Τα νησιά δεν άλλαξαν απλώς. Μεταμφιέστηκαν. Εκεί όπου η γη και η θάλασσα όριζαν για δεκαετίες τον ρυθμό της πραγματικής ζωής, μια νέα πραγματικότητα έχει πάρει θέση, με την άνοδο του τουρισμού να συμβαδίζει με την υποχώρηση της αγροτικής παραγωγής. Στο προσκήνιο έχουν εμφανιστεί νέοι κάτοικοι, με άλλες προτεραιότητες, με τον καθηγητή στο Τμήμα Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου Θανάση Κίζο να μιλάει για μια νησιωτική «αποικιοποίηση». Πρόκειται για επενδυτές που αναζητούν τον επόμενο ελκυστικό προορισμό, ιδιοκτήτες δεύτερης κατοικίας, που αγοράζουν ένα «καταφύγιο» ποιότητας ζωής, ψηφιακούς νομάδες που εργάζονται εξ αποστάσεως, με θέα το Αιγαίο και συνταξιούχους που επιστρέφουν στον τόπο καταγωγής τους.

«Ερχονται, αγοράζουν και αποφασίζουν ότι “ως εδώ” ως προς τον πληθυσμό, τις οικονομικές δραστηριότητες κ.λπ.» λέει χαρακτηριστικά ο κ. Κίζος στο «Β», επισημαίνοντας ότι συχνά μπορεί να έχουν καλή πρόθεση, καθώς επιθυμούν ένα νησί όμορφο και ήπιο, αλλά όχι απαραίτητα παραγωγικό. Έτσι, διαμορφώνονται άτυπα όρια στις προοπτικές ανάπτυξης και στις δραστηριότητες που θεωρούνται αποδεκτές – όρια που συχνά δεν συμπίπτουν με τις ανάγκες και τις προσδοκίες των ντόπιων.

Την ίδια στιγμή ωστόσο, οι ίδιοι οι ντόπιοι εγκατέλειψαν σταδιακά παραδοσιακές δραστηριότητες όπως η γεωργία, η κτηνοτροφία ή η αλιεία, στρεφόμενοι στον τουρισμό, που υπόσχεται μεγαλύτερο και σταθερό εισόδημα. Σύμφωνα με στοιχεία των ερευνητών του Πανεπιστημίου Αιγαίου, στην πεντηκονταετία 1961-2010, οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις στα νησιά του Αιγαίου μειώθηκαν κατά 39%, με τη μεγαλύτερη πτώση να καταγράφεται μεταξύ 1971 και 1991.

Η γη που εγκατέλειψαν

Σε ορισμένα νησιά, η αποχώρηση από τον πρωτογενή τομέα ήταν σχεδόν ολοκληρωτική έως το έτος 2000, όπως σε Κίμωλο, Χίο, Σαλαμίνα, Νίσυρο, Ψαρά, Αμμουλιανή κ.ά., όπου η μείωση έφτασε το 90%. Για το διάστημα 1961-2010, ο αριθμός των αγροτικών εκμεταλλεύσεων συρρικνώθηκε πάνω από 90% σε Σκόπελο, Σέριφο, Χίο, Ιθάκη, Αγαθονήσι, Νίσυρο, Κάλαμο Κεφαλλονιά, Χάλκη, Ψαρά, Θάσο, Οινούσσες και Άγιο Ευστράτιο. Από τα περίπου 80 νησιά που περιλαμβάνονται στη μελέτη του Πανεπιστημίου Αιγαίου, μόνο σε πέντε καταγράφηκε αύξηση:  Αίγινα (73,2%), Φούρνοι (59%), Αλόννησος (18,7%), Ρόδος (11%), Ελαφόνησος (5,1%) και Ζάκυνθος (2%).

Μεγαλύτερη ήταν η μείωση στις ετήσιες καλλιέργειες (σιτηρά, ψυχανθή) που υποχώρησαν κατά 74%. Σε πολλά νησιά μάλιστα, σχεδόν εξαφανίστηκαν. Η παραδοσιακή συμπληρωματικότητα γεωργίας και κτηνοτροφίας διασπάστηκε, ενώ η κτηνοτροφία, όπου επιβιώνει, γίνεται πιο εντατική, αλλά με λιγότερες μονάδες. Είναι ενδεικτικό ότι ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων με πρόβατα μειώθηκε κατά 78%, ενώ ο αριθμός των ζώων ανά εκτροφή αυξήθηκε κατά 71,4%. Σε νησιά όπως η Υδρα και η Ανάφη, η κτηνοτροφία έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί.

Οι αιτίες δεν περιορίζονται στον τουρισμό. Η αγροτική παραγωγή, σύμφωνα με τον κ. Κίζο, έπαψε να είναι ελκυστική ως βασικό επάγγελμα, η μετανάστευση αποδυνάμωσε τα αγροτικά νοικοκυριά, ενώ τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά των νησιών δυσκολεύουν την ανάπτυξη εκμεταλλεύσεων μεγάλης κλίμακας. Ταυτόχρονα, η τοπική οικονομία μετασχηματίζεται σε ένα μοντέλο όπου το τοπίο, η γαστρονομία και η καθημερινότητα γίνονται μέρος ενός «πακέτου» προς πώληση, δηλαδή μιας επιμελημένης εκδοχής νησιωτικής ζωής, προσαρμοσμένης στις προσδοκίες του επισκέπτη.

Σε αναζήτηση ισορροπίας

Ο πρωτογενής τομέας ωστόσο, δεν είναι ένα απομεινάρι του παρελθόντος. Διαμορφώνει το τοπίο, συντηρεί τη βιοποικιλότητα και στηρίζει την τοπική ταυτότητα. Η μεταποίηση της αγροτικής παραγωγής θα μπορούσε να συνδεθεί με τον τουρισμό, αρκεί να υπάρξουν επιχειρήσεις με δεκτικότητα σε καινοτομίες. Το ερώτημα πλέον είναι αν τα νησιά μπορούν να αποφύγουν τη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού και την παράλληλη υποχώρηση της αγροτικής παραγωγής και να επαναπροσδιορίσουν μια ισορροπία, όπου η γη δε θα αποτελεί σκηνικό, αλλά ζωντανό κομμάτι της οικονομίας και της κοινωνίας τους.

Σε αυτό το μεταβαλλόμενο νησιωτικό τοπίο, το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, εκτός από την καταγραφή, επιχείρησε να ενισχύσει τον πρωτογενή τομέα, αναπτύσσοντας μια σειρά ψηφιακών εργαλείων για αγρότες στη Λήμνο και στα Κύθηρα, αλλά και σε Σάμο, Λέσβο κ.α. Η βασική εφαρμογή, όπως εξηγεί ο κ. Κίζος, λειτούργησε ως καλλιεργητικό ημερολόγιο και εργαλείο διαχείρισης εκμετάλλευσης: ο παραγωγός μπορούσε να βλέπει τα χωράφια σε χάρτη στην οθόνη του κινητού ή του υπολογιστή του, να καταγράφει οργώματα, λιπάνσεις, άρδευση και φυτοπροστασία.

Η ιδέα ήταν να «εικονοποιηθεί» το κόστος, ώστε να γνωρίζει με ακρίβεια π.χ. τι φάρμακο ρίχνει, πότε και με ποιο αποτέλεσμα, ώστε να αποφεύγεται η άσκοπη κατανάλωση σκευασμάτων που επιβαρύνει και αλλοιώνει την ποιότητα των προϊόντων.

Παράλληλα, η ψηφιακή εφαρμογή παρήγαγε αναφορές για σκοπούς πιστοποίησης, ενώ ενσωμάτωνε και διάσταση «citizen science», επιτρέποντας στους αγρότες να ανεβάζουν φωτογραφίες ειδών χλωρίδας και πανίδας, συμβάλλοντας στη χαρτογράφηση της βιοποικιλότητας. Ωστόσο, παρά τον προσεκτικό σχεδιασμό και τη δωρεάν διάθεση, η ανταπόκριση υπήρξε άνιση. Στη Λήμνο, όπου η πιστοποίηση ήταν ατομική και οι παραγωγοί (σε καλλιέργειες σιταριού και κριθαριού ή σε φρυγανικούς βοσκότοπους) δεν έβλεπαν άμεση οικονομική απόδοση, η συμμετοχή ήταν μικρή. Οι περισσότεροι δε συμπλήρωναν συστηματικά τα δεδομένα, καθώς παρέμεναν αποκομμένοι από την τελική αγορά και την προστιθέμενη αξία του προϊόντος τους. Δεν είναι τυχαίο ότι ανάμεσα στους λίγους που το εφάρμοσαν, ήταν αγρότισσα με πανεπιστημιακή μόρφωση, πολλά χωράφια και δικό της φούρνο, όπου μεταποιούσε το σιτάρι και το κριθάρι που παρήγαγε.

Αντίθετα, στα Κύθηρα, όπου η πιστοποίηση προϊόντων φιλικών προς το τοπίο και τη βιοποικιλότητα οργανώθηκε συλλογικά, μέσω συνεταιρισμού, υπήρξε μεγαλύτερη πίεση και κίνητρο συμμόρφωσης. Η πρόσβαση δε σε αγορά της Γερμανίας, του πιστοποιημένου προϊόντος με καλύτερη τιμή για το ελαιόλαδο, κατέστησε ορατό το όφελος, υπογραμμίζει ο καθηγητής.

Η καινοτομία

Επιπλέον, η ομάδα του Πανεπιστημίου Αιγαίου ανέπτυξε εφαρμογές για τη διαχείριση της δακοκτονίας, που χρησιμοποιούνται σε ελαιοπαραγωγικές περιοχές νησιών (Λέσβο, Σάμο κ.ά.) και της ηπειρωτικής χώρας (Χαλκιδική, Θεσπρωτία κ.λπ.). Με Android εφαρμογή και έλεγχο GPS καταγράφεται σε πραγματικό χρόνο η επίσκεψη του παγιδοθέτη – του εργάτη που τοποθετεί και ελέγχει τις παγίδες για τον δάκο – και ο αριθμός των εντόμων, ενώ χαρτογραφούνται οι ψεκασμοί.

Το σύστημα χρησιμοποιείται από Διευθύνσεις Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής σε διάφορες Περιφέρειες της χώρας, επιτρέποντας πιο στοχευμένες παρεμβάσεις και δυνητικά τη δημιουργία χαρτών επικινδυνότητας – κρίσιμο εργαλείο σε συνθήκες κλιματικής αλλαγής.

Ωστόσο, όπως τονίζει ο καθηγητής, «η τεχνολογία δεν είναι μόνο τα λογισμικά, αλλά και οι άνθρωποι». Καινοτομία δε σημαίνει απλώς drones και αισθητήρες, αλλά κοινωνική και οργανωτική προσαρμογή στα ιδιαίτερα κοινωνικο-οικολογικά συστήματα των νησιών. Όπως λέει χαρακτηριστικά, όταν οι παραγωγοί διακρίνουν απτό όφελος και έχουν μερίδιο στην προστιθέμενη αξία του προϊόντος τους, τότε είναι πιο πρόθυμοι να αξιοποιήσουν τα διαθέσιμα εργαλεία. Όπου δεν το βλέπουν, τα εγκαταλείπουν, όπως εγκαταλείπουν σταδιακά και τη γεωργία, στρεφόμενοι σε έναν τουρισμό, που συχνά θεωρεί τον πρωτογενή τομέα «ενόχληση», παρότι αυτός συντηρεί το τοπίο, τη βιοποικιλότητα και την ανθεκτικότητα των νησιών.