Το 2026 δεν θα αποτελέσει απλώς μια ακόμη χρονιά γεωπολιτικών εντάσεων. Θα εδραιώσει μια βαθύτερη μετατόπιση: τη μετάβαση από έναν κόσμο όπου ο ανταγωνισμός οριζόταν πρωτίστως γεωπολιτικά σε έναν κόσμο όπου η γεωοικονομία καθίσταται το κυρίαρχο πεδίο ανταγωνισμού. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η οικονομία, η τεχνολογία, η ενέργεια, οι υποδομές, οι πρώτες ύλες και οι αλυσίδες εφοδιασμού αναδεικνύονται σε βασικά εργαλεία ισχύος. Η νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, που δημοσιοποιήθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να κωδικοποιήσει αυτή την πραγματικότητα.
Η στροφή αυτή αποτυπώθηκε και στην πρόσφατη συνάντηση κορυφής (30 Οκτωβρίου 2025) μεταξύ του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και του κινέζου προέδρου Σι Τζινπίνγκ στη Νότια Κορέα. Η ημερήσια διάταξη επικεντρώθηκε σε θέματα εμπορίου, δασμών, εξαγωγών προηγμένων ημιαγωγών και σπάνιων γαιών, καθώς και στην πρόσβαση σε κρίσιμες υποδομές και λιμένες – και όχι σε ζητήματα πυρηνικών εξοπλισμών ή στο ακανθώδες γεωπολιτικό ζήτημα της Ταϊβάν. Πρόκειται για χαρακτηριστική ένδειξη της μετατόπισης του ανταγωνισμού από το γεωπολιτικό στο γεωοικονομικό πεδίο.
Η γεωπολιτική, βεβαίως, δεν εξαφανίζεται. Ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή θα συνεχίσουν να επηρεάζουν το διεθνές περιβάλλον και το 2026. Ωστόσο, υπό συνθήκες πυρηνικής αποτροπής, η άμεση στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ μεγάλων δυνάμεων παραμένει εξαιρετικά επικίνδυνη και δυνητικά ανεξέλεγκτη. Αντίθετα, η άσκηση πίεσης μέσω κυρώσεων, εμπορίου, επενδύσεων, τεχνολογίας και ενέργειας προσφέρει πιο εύκολα διαχειρίσιμα και πιο αποτελεσματικά εργαλεία επιρροής. Η γεωοικονομία αναδεικνύεται έτσι ως η σύγχρονη μορφή στρατηγικού ανταγωνισμού.
Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της «εργαλειοποίησης της αλληλεξάρτησης» αποκτά κεντρική σημασία. Οποιος ελέγχει τα δίκτυα και τα «σημεία συμφόρησης» (choke-points) της παγκόσμιας οικονομίας – χρηματοπιστωτικά συστήματα και πλατφόρμες διατραπεζικών συναλλαγών όπως το SWIFT, ψηφιακές πλατφόρμες, ενεργειακές ροές, θαλάσσια στενά, υποθαλάσσια καλώδια επικοινωνιών και κρίσιμες πρώτες ύλες – μπορεί να επηρεάζει τη συμπεριφορά κρατών και επιχειρήσεων χωρίς προσφυγή στη χρήση ένοπλης βίας. Το δολάριο, οι αμερικανικές αγορές κεφαλαίου, οι τεχνολογικοί περιορισμοί και τα καθεστώτα κυρώσεων αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της μορφής ισχύος.
Η νέα αμερικανική στρατηγική τοποθετεί πλέον ρητά την οικονομική ασφάλεια στον πυρήνα της εθνικής ασφάλειας. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει την αναδιάρθρωση των εμπορικών σχέσεων, τη μείωση των ελλειμμάτων και την επιβολή νέων, αυστηρότερων όρων εμπορίου. Το ελεύθερο εμπόριο παύει να θεωρείται αυτοσκοπός· υποτάσσεται στην προστασία της εγχώριας βιομηχανίας και της στρατηγικής αυτονομίας. Οι δασμοί, οι περιορισμοί εξαγωγών και οι έλεγχοι επενδύσεων δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως στρεβλώσεις της ελεύθερης αγοράς, αλλά ως εύλογα εργαλεία εθνικής ισχύος.
Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται η επανεκβιομηχάνιση της αμερικανικής οικονομίας. Η επαναφορά της παραγωγής (reshoring και friendshoring), η στρατηγική χρήση κινήτρων και δασμών και η προσέλκυση επενδύσεων σε κρίσιμους τομείς αποτελούν βασικούς πυλώνες της νέας στρατηγικής. Παράλληλα, επιδιώκεται η σχετική αποσύζευξη από την κινεζική αγορά (decoupling) και η μείωση κρίσιμων εξαρτήσεων. Η λογική της νέας στρατηγικής είναι σαφής: καμία χώρα δεν πρέπει να εξαρτάται από εξωτερικούς προμηθευτές για πρώτες ύλες, προϊόντα ή τεχνολογίες απαραίτητες για την άμυνα και την οικονομία της. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών παρακολουθούν πλέον συστηματικά παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού και τεχνολογικές εξελίξεις, όπως ακριβώς παρακολουθούν στρατιωτικές απειλές.
Κεντρικό ρόλο διαδραματίζει και η ενεργειακή ισχύς. Η αμερικανική στρατηγική αντιμετωπίζει την ενεργειακή υπεροχή ως θεμέλιο της οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος. Φθηνή και άφθονη ενέργεια θεωρείται αναγκαία τόσο για τη βιομηχανική αναγέννηση όσο και για τη διατήρηση τεχνολογικού πλεονεκτήματος σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη. Παράλληλα, οι ενεργειακές εξαγωγές αξιοποιούνται ως εργαλείο περιορισμού της επιρροής ανταγωνιστών. Συναφής είναι και η προτεραιοποίηση του Δυτικού Ημισφαιρίου, που οδηγεί σε πολιτικές σταδιακού εκτοπισμού (roll back) της κινεζικής γεωοικονομικής παρουσίας από την αμερικανική «σφαίρα επιρροής».
Η Κίνα, από την πλευρά της, ακολουθεί μια διαφορετική αλλά εξίσου συνεκτική στρατηγική. Επενδύει συστηματικά στον έλεγχο κρίσιμων πρώτων υλών όπως σπάνιες γαίες, σε υποδομές μεταφορών, επικοινωνιών και ενέργειας, καθώς και σε βιομηχανική παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας. Το Πεκίνο δεν επιδιώκει απλώς τεχνολογική πρωτοπορία, αλλά τον έλεγχο ολόκληρων αλυσίδων αξίας – από τις πρώτες ύλες έως το τελικό προϊόν. Μέσω κρατικών επιδοτήσεων, χρηματοπιστωτικής στήριξης και στρατηγικού σχεδιασμού, οικοδομεί γεωοικονομική ισχύ που μπορεί να μετατραπεί άμεσα σε διπλωματική επιρροή.
Οι περιορισμοί στις εξαγωγές προηγμένων ημιαγωγών προς την Κίνα καταδεικνύουν την ένταση αυτής της γεωοικονομικής αντιπαράθεσης. Αμερικανικές και ευρωπαϊκές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας υφίστανται απώλειες αγορών, αλλά ταυτόχρονα ενισχύονται από κρατικές πολιτικές για τη δημιουργία νέων παραγωγικών δυνατοτήτων εντός δυτικών χωρών.
Οι εξελίξεις αυτές έχουν άμεσες – αλλά συχνά υποτιμημένες – συνέπειες για τις επιχειρήσεις. Οι εταιρείες δεν λειτουργούν πλέον σε ουδέτερο διεθνές περιβάλλον. Οι αποφάσεις για επενδύσεις, προμήθειες, παραγωγή και εξαγωγές καθορίζονται ολοένα και περισσότερο από γεωοικονομικούς υπολογισμούς. Η λογική της «αποτελεσματικότητας» (efficiency) που χαρακτήρισε την εποχή της παγκοσμιοποίησης υποχωρεί υπέρ της ανάγκης για «ανθεκτικότητα» (resilience). Το μοντέλο just-in-time αντικαθίσταται από το just-in-case.
Για τις επιχειρήσεις, το 2026 σηματοδοτεί την ανάγκη ενσωμάτωσης του γεωοικονομικού ρίσκου στον στρατηγικό σχεδιασμό. Η διαφοροποίηση προμηθευτών, η γεωγραφική διασπορά της παραγωγής, η συμμόρφωση με καθεστώτα κυρώσεων και η κατανόηση των στρατηγικών προτεραιοτήτων των μεγάλων δυνάμεων καθίστανται ζωτικής σημασίας. Η παραδοσιακή διάκριση μεταξύ «πολιτικού» και «επιχειρηματικού» ρίσκου χάνει το νόημά της.
Σε αυτό το περιβάλλον, η έννοια της γεωοικονομικής επιτήρησης (geoeconomic surveillance) εισέρχεται στα βασικά εργαλεία στρατηγικού σχεδιασμού των επιχειρήσεων. Η κατανόηση της μετάβασης από τον «φιλελευθερισμό» στον «προστατευτισμό», η πρόβλεψη κυβερνητικών αποφάσεων που επηρεάζουν το εμπόριο, η χαρτογράφηση κρίσιμων αλληλεξαρτήσεων που μπορούν να εργαλειοποιηθούν, η ανάλυση σεναρίων (π.χ. αποκλεισμός της Κίνας από το δολάριο, διακοπή ναυσιπλοΐας στη νοτιοανατολική Σινική Θάλασσα, ναυτικός αποκλεισμός της Ταϊβάν) και η ικανότητα ταχείας αναδιάρθρωσης των αλυσίδων εφοδιασμού δεν αποτελούν πλέον πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση επιβίωσης.
Στον Ψυχρό Πόλεμο (1947-1991), η γεωπολιτική ήταν υπόθεση πολιτικών ηγετών, διπλωματών και στρατηγών. Στον σημερινό Ψυχρό Πόλεμο 2.0, οι διευθύνοντες σύμβουλοι και οι επενδυτές βρίσκονται πλέον στην πρώτη γραμμή.
Ο κ. Αθανάσιος Πλατιάς είναι ομότιμος καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και πρόεδρος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων.



