«Σκεφθείτε, γράφω ένα θεατρικό έργο… Είναι κωμωδία κι έχει τρεις γυναικείους ρόλους, έξι αντρικούς, τέσσερις πράξεις, ένα τοπίο (θέα σε λίμνη), πολλές λογοτεχνικές συζητήσεις, λίγη δράση και πέντε καντάρια έρωτα». Με αυτές τις φράσεις, τον Οκτώβριο του 1895, ο Αντον Τσέχοφ περιέγραφε στον φίλο του Αλεξέι Σουβόριν το νέο του θεατρικό έργο. Επρόκειτο για τον εμβληματικό «Γλάρο».
Εκτοτε το έργο αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο αμέτρητων αναγνώσεων και σκηνικών προσεγγίσεων. Πόσες μεγάλες ηθοποιοί δεν αναμετρήθηκαν με τον ρόλο της Αρκάντινα, της εγωπαθούς ντίβας της σκηνής, που είναι αγκιστρωμένη στη ματαιοδοξία της νεότητας, ταυτόχρονα τραγική και κωμική; Μιας γυναίκας που συνθλίβει – σχεδόν ασυναίσθητα – τον γιο της, τον Κονσταντίν, έναν νεαρό συγγραφέα που επιζητεί «νέες φόρμες» στο θέατρο, ο οποίος μισεί τον σύντροφό της, τον καταξιωμένο συγγραφέα Τριγκόριν, το απόλυτο σύμβολο του κατεστημένου που ο ίδιος θέλει να ανατρέψει.
Και βέβαια υπάρχει πάντα η εύθραυστη Νίνα. Το νεαρό, φιλόδοξο κορίτσι που ονειρεύεται τη σκηνή και θέλει μια μέρα να γίνει μια νέα Αρκάντινα. Ο νεαρός Κονσταντίν είναι αθεράπευτα ερωτευμένος μαζί της· εκείνη όμως προτιμά τον ώριμο Τριγκόριν, μαγεμένη από τον κόσμο που αυτός αντιπροσωπεύει. Η διαδρομή της δεν οδηγεί στη δόξα, αλλά στην απογοήτευση. Σαν ένας λαβωμένος γλάρος, η Νίνα μέσα από διαψεύσεις και απώλειες θα καταλάβει εκείνο που ο Τσέχοφ μοιάζει να λέει για την τέχνη και – γιατί όχι; – ίσως και για την ίδια τη ζωή:
ότι δεν είναι μια υπόθεση λάμψης, αλλά αντοχής.
«Ο γλάρος ή η ικανότητα να αντέχεις», λοιπόν. Αυτόν ακριβώς τον σκηνοθετικό υπότιτλο πρόσθεσε ο σκηνοθέτης Γιώργος Βάλαρης στη δική του ανάγνωση επάνω στο εμβληματικό έργο του Τσέχοφ, στην πρώτη του συνεργασία με την Κατερίνα Διδασκάλου, αυτή την grande dame του ελληνικού θεάτρου, στο πρόσωπο της οποίας βρήκε την ιδανική Αρκάντινα.

Photo Credits: Ανδρέας Σιμόπουλος
Τους συναντώ αμφότερους στο θέατρο ΦΙΑΤ, αυτόν τον ιδιαίτερο βιομηχανικό χώρο στο Κουκάκι. Η σκηνή είναι «απογυμνωμένη»: ένα χαλί, ένα τραπέζι και γύρω του καρέκλες. Ο Τσέχοφ δεν χρειάζεται «σαμοβάρια» και «βαριά επίπλωση» για να λάμψει, όπως φαίνεται να διαλαλεί το σκηνικό.
Και καθώς οι βόμβες πέφτουν πλέον στη γειτονιά μας, η φράση «η ικανότητα να αντέχεις» του Τσέχοφ – αυτού του συγγραφέα που, όπως έγραψε ο Αγγελος Τερζάκης, στα χέρια του «το καθημερινό, το φαινομενικά ασήμαντο, παίρνει ένα νόημα κρυφό και βαθύ» – μοιάζει βαθιά προφητική.
Ακριβώς από εκεί, λοιπόν, αρχίζει να ξετυλίγεται και το νήμα της συζήτησής μας. «Αυτή η φράση της Νίνα – “η ικανότητα να αντέχεις” – με τσακίζει κάθε βράδυ, μα κάθε βράδυ, όταν την ακούω» αναφέρει με έναν ανεπαίσθητο λυγμό στη φωνή η Κατερίνα Διδασκάλου, για να προσθέσει: «Και θεωρώ ότι πολύ ορθά την πρόσθεσε ο Γιώργος ως μότο ακριβώς κάτω από τον τίτλο του έργου. Να αντέχεις στην τέχνη, να αντέχεις στη ζωή… Σπουδαία υπόθεση».
«Μα αυτό είναι το διακύβευμα για εμένα σε αυτό το έργο» παρατηρεί με τη σειρά του ο Γιώργος Βάλαρης, εξηγώντας: «Ποιος αντέχει την απόρριψη; Ποιος αντέχει την επιτυχία ή την αποτυχία σε κάθε τομέα, κοινωνικό ή προσωπικό; Ποιος αντέχει να δει τον εαυτό του χωρίς αυταπάτες; “Ο γλάρος” δεν είναι μόνο μια ιστορία απελπισμένου έρωτα ή καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Είναι μια μελέτη προσωπικής και κοινωνικής αντοχής. Και νομίζω ότι σήμερα, σε μια εποχή διαρκούς έκθεσης, εύκολης κρίσης και διαρκώς αυξανόμενης πίεσης, η αντοχή είναι ίσως η πιο σπάνια αρετή».
Η συνεργασία
Οι δυο τους ήθελαν καιρό να συμπράξουν καλλιτεχνικά. «Ο Γιώργος μού είπε κάτι που με συγκίνησε: ότι ονειρεύτηκε αυτό το έργο μαζί μου, ότι μόνο εάν έπαιζα εγώ θα το ανέβαζε. Τον ευχαριστώ πολύ για την εμπιστοσύνη και αυτή την πίστη σε μένα» αναφέρει η Κατερίνα Διδασκάλου.
«Ετυχε μάλιστα και οι δύο να δούμε πέρυσι στο Λονδίνο τον “Γλάρο” του Τόμας Οστερμαϊερ με την Κέιτ Μπλάνσετ. Εφερε κάτι νέο και αυτό μάς άρεσε πολύ και το “ζηλέψαμε” λίγο» προσθέτει γελώντας: «Ο Γιώργος, νομίζω, επιχειρεί σε αυτή την παράσταση μια γενναία δική του ανάγνωση. Δεν σκηνοθετεί ένα ψυχολογικό δράμα. Θα έλεγα ότι τοποθετεί έναν καθρέφτη απέναντι στο κοινό ώστε ο κάθε θεατής να δει πτυχές του εαυτού του».
Ο Γιώργος Βάλαρης χαμογελά. «Η συνεργασία μου με την Κατερίνα Διδασκάλου προέκυψε από μια βαθιά αμοιβαία εκτίμηση ετών» αναφέρει. «Η Κατερίνα διαθέτει μια σπάνια ποιότητα ηθοποιού που εμπεριέχει σκηνική γοητεία και ένταση χωρίς επιτήδευση. Εχει τεχνική, αλλά δεν την επιδεικνύει. Εχει εμπειρία, αλλά διατηρεί την περιέργεια μιας νέας ηθοποιού. Αυτό εκτιμώ περισσότερο: την πειθαρχία της αλλά και την εσωτερική της φλόγα».

Photo Credits: Ανδρέας Σιμόπουλος
Γιατί όμως επέλεξε ένας σκηνοθέτης, ο οποίος έχει συνδέσει τα τελευταία χρόνια το όνομά του με μεγάλες, επιτυχημένες μουσικοθεατρικές παραγωγές, να σκηνοθετήσει τον «Γλάρο»; «Εχοντας περάσει από παραστάσεις μεγάλης κλίμακας, με υψηλές απαιτήσεις και έντονη έκθεση, ήθελα να σταθώ απέναντι σε ένα έργο που απογυμνώνει τον καλλιτέχνη», απαντά. «Δεν βλέπω τον Τσέχοφ ως “στροφή στο σοβαρό” ή ως μια ανάγκη επιβεβαίωσης.
Τον βλέπω ως επιστροφή στην πηγή. Αν στις μουσικοθεατρικές μου δουλειές ερευνούσα τη δύναμη του συνόλου, της εικόνας και του ρυθμού, στον “Γλάρο” ερευνώ τη σιωπή, την παύση, την ευθραυστότητα και την ψυχοσύνθεση της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Και ίσως, μετά από χρόνια δημιουργικής εξωστρέφειας, ένιωσα την ανάγκη μιας πιο εσωτερικής κατάδυσης. Ο “Γλάρος” δεν σε αφήνει να εντυπωσιάσεις· σε αναγκάζει να ακούσεις. Και αυτό, για εμένα, ήταν ένα επόμενο αναγκαίο βήμα που απόλαυσα ιδιαίτερα στις πρόβες».
Η επιλογή του χώρου ΦΙΑΤ, μάλιστα, φαίνεται να είναι στρατηγική για εκείνον. «Τοποθετώ το έργο στο σήμερα, σε έναν χώρο με βιομηχανική αισθητική, γιατί οι ήρωες ζουν μέσα σε ένα εσωτερικό ερείπιο και σε μια ωμή και σκληρή εποχή κοινωνικοπολιτικά.
Οι θεατές δεν παρακολουθούν απλώς· είναι μέσα στην ασφυξία των ηρώων» αναφέρει. «Δεν φοβήθηκα την απομυθοποίηση· αντιθέτως, πιστεύω ότι ο Τσέχοφ αντέχει την αφαίρεση. Οσο λιγότερα στολίδια, τόσο πιο καθαρά ακούγεται ο παλμός τού έργου. Η παράσταση είναι μια σύγκρουση γενεών καλλιτεχνικά, πολιτικά, υπαρξιακά. Δεν ζητάω από το κοινό να καταλάβει μόνο τον Τσέχοφ. Ζητάω να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Αν κάποιος βγει και νιώσει ότι είδε τη δική του ματαίωση ή τη δική του επιθυμία, τότε ο “Γλάρος” πέταξε».
Μια κωμωδία;
Ετσι σχηματίστηκε ένας εκλεκτός θίασος. Στον ρόλο του Τριγκόριν συναντάμε τον Παναγιώτη Μπουγιούρη, τον νεαρό Κονσταντίν υποδύεται ο Δημήτρης Τσίκλης, τη Νίνα η Αναστασία Γαλερού-Βλάσση, τον Σόριν ο Τάκης Σακελλαρίου, τη Μάσα η Νάνσυ Μπούκλη, τον γιατρό Ντορν ο Βασίλης Αφεντούλης και τον Μεντβεντένκο (δάσκαλο) ο Πάνος Κλάδης.
Το γνωστό ερώτημα επανέρχεται στο τραπέζι. Γιατί ο Τσέχοφ χαρακτηρίζει κωμωδία ένα έργο που τελειώνει με αυτοκτονία; «Θεωρώ ότι το εννοούσε πραγματικά» απαντά ο Γιώργος Βάλαρης. «Υπάρχει μια λεπτή ειρωνεία. Οι ήρωες μιλούν για υψηλή τέχνη, για αιώνια αγάπη, για ιδανικά, και ταυτόχρονα σκοντάφτουν στις μικρότητές τους. Αυτή η αντίφαση είναι βαθιά τσεχοφική και ανθρώπινη. Εγώ αναζητώ σε σημεία του έργου το πικρό χαμόγελο. Εκεί όπου μπορείς να μειδιάσεις και αμέσως μετά να νιώσεις ένα τσίμπημα στην καρδιά, όπως και στη ζωή».
«Θα μιλήσω για αυτή τη διάσταση της κωμωδίας μέσα από τον ρόλο μου» αναφέρει η Κατερίνα Διδασκάλου. «Η Αρκάντινα υπάρχει μόνο μέσα από τα μάτια των άλλων. Αν σταματήσουν να την κοιτάζουν, δεν υφίσταται. Και αυτό το στοιχείο είναι οδυνηρό και βαθιά κωμικό την ίδια στιγμή. Δείτε, για παράδειγμα, τον τρόπο που συγκρίνει στο έργο τον εαυτό της με την 22χρονη Μάσα. Της λέει “έχω τα διπλά σου χρόνια” και την ίδια στιγμή ρωτάει “ποια από τις δυο μας φαίνεται νεότερη;”. Και εκεί, φορώντας τις τακούνες της, αρχίζει να κάνει γυμναστική μπροστά της. Ε, αυτό από μόνο του δεν είναι κωμικό;».
Πώς λοιπόν την αντιμετωπίζει η ίδια; Ως τραγικό πρόσωπο ή ως μια εγωπαθή και αναίσθητη μητέρα, η οποία τρελαίνεται στην ιδέα ότι μια νεότερη γυναίκα μπορεί να την απειλήσει; «Για εμένα είναι ένα τραγικό πρόσωπο» απαντά.
«Η Αρκάντινα δεν αντιλαμβάνεται την πραγματική διάσταση των πραγμάτων, γιατί αν ίσως τη συλλάβει θα διαλυθεί. Δεν καταλαβαίνει καν πόσο σκληρή γίνεται με τον γιο της. Δείτε, δεν απαντά ποτέ στις καίριες ερωτήσεις. Τις αφήνει να αιωρούνται, να υπάρχουν. Βρίσκεται σε μια συνεχή αιώρηση. Αν ο Γιώργος δεν είχε δημιουργήσει ένα τόσο αφαιρετικό σκηνικό – το οποίο δουλεύει πάρα πολύ ωραία στην προκειμένη περίπτωση –, νομίζω θα έπρεπε να υπάρχει μια αιώρα στη σκηνή ειδικά για την Αρκάντινα».
«Η Αρκάντινα, στην ανάγνωσή μας, δεν είναι μια καρικατούρα ντίβας» προσθέτει ο Γιώργος Βάλαρης. «Είναι μια γυναίκα που φοβάται και αγαπά πολύ, όσο κι αν διαβάζεται διαφορετικά. Και αυτό την κάνει βαθιά ανθρώπινη».
Οι «Αρκάντινες» της τέχνης και το κατεστημένο
«Το θέατρο τρέφει “Αρκάντινες”;» ρωτώ την Κατερίνα Διδασκάλου. «Εννοείται» απαντά. «Γι’ αυτό πρέπει να έχεις την ευφυΐα να εντοπίσεις το στίγμα σου και να μη γίνεις αιθεροβάμων. Δεν λέω· ο “εγωκεντρισμός” είναι απαραίτητο μέρος της δουλειάς μας, αλλά μέχρις ενός βαθμού. Ξέρω, για παράδειγμα, συναδέλφους που είχαν απαγορεύσει στα παιδιά τους να τους φωνάζουν “μαμά” ή “μπαμπά”.
Προσωπικά, θα ντρεπόμουν αν τα παιδιά μου με φώναζαν “Κατερίνα”. Γι’ αυτό κάθε φορά που έρχομαι στο θέατρο λέω μέσα μου: “Αλλη μια μέρα στη ζωή της Αρκάντινα”. Θέλω να γίνομαι για αυτές τις δύο ώρες εκείνη και αμέσως μετά να την αποβάλλω από μέσα μου, γιατί εκτός από την αγάπη για το θέατρο δεν βρίσκω άλλο κοινό μαζί της. Εμένα, το πάθος της νεαρής Νίνα, που θέλει να γίνει θεατρίνα, με συγκινεί βαθιά, με συγκλονίζει. Αντίθετα, η Αρκάντινα την τρέμει. Γιατί βλέπει σε αυτή το παρελθόν της και φοβάται για το μέλλον της».
Αλήθεια, στη δική της πορεία βρέθηκαν μπροστά της «Αρκάντινες» να της κόψουν τον δρόμο; «Βεβαίως», απαντά. «Οχι όμως απαραίτητα ταλαντούχες» προσθέτει γελώντας. «Αλλά βρέθηκαν. Ξέρετε, όμως, ο δρόμος δεν κόβεται. Θα έλεγα ότι προσπάθησαν να τον κόψουν. Δεν βρέθηκαν όμως μόνο “Αρκάντινες”. Θυμάμαι, για παράδειγμα, την Ειρήνη Παπά, όταν ήμουν 15 ετών, να μου λέει: “Είσαι ωραία. Να ασχοληθείς με το θέατρο”.

Photo Credits: Ανδρέας Σιμόπουλος
Και αυτό ήταν μια δύναμη τότε. Ετσι κι εγώ επιδιώκω μανιωδώς να συνεργάζομαι με νέα παιδιά. Την Αναστασία Γαλερού-Βλάσση, που υποδύεται στην παράσταση τη Νίνα, τη συνάντησα για πρώτη φορά όταν ήταν 16 ετών. Ηθελε να τη βοηθήσω να μπει σε δραματική σχολή.
Τελείωσε το Θέατρο Τέχνης. Το φθινόπωρο έπαιξε μαζί μου στην “Κλυταιμνήστρα” της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Με τον Δημήτρη Τσίκλη, που υποδύεται τον Κονσταντίν, συναντιόμαστε επίσης για δεύτερη φορά, μετά την παράσταση “Το χελιδόνι” του Γκιλιέμ Κλούα. Νομίζω ότι όσοι άνθρωποι φοβούνται τους νέους είναι δυστυχείς. Και θεωρώ ότι αυτό είναι και ένα μήνυμα που θέλει να περάσει ο Γιώργος σε αυτή την παράσταση. Ενα μήνυμα ενάντια στο όποιο κατεστημένο κόβει τα φτερά των νέων ανθρώπων».
Ο Γιώργος Βάλαρης συμφωνεί. «Εστιάζω κυρίως στην έννοια της εξουσίας μέσα στις σχέσεις – κοινωνικές, συναισθηματικές, καλλιτεχνικές, ακόμη και ερωτικές» αναφέρει. «Στον “Γλάρο” οι άνθρωποι δεν αγαπούν απλώς, αλλά διεκδικούν, διαμορφώνουν, επηρεάζουν, πολλές φορές καθορίζουν τον άλλον. Υπάρχει η σχέση ωριμότητας και νεότητας, εμπειρίας και αθωότητας, καθοδήγησης και χειραγώγησης.
Φωτίζω, λοιπόν, τη στιγμή που η αθωότητα συγκρούεται με τον κόσμο των ενηλίκων και την κοινωνία – και συχνά συνθλίβεται. Οχι με διδακτισμό, αλλά με μια σιωπηλή ένταση. “O γλάρος” γίνεται έτσι ένα έργο για το πώς η επιθυμία για αναγνώριση μπορεί να μετατραπεί σε παγίδα. Και το πώς η τέχνη, αντί να λυτρώνει, μπορεί να γίνει το πεδίο μιας επικίνδυνης μύησης. Αυτή η διάσταση με απασχολεί βαθιά, γιατί σήμερα – περισσότερο από ποτέ – οι σχέσεις ισχύος είναι πιο σύνθετες, πιο συγκαλυμμένες. Και ο Τσέχοφ, με την αθόρυβη ακρίβειά του, τις έχει ήδη καταγράψει».
«Ο Κονσταντίν στον “Γλάρο” μιλάει για “νέες φόρμες” στο θέατρο. Είναι αυτό το ζητούμενο σήμερα;» τον ρωτώ. «Και ναι και όχι» απαντά. «Δεν πιστεύω στις νέες μορφές ως αυτοσκοπό αλλά ως φυσική εξέλιξη. Πιστεύω στην ανάγκη τής κάθε εποχής για πρόοδο και αλλαγή. Οταν υπάρχει πραγματική ανάγκη, η μορφή θα βρεθεί. Το ελληνικό θέατρο συχνά ταλαντεύεται ανάμεσα στην ουσία και στην επίδειξη. Υπάρχουν στιγμές μεγάλης αλήθειας και στιγμές όπου η φόρμα γίνεται αυτοαναφορική. Σίγουρα κάθε εποχή αναδεικνύει νέα ταλέντα και τάσεις που έχουν να κάνουν με τη φόρμα, αλλά πάντα ο χρόνος είναι ο αμείλικτος κριτής».
Και εκείνος τελικά τι επιχειρεί σε αυτή την παράσταση; Ενα κλασικό ανέβασμα ή κάτι πιο «πειραγμένο»; «Η σκηνοθετική μου προσέγγιση δεν διαχωρίζει το κείμενο από τη φόρμα» απαντά. «Για εμένα η φόρμα, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πολύ σύγχρονη, γεννιέται από την ανάγκη του κειμένου και της εποχής. Δεν με ενδιαφέρει ένα “πειραγμένο” ανέβασμα για λόγους εντυπωσιασμού.
Με ενδιαφέρει ένα ζωντανό ανέβασμα με πολιτική θέση, που θεωρώ αναγκαία για την εποχή μας. Δεν επιχείρησα να αναπαραστήσω ρεαλιστικά μια ρωσική έπαυλη. Αντίθετα, κράτησα τον χώρο ως έχει, ωμό, εκτεθειμένο. Γιατί ο “Γλάρος” μιλάει για ανθρώπους εκτεθειμένους».
Το τρίτο κουδούνι σε λίγο θα χτυπήσει. Οι διαφορετικές γενιές θα «συγκρουστούν» στη σκηνή. Και κάπως έτσι, λίγο πριν τους αποχαιρετήσω, ρωτώ την Κατερίνα Διδασκάλου και τον Γιώργο Βάλαρη αν πλέον αισθάνονται, σε έναν βαθμό, οι ίδιοι κατεστημένο σήμερα στο ελληνικό θέατρο.
«Οχι» απαντά ο Γιώργος Βάλαρης. «Παρότι θα μπορούσε να πει κανείς πως, μετά από μια μεγάλη σε διάρκεια και επιτυχημένη πορεία στον χώρο και όντας σε ηλικία “κατεστημένου”, θα ένιωθα έτσι. Νιώθω όμως πάντα μαθητής σε αυτό το επάγγελμα και εύχομαι να νιώθω εσαεί έτσι».
Η Κατερίνα Διδασκάλου γελάει. «Από τη φύση μου, νομίζω δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω κατεστημένο» λέει. «Δεν ανήκα ποτέ σε καμία καλλιτεχνική παρέα. Δεν με κάλεσαν ποτέ για μια δημόσια θέση. Κάνω μια μοναχική πορεία με ανθρώπους που εκτιμώ. Και καθώς τα χρόνια περνούν, βρίσκω στον δρόμο μου όλο και καλύτερους συνεργάτες. Κρατώ πάντα μια φράση του πατέρα μου: “Είμαστε τόσο ευτυχέστεροι όσο μεγαλύτερο ποσοστό ελευθερίας περισώζουμε”. Και αυτό δεν συνάδει με το να γίνεις κατεστημένο».
INFO
«Ο γλάρος ή η ικανότητα να αντέχεις»: Xώρος «ΦΙΑΤ» (λεωφ. Ανδρέα Συγγρού 114, Κουκάκι), Τετάρτη έως Κυριακή.







