Η παγκόσμια οικονομία έχει εισέλθει τα τελευταία χρόνια σε μια περίοδο αυξημένης και παρατεταμένης αβεβαιότητας, όπου οι κίνδυνοι προέρχονται πλέον από πολλά μέτωπα ταυτόχρονα: γεωπολιτικές εντάσεις, αναβίωση του προστατευτισμού, ενεργειακή αστάθεια, επίμονος πληθωρισμός, δημοσιονομικές και χρηματοπιστωτικές πιέσεις και τεχνολογικές ανατροπές. «Τα πάντα ρει» στην παγκόσμια οικονομία.

Η Ευρώπη και η Ελλάδα, περισσότερο από άλλες περιοχές του κόσμου, βρίσκονται στο επίκεντρο αυτών των προκλήσεων λόγω της ενεργειακής εξάρτησης, της χαμηλής παραγωγικότητας και της δημογραφικής πίεσης. Παρότι η παγκόσμια οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται, οι ρυθμοί μεγέθυνσης μειώνονται σημαντικά. Σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις του ΔΝΤ, ο μέσος ρυθμός της παγκόσμιας οικονομικής μεγέθυνσης αναμένεται να μειωθεί από 3,6% στην προηγούμενη πενταετία 2001-2005, στο 2,6% στην επόμενη πενταετία 2026-2030. Στην Ευρωπαϊκή Ενωση η αντίστοιχη μείωση των μέσων ρυθμών μεγέθυνσης είναι από το 2,7% στο 1,5%. Στη δε Ελλάδα η αντίστοιχη επιβράδυνση είναι από το 4,2% στο 1,7%, ακόμη μεγαλύτερη από ό,τι στη παγκόσμια και την ευρωπαϊκή οικονομία.

Η πρώτη μεγάλη πηγή αβεβαιότητας προέρχεται από το γεωπολιτικό πεδίο. Η αντιπαράθεση ΗΠΑ – Κίνας δεν περιορίζεται πλέον στον εμπορικό πόλεμο αλλά εξαπλώνεται στην τεχνολογία, στους ημιαγωγούς, στις σπάνιες γαίες και στον έλεγχο κρίσιμων εφοδιαστικών αλυσίδων. Οι δυο υπερδυνάμεις κινούνται προς οικονομικό διαχωρισμό, οδηγώντας πολλές άλλες χώρες σε επαναξιολόγηση των στρατηγικών τους.

Στο περιφερειακό επίπεδο, η συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία και η αστάθεια στη Μέση Ανατολή διατηρούν υψηλή τη μεταβλητότητα και τους κινδύνους στις αγορές τροφίμων, ενέργειας και μεταφορών, δημιουργώντας νέα κόστη για επιχειρήσεις και καταναλωτές. Ο κίνδυνος διεύρυνσης αυτών των συγκρούσεων παραμένει, ασκώντας συνεχή πίεση στη διεθνή οικονομική δραστηριότητα.

Η ενεργειακή αστάθεια αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη πρόκληση. Οι διακυμάνσεις στις τιμές φυσικού αερίου και πετρελαίου, αλλά και η αβεβαιότητα γύρω από την ταχύτητα της πράσινης μετάβασης, δημιουργούν ανησυχίες για τη βιωσιμότητα της παγκόσμιας ανάπτυξης. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα, που εντείνονται λόγω της κλιματικής αλλαγής, πλήττουν την παραγωγή τροφίμων, την αγροτική οικονομία και τη λειτουργία κρίσιμων υποδομών.

Η Ευρώπη παραμένει η περιοχή με τη μεγαλύτερη ενεργειακή ευπάθεια. Παρότι έχει μειώσει την εξάρτησή της από το ρωσικό αέριο, το κόστος ενέργειας εξακολουθεί να είναι υψηλότερο σε σύγκριση με τις ΗΠΑ και την Ασία, υπονομεύοντας την ανταγωνιστικότητα κλάδων όπως η βαριά βιομηχανία και η χημική παραγωγή. Εάν δεν εξασφαλιστούν σταθερές και φθηνές πηγές ενέργειας, ο κίνδυνος σταδιακής αποβιομηχάνισης ορισμένων ευρωπαϊκών οικονομιών παραμένει ορατός.

Παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωσή του, ο πληθωρισμός δεν έχει επιστρέψει στα επίπεδά του πριν από την πανδημία. Τα βασικά αίτια – ενέργεια, εφοδιαστικές αλυσίδες, μισθολογικές πιέσεις – δεν έχουν εξαλειφθεί. Αυτό αναγκάζει τις κεντρικές τράπεζες να παραμένουν σε επιφυλακή, διατηρώντας τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για περισσότερο διάστημα απ’ όσο αναμενόταν.

Ενα από τα λιγότερο ορατά αλλά σημαντικότερα προβλήματα είναι το επίπεδο του παγκόσμιου χρέους. Μετά από μια δεκαετία πολύ χαμηλών επιτοκίων, πολλά κράτη και επιχειρήσεις φορτώθηκαν χρέη που σήμερα είναι δυσκολότερο να εξυπηρετηθούν. Ο κίνδυνος νέων κρίσεων χρέους είναι ιδιαίτερα έντονος, ιδιαίτερα σε αναδυόμενες οικονομίες, αλλά ακόμη και σε μεγάλες οικονομίες της ΕΕ.

Στην Κίνα ο συνδυασμός διογκωμένου εταιρικού χρέους, προβληματικού τομέα ακινήτων και πίεσης στα τοπικά δημόσια οικονομικά δημιουργεί μια πιθανή πηγή συστημικού κινδύνου για ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.

Παράλληλα, οι αγορές κατοικιών σε πολλές χώρες δείχνουν σημάδια κόπωσης: οι τιμές σταθεροποιούνται ή μειώνονται, ενώ η εμπορική ακίνητη περιουσία δοκιμάζεται από τη διάδοση της τηλεργασίας και τη μείωση της ζήτησης για γραφεία. Εάν η τάση αυτή συνεχιστεί, θα μπορούσε να επιβαρύνει τράπεζες και επενδυτικά κεφάλαια.

Η τεχνητή νοημοσύνη παρουσιάζεται ως η νέα μεγάλη υπόσχεση για άνοδο της παραγωγικότητας. Για τις αγορές όμως αποτελεί και πηγή κινδύνου. Ο φόβος ότι η αισιοδοξία γύρω από την ΤΝ μπορεί να έχει ήδη δημιουργήσει υπερβολικές χρηματιστηριακές αποτιμήσεις ενισχύει το σενάριο μιας πιθανής διόρθωσης. Ταυτόχρονα, η αυτοματοποίηση επηρεάζει την αγορά εργασίας, δημιουργώντας ανασφάλεια σε εργαζομένους και κρατικούς προϋπολογισμούς που βασίζονται στις εισφορές εργοδοτών και εργαζομένων.

Η αύξηση των ψηφιακών απειλών και των επιθέσεων σε κρίσιμες υποδομές προσθέτει μια ακόμη διάσταση αβεβαιότητας, με πιθανές επιπτώσεις στην οικονομική σταθερότητα.

Η ευρωπαϊκή οικονομία είναι πιο ευάλωτη σε όλους τους παραπάνω κινδύνους. Η χαμηλή παραγωγικότητα, η δημογραφική γήρανση και η αδυναμία προσέλκυσης μεγάλων τεχνολογικών επενδύσεων επιβαρύνουν τη μακροχρόνια ανάπτυξη. Οι δημοσιονομικοί περιορισμοί και η επαναφορά των κανόνων της ΕΕ αυξάνουν την πίεση σε χώρες με υψηλό χρέος, όπως η Ιταλία και η Γαλλία. Τα περιθώρια των επιτοκίων (spreads) μπορεί να βρεθούν ξανά στο επίκεντρο.

Σε πολιτικό επίπεδο, η άνοδος λαϊκιστικών και ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων δημιουργεί αβεβαιότητα για την κατεύθυνση των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων, ενώ δυσχεραίνει τον συντονισμό σε θέματα όπως η πράσινη μετάβαση, η μεταναστευτική πολιτική και η δημοσιονομική σταθερότητα.Η ελληνική οικονομία, παρά το ότι τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της ΕΕ και της ζώνης του ευρώ, επηρεάζεται σε πολλά επίπεδα από τις διεθνείς και ευρωπαϊκές αβεβαιότητες, λόγω των διαχρονικών της αδυναμιών: υψηλό εξωτερικό χρέος, πολιτική πόλωση, περιορισμένη παραγωγική βάση, μικρή εξωστρέφεια σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, δημογραφική γήρανση και υπερβολική εξάρτηση από ενέργεια, τουρισμό και μεταφορές.

Η νέα εποχή της παρατεταμένης αβεβαιότητας δημιουργεί σημαντικούς κινδύνους αλλά και νέες ευκαιρίες. Με στοχευμένες επενδύσεις, πολιτική και δημοσιονομική σταθερότητα, ενίσχυση της παραγωγικότητας και αποφασιστικές πολιτικές στην ενέργεια, την τεχνολογία και την εκπαίδευση, η Ελλάδα μπορεί όχι μόνο να περιορίσει τις δυσμενείς επιπτώσεις των παγκόσμιων αναταράξεων, αλλά και να αξιοποιήσει τη νέα εποχή ως μοχλό αναβάθμισης της οικονομίας της και μετάβασης σε μια νέα περίοδο ανάπτυξης.

Ο κόσμος εισέρχεται σε μια εποχή παρατεταμένης αβεβαιότητας, όπου ενεργειακοί, γεωπολιτικοί, χρηματοπιστωτικοί και τεχνολογικοί ενδεχόμενοι κίνδυνοι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Η αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων απαιτεί προνοητική, συντονισμένη και ρεαλιστική οικονομική πολιτική. Σε ένα περιβάλλον όπου τίποτα δεν είναι δεδομένο, η ικανότητα προσαρμογής θα καθορίσει ποιες οικονομίες θα αντέξουν και ποιες θα μείνουν πίσω.

Ο κ. Γιώργος Αλογοσκούφης είναι ομότιμος καθηγητής Οικονομικής Επιστήμης στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρώην υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών.