Το καλοκαίρι του 2000, πριν από 25 χρόνια, έτυχε να βρεθούμε στο Νεστόριο Καστοριάς, μια ξεχωριστή ανηφορική κωμόπολη, που άρχεται από τη βάση του ρέοντος Αλιάκμονα και εκτείνεται μέχρι τους άνω λόφους, από όπου οι μονάδες του εθνικού στρατού επόπτευαν τις κινήσεις των ανταρτών από τις δυσπρόσιτες κορφές του Γράμμου στην ευρύτερη περιοχή στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου.
Στα ψηλώματα του Νεστορίου, σε ένα τοπικό λαϊκό καφενείο ακούσαμε από τους θαμώνες, αγρότες και οικοδόμους κατά βάση, να μιλούν άγνωστη σε εμάς γλώσσα, εμφανώς σλάβικη. Επιχειρήσαμε να πιάσουμε κουβέντα. Τα βλέμματά τους διερευνητικά, καχύποπτα στην αρχή. Σαν έσπασε ο πάγος διαπιστώσαμε ότι ήταν δίγλωσσοι.
Αφού έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις, μας ρώτησαν αν μιλάμε τα ντόπια, τα δικά τους «γαλλικά», όπως είπαν. «Γιατί “γαλλικά”;» ρωτήσαμε. «”Μακεντόνσκι” είναι» απάντησαν, αλλά προσέθεσαν χαριτολογώντας «τιμούμε τους Γάλλους επειδή ερχόμενοι εδώ, τον 18ο αιώνα για τη ζηλευτή ξυλεία των δασών μας, φύτεψαν τα κλήματά τους και έτσι κληρονομήσαμε τις μικρόρωγες ποικιλίες που μας δίδουν τα υπέροχα κόκκινα μακεδονίτικα κρασιά».
Παραμονές των φετινών Χριστουγέννων ο δήμαρχος της Φλώρινας παρενέβη σε μουσική εκδήλωση και επιχείρησε να λογοκρίνει την Banda Entopica, ένα σχήμα βαλκανικής μουσικής από τη Θεσσαλονίκη, επειδή, κατ’ αυτόν, τόλμησε να τραγουδήσει τη «Σόφκα», το «Σοφάκι», και το «Ελα Κέρκο», δύο αμιγώς ερωτικά τραγούδια προερχόμενα από τη Γουμένισσα, στην επισήμως πια αναγνωρισμένη από τη συμφωνία των Πρεσπών μακεδονική γλώσσα. Ο δήμαρχος αντιμετώπισε τα τραγούδια ως αλυτρωτικά και δήλωσε ότι «είμαστε Ελληνες και δεν τραγουδάμε σλάβικα», ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων.
Το όλο θέμα είναι παλαιό και ιστορικά αποτέλεσε τη βάση εξέλιξης του μακεδονικού ζητήματος, ως μέρος του ευρύτερου ανατολικού ζητήματος. Πληθυσμοί που μιλούσαν τη μακεδονική καταγράφονται από τα χρόνια του Βυζαντίου ακόμη.
Στη διάρκεια της οθωμανικής σκλαβιάς τη συγκεκριμένη γλώσσα χρησιμοποιούσαν διάσπαρτοι οικισμοί στη βόρεια ζώνη από τη λίμνη της Αχρίδας, το Μοναστήρι, τη Στρώμνιτσα μέχρι και το Μενέλικο, όπου σημαντική θέση επίσης κατείχαν ακμάζουσες ελληνικές κοινότητες.
Τα εθνοτικά θέματα συνδυαστικά με τις ομιλούμενες γλώσσες έλαβαν διαστάσεις όταν στην τσαρική Ρωσία, εν όψει της επερχόμενης κατάρρευσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αρχίζουν να αναπτύσσονται πανσλαβικές επιδιώξεις, με σκοπό την εξασφάλιση διεξόδου στη Μεσόγειο.
Μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828 και 1829, αλλά ιδιαιτέρως μετέπειτα με τον Κριμαϊκό του 1854, βούλγαροι εθνικιστές ενθαρρύνονται στο πλαίσιο του πανσλαβισμού να δώσουν ώθηση στην ενίσχυση της βουλγαρικής εθνότητας και να αναπτύξουν εδαφικές διεκδικήσεις στην ευρύτερη γεωγραφική ζώνη της Μακεδονίας.
Ανυπόμονοι βούλγαροι αξιωματικοί ιδρύουν το 1895 στη Θεσσαλονίκη το Βερχοβιστικό Μακεδονικό Κομιτάτο, τη βουλγαρική Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΒΜΡΟ στα βουλγαρικά), μια παραστρατιωτική οργάνωση, που θα έλθει να συνδράμει το έργο της Βουλγαρικής Εξαρχίας και να προετοιμάσει τοπικές εξεγέρσεις, με σημαντικότερη την καταπνιγείσα στο αίμα από τους Τούρκους εξέγερση του Ιλιντεν τον Αύγουστο του 1903.
Απέναντι σε αυτή θα στηθεί το 1904, με πρωτοβουλία του πρεσβευτή Νικόλαου Μαυροκορδάτου, του Στέφανου Δραγούμη, προξένου τότε στο Μοναστήρι, και του εκδότη της εφημερίδας «Εμπρός» Δημήτριου Καλαποθάκου, το Ελληνομακεδονικό Κομιτάτο.
Περιττό να σημειώσουμε ότι οι περισσότεροι ντόπιοι οπλαρχηγοί που συμμετείχαν στον Μακεδονικό Αγώνα, όπως οι Κώττας, Γκόνος, Γιώτας και άλλοι, δεν ομιλούσαν την ελληνική γλώσσα παρά τη μακεδονική. Η Βουλγαρία ηττήθηκε και στους δύο βαλκανικούς πολέμους, τα σχέδιά της απέτυχαν παταγωδώς.
Ωστόσο το γλωσσικό ζήτημα διατηρήθηκε ενεργό ως βάση εθνοτικής διαφοράς και χαίνουσα πληγή στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Η εγκατάσταση όμως το 1924, με πρωτοβουλία του Ελευθέριου Βενιζέλου, 700.000 προσφύγων από τον Πόντο και τη Μικρά Ασία στη Μακεδονία ομογενοποίησε τον πληθυσμό και έσβησε στην κυριολεξία το όποιο εθνοτικό ζήτημα στη νεοκατακτηθείσα τότε νεοελληνική επικράτεια.
Το 1925 η μακεδονική έφθασε να διδάσκεται για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα στα σχολεία της περιοχής. Η όποια ανεκτικότητα ωστόσο απέναντι στην ομιλούμενη, σύμφωνα με τις επίσημες απογραφές εκείνης της εποχής, από περίπου 70.000-80.000 κατοίκους της ευρύτερης ελληνικής μακεδονικής γης, αντικαταστάθηκε από βάναυσες απαγορεύσεις στον καιρό της μεταξικής δικτατορίας.
Σαν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Βουλγαρία συντονίστηκε με τις δυνάμεις του Αξονα, εισβάλλοντας μαζί με τους γερμανούς κατακτητές στη Μακεδονία, το εθνοτικό ζήτημα επανήλθε και μαζί του βεβαίως το γλωσσικό.
Τον Νοέμβριο του 1943 ιδρύθηκε στην Καστοριά από σλαβόφωνα στελέχη του ΚΚΕ το Σλαβομακεδονικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΣΝΟΦ στη γλώσσα τους), το οποίο αυτοδιαλύθηκε την άνοιξη του 1944 εξαιτίας πλήθους αντιδράσεων.
Υποκαταστάθηκε το 1945 από το ιδρυθέν στα Σκόπια ΝΟΦ, από μετοικήσαντες εκεί διωκόμενους σλαβόφωνους κομμουνιστές, το οποίο διεκήρυττε την ανεξαρτησία της Μακεδονίας του Αιγαίου και αργότερα συντονίστηκε με τον Δημοκρατικό Στρατό στον ελληνικό εμφύλιο προσφέροντας μέχρι και 10.000 μαχητές.
Με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το όλο θέμα συντηρήθηκε με τη συγκρότηση της Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, για να επανέλθει μετά την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και πλέον να αναγνωρίζεται ως Βόρεια Μακεδονία μετά τη συμφωνία των Πρεσπών.
Οπως και να έχει, έπειτα από σχεδόν 150 χρόνων εξελισσόμενη διαφορά η μακεδονική γλώσσα θεωρείται φθίνουσα στον ελλαδικό χώρο. Μόνο ως συμπληρωματική της ελληνικής χρησιμοποιείται από τις μερικές δεκάδες χιλιάδες που την κατέχουν.



