Είναι τρεις, πενήντα κάτι. Κάθονται στριμωγμένοι σε μονό τραπέζι αντί για διπλό και το απολαμβάνουν, βολεύοντας τα άδεια πιάτα σε στοίβες κι απλώνοντας καθένας τα καπνικά του πάνω στου άλλου. Φέρουν κλασική περιβολή «Μπαμπάς την Κυριακή»: φόρμα, φούτερ, αμάνικο μπουφάν, ναυτικό μπλε και γκρι ή κόκκινο και μαύρο.
Ολοι φορούν τη βέρα τους – που πιέζει λίγο τα κάπως στρουμπουλά πλέον δαχτυλάκια. Ολοι έχουν μια κάποια αραίωση και γκριζάρισμα – αλλά μπορείς να διακρίνεις ακόμη κάτι από την πάλαι ποτέ γενναία χαίτη με κούρεμα-κοριτσομαγνήτη. Δείχνουν υπερβολικά χαρούμενοι που είναι εκεί – μιλούν πιο γρήγορα και πιο δυνατά απ’ ό,τι (υποθέτεις) συνήθως, αποκαλούν ο ένας τον άλλο με την παραδοσιακή ελληνική λέξη από μι που ακούγεται σαν το πιο τρυφερό χαϊδευτικό και παραγγέλνουν από τον σερβιτόρο σε δόσεις, όχι καθένας τα δικά του αλλά τα πάντα για τη μέση.
Ακόμα και οι μπίρες τους – ίσως κυρίως οι μπίρες – είναι κοινές, λες κι αν μοιραστούν το ίδιο μπουκάλι, που αδειάζει αμέσως, αντί να πάρουν τρεις να τελειώνουν, η σχέση τους θα γίνει πιο δυνατή. Παρατηρώντας τους, μπορείς να φανταστείς μια καθημερινότητα. Μια γλυκιά γυναίκα στο σπίτι, που βρήκε λίγη ησυχία ενώ ο άντρας πήγε μια – ίσως με κόπο προγραμματισμένη – βόλτα με τους φίλους. Ενα δεκάχρονο πιτσιρίκι, εξαντλημένο στο κρεβάτι του μετά την απογευματινή «δραστηριότητα». Διακρίνεις, επίσης, και τη δυναμική τους.
Ο πρώτος στη μια άκρη, πιο ψηλός και στρουμπουλός, πιο φωνακλάς αλλά και πιο αγαθός – αυτός που παραγγέλνει τις μπίρες, που γεμίζει τα ποτήρια, που η χαρά του είναι πιο έκδηλη, που μάλλον ήταν κι αυτός που τους ξεσήκωσε να βγουν.
Ο δεύτερος στην άλλη άκρη, πιο κοντός αλλά πιο μυώδης, με βλέμμα πιο ξύπνιο, πρόσωπο πιο σκοτεινό, οργανώνει το τραπέζι στα κρυφά, προτού ο φίλος του γκρεμίσει τα πάντα με τα χαρούμενα χέρια του, η ήρεμη δύναμη ανάμεσα στους τρεις. Ο τρίτος στη μέση, μικροκαμωμένος, κάπως πιο γερασμένος, δεν γεμίζει το ποτήρι του αν δεν του το γεμίσουν, δεν πλησιάζει τα πιάτα προτού σερβιριστούν οι άλλοι, μονάχα κάθεται, σιωπηλός, και τους ακούει και τους χαμογελάει, αλλά οι άλλοι πάντα θυμούνται και τον σκουντάνε να μιλήσει, πάντα θυμούνται και του γεμίζουν το ποτήρι.
Στο απέναντι τραπέζι είναι δύο. Διπλό τραπέζι, που μοιάζει τραπεζαρία ολόκληρη μπροστά στις ταπεινές μορφές. Πατέρας και γιος. Ο γιος κάπου στα μισά της εφηβείας. Ψηλός, πολύ αδύνατος, ένα αγαθό πρόσωπο, με μάτια ακόμη παιδικά και λεπτή τριχοφυΐα, που μοιάζει κάπως αταίριαστη. Ταυτόχρονα χαρούμενος και νευρικός, κοιτάζει τριγύρω τα τραπέζια με φιλοπεριέργεια και κουνάει το πόδι πάνω-κάτω. Κι εκείνου επίσης του αρέσει που είναι εκεί. Μπορείς να φανταστείς ότι δεν είναι ακριβώς «άλφα αρσενικό». Ισως δεν περνάει και τόσο καλά στο σχολείο. Εν τούτοις, παρότι έξω από το σπίτι, νιώθει άνετα εκεί που είναι, με τον πατέρα του προστατευτικό αλλά χαλαρό δίπλα, να ελέγχει κάθε τόσο το πιάτο του να δει αν τρώει, το ποτήρι του αν έχει αρκετό νερό.
Το αγόρι όσο περνάει η ώρα λύνεται. Το φιλοπερίεργο βλέμμα γίνεται πιο ζεστό, πιο ανυπόμονο. Οταν ακούει τους άντρες από απέναντι να σχολιάζουν γελώντας κάτι στο μπασκετικό ματς που δείχνει η τηλεόραση μπροστά, το βλέπεις να παίρνει μια βαθιά ανάσα, να μαζεύει όλες του τις δυνάμεις και να τους λέει: «Ωραίο παιχνίδι». Κι εκείνοι αμέσως γυρίζουν, τον κοιτάνε, συγκατανεύουν, σχολιάζουν, επειδή οι άντρες, καμιά φορά, είναι λιγότερο σκληροί απ’ τα παιδιά.
Στο τραπέζι από πίσω τους, άλλοι δυο άντρες. Εξηντάρηδες, λιγάκι εγκληματίες, από αυτούς που βλέπεις σε μαγειρεία Κυριακή του Πάσχα, όπου καταλήγεις επειδή βαριόσουν να πας στο σόι σου, οπότε χώθηκες σ’ ένα ημιυπόγειο μαγειρείο που βρήκες ανοιχτό, ας πούμε στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, και ήσαστε εσύ, ο άντρας σου και δυο εγκληματίες, στέκοντας όλοι μπροστά απ’ τη βιτρίνα με τα γυαλισμένα μεταλλικά ταψιά και με τον θεόρατο μάγειρα με το λευκό φανελάκι από πίσω να λέει ότι σήμερα έχει μόνο αρνί με πατάτες και χωριάτικη.
Δυο τέτοιοι, λοιπόν, είναι και στο πίσω τραπέζι, ο ένας κουβαλάει ένα γελοιωδώς τεράστιο μαχαίρι, σαν να σκοπεύει να πάει να κυνηγήσει αγριόχοιρους μετά, και θες να του πεις να στρώσει λίγο το πέτσινο μπουφάν και τη ζώνη στο τζιν του να μη φαίνεται, αλλά μετά σκέφτεσαι, φευ, δεν βαριέσαι, εσένα ο παππούς σου σού είχε κάνει δώρο ένα τέτοιο στα έξι σου. Μακέλεψες ποτέ κανέναν; Οχι. Κι αν το έκανες, σίγουρα δεν θα το έκανες μέσα σ’ ένα ψητοπωλείο όπου πήγες να δεις μπάσκετ τρώγοντας αμφισβητήσιμο γύρο μια τυχαία καθημερινή.
Στο τελευταίο τραπέζι είσαι εσύ, εσύ κι ο άντρας σου. Σκέφτεσαι ότι ο Γούντι Αλεν, τον οποίο γενικά απεχθάνεσαι, είχε δίκιο σ’ ένα πράγμα, ότι από κάποιο σημείο και μετά τα ζευγάρια μεταμορφώνονται σε αδέλφια. Ετσι λοιπόν εσύ κι αυτός, πηγαίνετε παντού μαζί σαν σιαμαία, όχι επειδή είστε ζευγάρι, αλλά επειδή οι εγκέφαλοί σας είναι κάπως πανομοιότυποι πια και θέλετε τα ίδια ακριβώς πράγματα: να δείτε μπάσκετ και να φάτε χωρίς να χρειαστεί να μαγειρέψετε και κατ’ επέκταση να αφήσετε συμπράγκαλα στον νεροχύτη. Κάθεστε, λοιπόν, και παραγγέλνετε ακριβώς ό,τι παραγγέλνετε κάθε φορά που τρώτε απ’ έξω εδώ και μια δεκαετία και βάλε.
Κάνετε μια πεντάλεπτη συζήτηση για τα γυαλιά οράσεως που ξεχάσατε σπίτι (αυτός βλέπει, έχει λίγη μυωπία, εσύ όχι, έχεις αστιγματισμό, αλλά ξεχωρίζεις μια χαρά τον Γιώργο Μπαρτζώκα, επειδή ο Γιώργος Μπαρτζώκας είναι το είδωλό σου κι ας είσαι Παναθηναϊκός, τον ξεχωρίζεις και τον χαζεύεις όπως χαζεύει μια παλαιά μάνα έναν γαμπρό «κελεπούρι» που η κόρη της δεν θα μπορούσε ποτέ να καπαρώσει επειδή τόσο της κόβει). Και ύστερα, απλώς παρακολουθείτε το ματς.
Εσύ είσαι λίγο παράταιρη εκεί. Οχι επειδή δεν βλέπεις μπάσκετ – το βλέπεις. Οχι επειδή δεν τρως ξίγκια – τα τρως. Είσαι λίγο παράταιρη επειδή δεν καταλαβαίνεις – από βιολογική αδυναμία; – τη συλλογική συνείδηση των αντρών. Ναι, ξέρεις τους παίκτες. Ξέρεις τι είναι ασίστ. Ξέρεις πότε το φάουλ είναι φάουλ. Αλλά, πέρα απ’ αυτά, δεν ξέρεις τι είναι εκείνο που κάνει τους άντρες, αν ένας τους φωνάξει λίγο πιο δυνατά, ν’ αρχίσουν να συνομιλούν, τραπέζι με τραπέζι, σαν να είναι γνωστοί.
Να σχολιάζουν, να γελάνε. Να ανοίγουν κουβέντα από το πουθενά κι έτσι απλά κατόπιν να την κλείνουν. Λες και κάθε χώρος όπου οι άντρες μαζεύονται να δουν αθλητικά γίνεται μια μικρή κυψέλη απόλυτης κοινότητας, XY χρωμοσώματα προς ΧΥ χρωμοσώματα, καθαρά. Κι εν τέλει σου φαίνεται κάπως τρυφερό αυτό, μιας και οι άντρες επίσης κουβαλούν τα βάρη του κοινωνικού τους φύλου. Γι’ αυτό και όταν βρίσκουν ο ένας τον άλλον – ίσως κόντρα στην κοινωνική νόρμα του ισχυρού, μονάχου αρσενικού – φτιάχνουν κάτι που μοιάζει ιερό.
Ο κόσμος ως γραμμή παραγωγής
Πάντα μου φαίνονταν θλιβερά τα αληθινά ελατάκια που τέτοιες μέρες ο κόσμος παρατάει στους κάδους. Οχι πως αφανίστηκε κανένα παρθένο δάσος – ακριβώς για τη συγκεκριμένη δουλειά τα φυτεύουν. Οπως τα ζώα που εκμεταλλευόμαστε – δεν τα αιχμαλωτίζουν από ελεύθερες, αχανείς γαίες, τα εκτρέφουν. Ωστόσο, όλα όσα οι άνθρωποι φυτεύουν ή εκτρέφουν, όλα αυτά των οποίων η ίδια η ύπαρξη προγραμματίζεται για συγκεκριμένους σκοπούς, παραμένουν ζωντανά.
Οι άνθρωποι το κάνουν αυτό, ακόμα και στον εαυτό τους. Τεκνοποιούν επειδή αυτό είναι προγραμματισμένοι να κάνουν – καθένας μας γεννήθηκε με έναν σκοπό, φυσικό ή/και κοινωνικό. Κανείς δεν φύεται μονάχος στην άβυσσο, ελεύθερος, ανεξάρτητος κάθε σχέσης. Η ζωή υπόκειται στην αιτιότητα. Κάτι προγραμμάτισε την εμφάνισή της, κάτι την προόρισε για μια συγκεκριμένη δουλίτσα στο σύμπαν. Γι’ αυτό το «τι» και το «γιατί» της ζήσης είναι πάντα οδυνηρά, και ό,τι μας απομένει να προσδοκούμε είναι ένα αναίμακτο «πώς».



