Η πρόοδος της ιατρικής επιστήμης και η ευρεία διαθεσιμότητα εξετάσεων έχουν συμβάλει καθοριστικά στην έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία πολλών νοσημάτων, ιδιαίτερα των καρκίνων, πρώιμου σταδίου, του Μαστού, του Παχέος Εντέρου και του Προστάτη. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο ένα λιγότερο γνωστό, αλλά ιδιαίτερα σημαντικό φαινόμενο: η υπερδιάγνωση.

Ως υπερδιάγνωση ορίζεται η διάγνωση μιας «νόσου» σε ένα άτομο που δεν έχει κλινικά συμπτώματα ή προβλήματα. Με άλλα λόγια, πρόκειται για την ανίχνευση ευρημάτων τα οποία χαρακτηρίζονται ως παθολογικά, χωρίς όμως να έχουν πραγματική κλινική σημασία.

Το φαινόμενο αυτό συνδέεται συχνά με τον υπερβολικό προληπτικό έλεγχο. Για παράδειγμα, όταν ζητείται έλεγχος για αυτοαντισώματα σε ένα άτομο χωρίς κανένα σύμπτωμα, η τυχαία ανεύρεση ενός θετικού ευρήματος μπορεί να οδηγήσει στη διάγνωση «νόσου», παρότι το άτομο είναι υγιές. Αντίστοιχα, η αλόγιστη χρήση απεικονιστικών εξετάσεων, όπως αξονικές και μαγνητικές τομογραφίες, συχνά αποκαλύπτει μικρές, βραδέως εξελισσόμενες βλάβες, οι οποίες δεν πρόκειται να δημιουργούσαν πρόβλημα στο άτομο με το αμελητέο εύρημα.

Επιπλέον, η συνεχής διεύρυνση των ορισμών διαφόρων νοσημάτων – όπως η μείωση των ορίων για την υπέρταση και τα επίπεδα του αίματος της χοληστερίνης – έχει ως αποτέλεσμα ολοένα και περισσότερα άτομα να χαρακτηρίζονται «ασθενείς», χωρίς να παρουσιάζουν ουσιαστικά συμπτώματα.

Γιατί όμως παρατηρείται η υπερδιάγνωση; Μία βασική αιτία φαίνεται να είναι η πλημμελής κλινική αξιολόγηση και η παραγγελία εξετάσεων χωρίς αυστηρά κριτήρια. Ετσι, μικρές αποκλίσεις από τον «μέσο όρο» εκλαμβάνονται ως παθολογικές καταστάσεις, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η μη υπαρκτή συμπτωματολογία και η κλινική εικόνα του ατόμου.

Οι συνέπειες της υπερδιάγνωσης δεν είναι αμελητέες. Η υπερδιάγνωση οδηγεί σε περιττές θεραπείες και επεμβάσεις με πιθανές επιπλοκές, προκαλεί σημαντική ψυχολογική επιβάρυνση στα άτομα που μέχρι πρότινος αισθάνονταν υγιείς, ενώ παράλληλα επιβαρύνει το σύστημα υγείας με άσκοπη σπατάλη πόρων.

Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο; Πρώτον, με την ενημέρωση τόσο του κοινού όσο και των επαγγελματιών υγείας για τους κινδύνους της υπερδιάγνωσης. Δεύτερον, με την αποφυγή αυθαίρετης μείωσης των «φυσιολογικών» τιμών χωρίς επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση. Τρίτον, με την αναζήτηση δεύτερης γνώμης από ειδικό ιατρό πριν την έναρξη μακροχρόνιας ή επεμβατικής θεραπείας.

Η ιατρική δεν πρέπει να στοχεύει μόνο στο να εντοπίζει περισσότερα «ευρήματα», αλλά στο να ωφελεί ουσιαστικά τον άνθρωπο. Και αυτό απαιτεί μέτρο, κρίση και σωστή κλινική αξιολόγηση.

*Ο κ. Χαράλαμπος Μ. Μουτσόπουλος είναι ιατρός-ακαδημαϊκός.