συνήθως επαρκώς διακριτικά ώστε να μην ενοχλούν. Οι τρεις αυτοί θα επιθυμούσαν ως τακτική κίνηση την αναβολή της απόφασης της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την Τουρκία και τη μετάθεσή της σε μια άλλη σύνοδο κορυφής. Ταυτόχρονα υιοθετούν μια στρατηγική που θα κρατάει σταθερά την Αγκυρα σε απόσταση από την Ευρώπη.


Στον ενδιάμεσο χώρο βρίσκεται η κυρία Βάσω Παπανδρέου, η οποία υιοθετεί μεν την άποψη αναβολής της απόφασης της ΕΕ αλλά στο έδαφος μιας αποκλειστικά εκλογικής επιχειρηματολογίας, χωρίς να προχωράει σε κάποια συνολικότερη τοποθέτηση για τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής ή των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ο πιο αβέβαιος ως προς τη στάση του είναι ο κ. Ακης Τσοχατζόπουλος καθώς σε διάφορες περιπτώσεις έχει κάνει τοποθετήσεις οι οποίες τον φέρουν να υποστηρίζει άλλοτε την αναβολή της απόφασης για την Τουρκία και άλλοτε την εξασφάλιση κάποιων ανταλλαγμάτων.


Στο υφιστάμενο διεθνές κλίμα οι αντιρρήσεις που διατυπώνονται από τα μέλη της Κυβερνητικής Επιτροπής δεν φαίνεται να μπορούν να μετατραπούν σε επίσημη πολιτική καθώς το κόστος θα είναι ιδιαίτερα υψηλό.