Η απόφαση του υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ να επιδώσει κλητεύσεις στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed), απειλώντας με ποινική δίωξη τον επικεφαλής της Τζερόμ Πάουελ, αποτελεί την τελευταία απόπειρα του Ντόναλντ Τραμπ να θέσει υπό τον έλεγχό του τους κρατικούς θεσμούς.
Παράλληλα, συνοψίζει την αντίληψή του για τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, που υπό την προεδρία του υφίσταται πρωτοφανείς μεταβολές, δικαιώνοντας τον τίτλο του «Great Disruptor» (Μεγάλου Ανατροπέα) που του αποδίδεται.
Η δίωξη κατά του Πάουελ αφορά κατάθεσή του ενώπιον του Κογκρέσου σχετικά με την ανακαίνιση των κεντρικών γραφείων της τράπεζας. Οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν, όμως, ότι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο βρίσκεται στο «στόχαστρο» του Λευκού Οίκου είναι η άρνησή του να πειθαρχήσει στη διακαή επιθυμία του Τραμπ για μείωση των επιτοκίων.
Ερχεται μάλιστα λίγες ημέρες πριν εκδικαστεί στο Ανώτατο Δικαστήριο η υπόθεση αποπομπής της Λίζα Κουκ, μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Fed, που απεπέμφθη τον Αύγουστο ύστερα από καταγγελίες για ψευδείς φορολογικές δηλώσεις.
Πέραν της μάλλον σαθρής νομικής βάσης των εν λόγω ισχυρισμών, οι συγκεκριμένες ενέργειες ακολουθούν ένα υπόδειγμα εκδηλωμένο από την πρώτη στιγμή της επιστροφής του Τραμπ στο ανώτατο αξίωμα, που σκοπό έχει να προσαρμοστούν τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας στις προεδρικές προσδοκίες.
«Οι ΗΠΑ βιώνουν τον τελευταίο χρόνο μια πολιτική επανάσταση: την προσπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ να καταργήσει κάθε έλεγχο στην εξουσία του, να καταλάβει τον κυβερνητικό μηχανισμό και να τον εργαλειοποιήσει εναντίον όσων θεωρεί εχθρούς του» επισημαίνουν μεταξύ άλλων σε έκθεσή τους οι αναλυτές Ιαν Μπρέμερ και Κλιφ Κάπτσαν του οίκου εκτίμησης ρίσκου Eurasia Group.
Πρόκειται για ανάλυση αποκαλυπτική της εργαλειακής οπτικής του προέδρου προς τους κρατικούς θεσμούς, αφού της σύγκρουσης με την ηγεσία της Fed προηγήθηκε σειρά νομικών διώξεων κατά πολιτικών αντιπάλων του Τραμπ, όπως ο πρώην σύμβουλος του προέδρου Τζον Μπόλτον, ο πρώην διευθυντής του FBI Τζέιμς Κόμεϊ και ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Ανταμ Σιφ, τους οποίους ο αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε «ενόχους μέχρι το κόκαλο».
Ρόλο στις νομικές διώξεις διαδραμάτισε εκτός της υπουργού Δικαιοσύνης Παμ Μπόντι η πρώην προσωπική δικηγόρος του Τραμπ, Λίντσεϊ Χάλιγκαν, την οποία ο ίδιος διόρισε σε θέση ομοσπονδιακής εισαγγελέως στην Ανατολική Περιφέρεια της Βιρτζίνια.
Το στοιχείο της ανταμοιβής για τους «ανθρώπους του προέδρου» δεν συνιστά εξαίρεση. Το 2025 συνοδεύτηκε από την απονομή χάριτος σε 1.500 συμμετέχοντες στην εισβολή στο Καπιτώλιο τον Ιανουάριο του 2021, αλλά και στον πρώην Ρεπουμπλικανό βουλευτή Τζορτζ Σάντος, που είχε καταδικαστεί σε περισσότερα από επτά χρόνια φυλάκισης για απάτη και πλαστοπροσωπία.
«Κάθε υπόθεση που αφορά δίωξη εχθρών του Τραμπ είναι ταυτόχρονα μια ιστορία γενναιοδωρίας προς τους συμμάχους του» παρατηρεί ο δημοσιογράφος και πρώην σύμβουλος των Μπιλ και Χίλαρι Κλίντον, Σίντνεϊ Μπλούμενθαλ, σε άρθρο του στον «Guardian», κάνοντας λόγο για «καθεστώς τιμωρίας και ανταμοιβών».
Η Δικαιοσύνη δεν είναι το μοναδικό πεδίο όπου ο Τραμπ δείχνει πρόθυμος να υπερβεί τα όρια. Η αντιμεταναστευτική «σταυροφορία», της οποίας αιχμή του δόρατος αποτελεί η διαβόητη Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής (ICE), εκφράζει την προτίμηση του αμερικανού προέδρου για γρήγορα αποτελέσματα με οποιοδήποτε κόστος. Η προ ημερών δολοφονία της 37χρονης Ρενέ Γκουντ από πράκτορες της υπηρεσίας, που προκάλεσε κύμα αντιδράσεων, συνιστά κλιμάκωση της βίαιης δράσης της.
Εως πρόσφατα η ICE ήταν επιφορτισμένη με νομικές αρμοδιότητες και κατέφευγε σε στοχευμένες συλλήψεις και απελάσεις, συνήθως μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Η επανεκλογή Τραμπ μετέβαλε ριζικά τον τρόπο λειτουργίας της, αφού το προσωπικό υπερδιπλασιάστηκε, από 10.000 σε 22.000 υπαλλήλους, ενώ η δράση μεταφέρθηκε στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Η κυριότερη αλλαγή όμως σχετίζεται με την πλήρη κάλυψη του προεδρικού επιτελείου προς τις πρακτικές της ICE, όσο ακραίες κι αν είναι. «Αντί να παροτρύνουν για αποκλικάκωση, ο Τραμπ και οι συνεργάτες του παρέχουν στήριξη στις πλέον επιθετικές πρακτικές» επισημαίνουν οι «New York Times», αναφέροντας πως επί Τραμπ αντιστράφηκε η νοοτροπία που ήθελε την άσκηση βίας ως ύστατη επιλογή.
Η δολοφονία της Γκουντ έλαβε χώρα στη Μινεάπολη, πόλη ελεγχόμενη από τους Δημοκρατικούς. Γεγονός που υπενθυμίζει ένα ακόμη μοτίβο της δεύτερης θητείας Τραμπ: τη σκληρή αντιπαράθεση με τις αντιπολιτευόμενες δημοτικές και πολιτειακές αρχές, με επιχείρημα την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας και της παράνομης μετανάστευσης.
Η αρχή έγινε τον Ιούνιο στο Λος Αντζελες, όπου δυνάμεις της Εθνοφρουράς αναπτύχθηκαν κατόπιν εντολής του αμερικανού προέδρου, με σκοπό να καταστείλουν διαμαρτυρίες κατά της μεταναστευτικής πολιτικής. Ακολούθησαν κι άλλες αμερικανικές μεγαλουπόλεις, περιλαμβανομένης της πρωτεύουσας Ουάσιγκτον, σε μια πρακτική που πολλοί επικρίνουν ως κατάχρηση εξουσίας.
Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει αφορά το γιατί ο αμερικανός πρόεδρος έχει επιλέξει η επιστροφή του στο Οβάλ Γραφείο να συνοδευτεί από μια τόσο επιθετική υπερεπέκταση των εξουσιών του, με το κόστος μιας πόλωσης να ελλοχεύει. Η καταφυγή στη φιλική προς τους συντηρητικούς Ρεπουμπλικανούς ατζέντα του «νόμου και της τάξης» θα μπορούσε να δώσει μια πρώτη εξήγηση, ιδίως εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νεομβρίου.
Το προσωπικό στοιχείο δεν πρέπει να παραβλεφθεί, καθώς την τετραετία που βρέθηκε εκτός εξουσίας ο Τραμπ είχε απανωτές δικαστικές περιπέτειες, τις οποίες ο ίδιος αποδίδει στην πολιτική στοχοποίησή του, διακηρύσσοντας την ίδια στιγμή ότι επιδιώκει αντίποινα.
«Ο Τραμπ είναι “διαταρακτής” σε μια εποχή που προσκαλεί τη διαταραχή» παρατηρεί ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών και συνιδρυτής της δεξαμενής σκέψης Marathon Institute, Γουές Μίτσελ, τονίζοντας πως «το κίνημα που εκπροσωπεί αντικατοπτρίζει τη δυσπιστία πολλών Αμερικανών προς τους θεσμούς και την αποτελεσματικότητά τους».
Η προαναφερθείσα έκθεση του Eurasia Group προσυπογράφει: «Ο Τραμπ κι οι συνεργάτες του θεωρούν πως η κύρια απειλή έρχεται από το εσωτερικό και ότι η υιοθέτηση σκληρών μεθόδων δεν συνιστά επίθεση στη δημοκρατία αλλά αποκατάστασή της, μια απαραίτητη εκκαθάριση ενός πολιτικού συστήματος διεφθαρμένου, που χρησιμοποιεί την εξουσία ως όπλο έναντι του Τραμπ και των ΗΠΑ».







