Οι υπόρρητες συνδηλώσεις της Διεθνούς Ημέρας της Γυναίκας

Του Μάρκου Καρασαρίνη

Οταν οι πρώτες εκδηλώσεις του κινήματος για τη γυναικεία ψήφο εμφανίζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και την Ευρώπη γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα, ένα πλήθος υπόγειων πολιτισμικών και ιδεολογικών ρευμάτων κινείται κάτω από τη φαινομενικά ήρεμη επιφάνεια της δυτικής κοινωνίας. Το 1848 θα απελευθερώσει ένα μεγάλο τμήμα διεκδικήσεων αφήνοντας άλλες τόσες εκκρεμείς: η έννοια του έθνους υπερακοντίζει τα ζητήματα αποκλεισμών, τα καλύπτει για ένα διάστημα, αλλά δεν τα εξαφανίζει.

Το περιβάλλον στο οποίο οι σουφραζέτες συγκροτούν τη μαχητική πρωτοπορία για τα δικαιώματα των γυναικών είναι αυτό της αφάνειας, της οριακής αποδοχής τους στην ανώτατη παιδεία σε κολέγια θηλέων, όπως στο Νιούναμ Χολ και το Γκίρτον του Κέιμπριτζ, της απουσίας από τα ελευθέρια επαγγέλματα – σε χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, η Ισπανία το μόνο αποδεκτό επάγγελμα είναι της συγγραφέως.

Αρκεί μάλιστα για να προκαλεί κρίσεις διάχυτης ανησυχίας, όπως παρατηρεί ο βρετανός ιστορικός Ντόναλντ Σασούν στο μνημειώδες The Culture of the Europeans (εκδ. HarperPress, 2006), και εικόνες σαν αυτή του διάσημου γάλλου γελοιογράφου Ονορέ Ντομιέ που παριστάνει μια λογοτέχνιδα συνεπαρμένη από τον οίστρο της γραφής ενώ το σπίτι της σκονίζεται και το μωρό της πνίγεται στο μπάνιο.

Λίγα μόνο χρόνια αργότερα, η «Νέα Γυναίκα» των αρχών του 20ού αιώνα θα προξενήσει κύμα ηθικού πανικού με την υποτιθέμενα ανδρική της συμπεριφορά και τη στάση της απέναντι στο σεξ. Είναι βέβαιο ότι όταν ακούστηκε στα «Νέα Παναθήναια» του 1908 «Η Νέα Γυναίκα» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, οι ευρηματικά διφορούμενοι στίχοι των Μπάμπη Αννινου και Γιώργου Τσοκόπουλου «Εγώ είμαι η Νέα Γυναίκα που θα καπνίζω και θα ψηφίζω» μπορούσαν να λειτουργήσουν για το κοινό της εποχής τόσο ως αναγνώριση του φαινομένου όσο και ως υπαινικτική καταδίκη του. Εναν και πλέον αιώνα αργότερα η ισότητα δεν έχει τη μορφή αγώνα, δεν τίθεται με όρους ερωτήματος.

Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι στο ημερολόγιο κάθε έτους διατηρείται η Διεθνής Ημέρα της Γυναίκας, ειδικό καθεστώς που κατά τον ΟΗΕ έχει τον χαρακτήρα «διεθνούς συνειδητοποίησης και δράσης» για το εκάστοτε προβαλλόμενο ζήτημα, κάτι υποδεικνύει: τις γυάλινες οροφές, τις υπεκφυγές, τις ατέλειες, τις αντιστάσεις, τις οπισθοδρομήσεις.

***

Οι γυάλινες οροφές είναι ακόμη εδώ

Της Ιωάννας Λαλιώτου

Στην πρόσφατη Σύνοδο Πρυτάνεων των ελληνικών δημόσιων πανεπιστημίων που πραγματοποιήθηκε στον Βόλο συμπεριλήφθηκε μια ξεχωριστή συνεδρίαση που αφορούσε τη θέση των γυναικών στο Πανεπιστήμιο. Σε αυτή τη συνεδρία συμμετείχαν γυναίκες πανεπιστημιακοί από τα ανώτερα και ανώτατα όργανα διοίκησης των ΑΕΙ παρουσία της υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού.

Τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν μέσω αυτής της συνεδρίασης κατέγραψαν την έμφυλη γεωγραφία των δημοσίων ΑΕΙ, που είναι βέβαια γνωστή και οικεία σε όσες και όσους από εμάς υπηρετούμε από ποικίλες θέσεις το Πανεπιστήμιο εδώ και δεκαετίες. Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν την εικόνα μιας καθαρής πυραμίδας στη βάση της οποίας βρίσκεται μια ίση αναλογία φοιτητών/φοιτητριών (διαφοροποιημένη βέβαια ανά σχολή και επιστημονικό πεδίο), που εξελίσσεται ως σταδιακή μείωση της συμμετοχής των γυναικών όσο ανεβαίνουν οι βαθμίδες σε θέσεις διδασκαλίας (αριθμός μελών ΔΕΠ), σε θέσεις διοίκησης και ευθύνης (Πρόεδροι Τμημάτων, Κοσμήτορες, Διευθύντριες/ές Τομέων και Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων, κ.τ.λ.). Η συμμετοχή τους στις υψηλότερες θέσεις διοίκησης και ευθύνης (Πρυτάνεις, Αντιπρυτάνεις και Μέλη Συμβουλίων Διοίκησης) είναι περαιτέρω εκθετικά περιορισμένη αποτυπώνοντας τον δυσανάλογα μικρό αριθμό γυναικών που είτε είναι υποψήφιες είτε εκλέγονται σε αυτές τις θέσεις διαμορφώνοντας έτσι το σχήμα της πυραμίδας.

Συνοπτικά, θα λέγαμε ότι κάπου 200 χρόνια μετά την ίδρυση του πρώτου πανεπιστημίου στη χώρα μας, ενώ καταφέραμε να διασφαλίσουμε θεσμικά και πολιτισμικά την ισότιμη πρόσβαση των κοριτσιών και νέων γυναικών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, εξακολουθούμε να βιώνουμε το φαινόμενο της «γυάλινης οροφής»: ένα άρρητο και αόρατο όριο που δεν ευνοεί ή αποτρέπει την ισότιμη συμμετοχή των γυναικών συναδέλφων στις υψηλότερες θέσεις διοίκησης και ευθύνης.

Το παράδειγμα της ανώτατης εκπαίδευσης είναι ένα μόνο μεταξύ άλλων επαγγελματικών και εργασιακών χώρων όπου αντίστοιχες μελέτες αναδεικνύουν το ίδιο φαινόμενο. Ξεχωρίζω όμως εδώ την περίπτωση του Πανεπιστημίου γιατί είναι τόσο ιδιαίτερη όσο και παραδειγματική. Παραδειγματική, γιατί αναδεικνύει εμμενείς τάσεις ανισότητας που αφορούν το σύνολο της κοινωνίας. Και ιδιαίτερη, γιατί η τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει παίξει ιστορικά – και συνεχίζει να παίζει – πρωταγωνιστικό ρόλο στην εμπέδωση της ισότητας και την εμβάθυνση της δημοκρατίας στη χώρα μας και διεθνώς. Ας μην ξεχνούμε ότι κατά τη μεταπολεμική περίοδο – στη χώρα μας κυρίως από τη Μεταπολίτευση και μετά – η σταδιακή αύξηση της δυνατότητας πρόσβασης των παιδιών των ευρύτερων μεσαίων και χαμηλότερων αστικών και αγροτικών κοινωνικών στρωμάτων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αποτέλεσε κύριο μοχλό κοινωνικής κινητικότητας και ανάπτυξης αναδιατάσσοντας συθέμελα τους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς. Στη χώρα μας, η λεγόμενη «μαζικοποίηση» της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μεταπολιτευτικά – φαινόμενο που συχνά και κακώς λοιδορείται στις μέρες μας – σήμαινε απλά ότι τα παιδιά των οικογενειών των χαμηλομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων που στο παρελθόν ήταν σχεδόν αποκλεισμένα από την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, από «τις καλύτερες δουλειές» και τα «καλά επαγγέλματα», απέκτησαν εφόδια και πρόσβαση σε αυτά μεταβάλλοντας καταλυτικά τη μορφή της ελληνικής κοινωνίας.

Η Παγκόσμια Μέρα Γυναίκας είναι μια αφορμή αναστοχασμού για τους αγώνες και τα κοινωνικά κινήματα που έθεσαν ως προτεραιότητα την έμφυλη ισότητα. Το γυναικείο κίνημα με την πολυσχιδία και τις διακλαδώσεις που ανέπτυξε στη μακρά ιστορία του εστίασε πάντα στη διεκδίκηση της ισότιμης συμμετοχής γυναικών σε όλες τις πτυχές του κοινωνικού βίου. Οι αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα, για την πρόσβαση των κοριτσιών στην εκπαίδευση, για τις αλλαγές στο οικογενειακό και εργασιακό δίκαιο, για την άρση των διακρίσεων με βάση το φύλο ή τη σεξουαλικότητα, ενάντια σε κάθε μορφή έμφυλης βίας και άλλα πολλά, ήταν και είναι αγώνες μέσα από τους οποίους κερδήθηκαν δικαιώματα, κάποια από τα οποία θεωρούνται σήμερα δεδομένα και αυτονόητα για τις νεότερες γενιές. Και αυτό είναι μια τεράστια επιτυχία.

Ομως, η σύγχρονη εποχή μάς φέρνει μπροστά σε νέες μορφές έμφυλων ανισοτήτων. Και η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας είναι μια απόλυτα αναγκαία υπενθύμιση σε όλες και όλους μας ότι η άρση και η θεραπεία των κάθε μορφής δομικών, θεσμικών και πολιτισμικών διακρίσεων παραμένει σήμερα κρίσιμο ζητούμενο. Ο αγώνας για την έμφυλη ισότητα είναι μέρος του διαρκούς αγώνα για την εμβάθυνση και την εμπέδωση της δημοκρατίας, αλλά και τη δυναμική ανάπτυξη των κοινωνιών. Είναι επίσης κρίσιμη προϋπόθεση για την προστασία, την αλληλεγγύη και την καλύτερη ζωή των νέων ανθρώπων και των παιδιών μας. Γιατί οι «γυάλινες οροφές» είναι πολλές και δεν εντοπίζονται μόνο στις κορυφές της πυραμίδας. Τις «γυάλινες οροφές» τις συναντάμε από τα πρώτα στάδια της ζωής μας και σε κάθε βήμα μας έκτοτε. Ετσι κι εμείς ας συνεχίσουμε να κοπιούμε με κάθε τρόπο για τον θρυμματισμό τους.

Η κυρία Ιωάννα Λαλιώτου είναι καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

***

Οταν θα γίνει μια ημέρα όπως οι άλλες

Του Νίκου Α. Μάντη

Ο ΟΗΕ καθιέρωσε επισήμως την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας το 1977. Εκτοτε, η 8η Μαρτίου επανέρχεται κάθε χρόνο, άλλοτε ως υπενθύμιση φεμινιστικών αγώνων, άλλοτε ως τελετουργική επανάληψη συνθημάτων. Σε ορισμένους μοιάζει με κατάλοιπο μιας άλλης εποχής – τότε που το αίτημα της ισότητας των φύλων ήταν ριζοσπαστικό, σχεδόν εξωτικό. Σήμερα, λένε, οι γυναίκες ψηφίζουν, σπουδάζουν, εργάζονται, ηγούνται. Τι απομένει να διεκδικήσουν;

Για άλλους, η ίδια η καθιέρωση μιας παγκόσμιας ημέρας γυναίκας, όπως συμβαίνει πλέον για δεκάδες θέματα, από την «παγκόσμια ημέρα οσπρίων», έως την «παγκόσμια ημέρα ελπίδας», «ειρήνης» ή «καθαριότητας», την καθιστά εν τέλει κάτι τετριμμένο, μια εκδήλωση που απλά καταλαμβάνει την προβλεπόμενη θέση της στο ετήσιο ημερολόγιο, προτού παραχωρήσει τη σειρά της στην επόμενη ανούσια επέτειο. Τέλος, υπάρχουν και αυτοί που τη θεωρούν άτοπη ακόμα και σαν ιδέα: γιατί να μην υπάρχει αντίστοιχη «ημέρα άνδρα», αναρωτιούνται (παραδόξως υπάρχει, προς το παρόν μνημονευόμενη σε 70 χώρες, αναμένοντας οριστική ένταξη στο ημερολόγιο του ΟΗΕ) ή ακόμα και γενικά του «ανθρώπου»; Είναι το γυναικείο φύλο κάτι διαφορετικό, κάτι που υπερβαίνει ή παρεκκλίνει από τη γενική ανθρώπινη ιδιότητα, ώστε να εορτάζεται αυτόνομα;

Οι αντιδράσεις αυτές με γυρίζουν στα πρώτα μου χρόνια, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν είχα αρχίσει να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο. Θυμάμαι λοιπόν με πόσες λοιδορίες και χλευασμό είχε αντιμετωπιστεί τότε η θεσμοθέτηση της ισότητας ανδρών και γυναικών από το ΠαΣοΚ και πόσες συζητήσεις είχε πυροδοτήσει για την υποτιθέμενη διατάραξη της οικογενειακής και της κοινωνικής γαλήνης που θα επέφερε. Θυμάμαι ακόμα και τις ad hominem επιθέσεις που είχαν δεχτεί γυναίκες όπως η Μαρία Κυπριωτάκη-Περράκη και η Ρούλα Κακλαμανάκη, με προσβλητικές αναφορές στην εμφάνιση και την ηλικία τους, αλλά και την επίμονα γελοιογραφική αντιμετώπιση της φεμινιστικής οργάνωσης ΕΓΕ, με επαναλαμβανόμενες παραπομπές στο ομόηχο ζωντανό της ελληνικής υπαίθρου.

Δεν ξέρω αν έχουν αλλάξει και τόσο πολλά από τότε. Ούτε ο αριθμός των γυναικών στη δημόσια ζωή είναι τόσο θεαματικά μεγαλύτερος ούτε και το μισθολογικό και βαθμολογικό χάσμα ανδρών και γυναικών στον εργασιακό χώρο έχει εξαφανιστεί· το αντίθετο, όλα μοιάζουν να επιμένουν με αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία διεθνών οργανισμών (Παγκόσμια Τράπεζα, ΟΟΣΑ, ΕΕ) οι γυναίκες υπολείπονται σημαντικά (άνω του 10 τοις εκατό) των ανδρών σε κρίσιμους δείκτες οικονομικής και πολιτικής εκπροσώπησης, η χώρα μας, δε, βρίσκεται ακόμα πιο χαμηλά στους σχετικούς πίνακες, καταλαμβάνοντας την εικοστή πέμπτη θέση εντός της ΕΕ. Και όλα τα παραπάνω, βέβαια, δίχως να υπολογίζουμε τα εκατομμύρια των γυναικών ανά τη Γη που δεν έχουν καν δικαίωμα στην εκπαίδευση, στην εργασία, ακόμα και στην αυτοδιάθεση του σώματός τους.

Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Αυτό ενδεχομένως να ήταν μια περιγραφή της κατάστασης που θα αντιστοιχούσε στην προηγούμενη εικοσαετία. Τότε που υπήρχε ακόμα μια σχετική κοινωνική συναίνεση, τουλάχιστον στους κύριους πολιτικούς φορείς της Δύσης, για την ανάγκη διατήρησης και επέκτασης των πολιτικών ισότητας των φύλων, της θεσμοθέτησης κινήτρων γυναικείας εκπροσώπησης στην πολιτική και την οικονομία και άλλων παρόμοιων πραγμάτων. Σήμερα, ωστόσο, τίποτα από όλα ετούτα δεν είναι πια δεδομένο. Στην εποχή ανάδυσης ενός πρωτόγνωρου για τη ζώσα μνήμη νεοσυντηρητισμού, ακούμε και πάλι να γίνεται λόγος για τον φεμινισμό ως διαλυτική κοινωνική παράμετρο, για την επιστροφή σε παραδοσιακά οικογενειακά πρότυπα ως αντιστάθμισμα στην υπερβολή της «woke ατζέντας» και ως κλειδί για την αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας (κίνημα trad wives κ.λπ.) και τελικά καταλήγοντας, με έναν τρόπο που μέχρι χθες θα φάνταζε αδιανόητος, σε σκέψεις ακόμα και για περιορισμό της αυτονομίας του γυναικείου σώματος, με συζητήσεις που ανοίγουν ολοένα και πιο συχνά στην ευρωπαϊκή – και στην ελληνική – δημόσια σφαίρα, απειλώντας να κανονικοποιηθούν ως mainstream πολιτικά διακυβεύματα.

Ενας ισχυρισμός των φεμινιστριών απέναντι σε όσους στέκονται (επι)κριτικά σε σχέση με την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας είναι ότι θα συναινούσαν στην κατάργησή της μονάχα όταν θα φθάναμε στην εμπέδωση της πραγματικής ισότητας ανδρών και γυναικών σε πλανητικό επίπεδο. Και ότι, σε αυτή την περίπτωση, ναι, θα συμφωνούσαν η 8η Μαρτίου να είναι μια μέρα σαν όλες τις άλλες. Μέχρι τότε, ωστόσο, η κατάργηση της Ημέρας της Γυναίκας θα ισοδυναμούσε με μια θεσμοθετημένη επιβολή της λήθης. Φαντάζομαι άλλωστε ότι δεν θα ήταν πολλοί οι επικριτές της φεμινιστικής μνήμης που θα δέχονταν κάτι παρόμοιο για τις εθνικές επετείους, με το επιχείρημα ότι η εθνική ανεξαρτησία έχει επιτευχθεί. Γιατί η λήθη δεν σημαίνει χειραφέτηση από τη μνήμη, αλλά μάλλον απεμπόληση της μνήμης. Και αυτό είναι παντού και πάντα το ίδιο επικίνδυνο.

Ο κ. Νίκος Α. Μάντης είναι συγγραφέας.

***

Κάθε χρόνο, στις 8 Μαρτίου…

Της Μυρσίνης Γκανά

Κάθε χρόνο, στις 8 Μαρτίου, όλα τα μέσα, κοινωνικής δικτύωσης και μη, «γιορτάζουν» την Ημέρα της Γυναίκας. Και μόνο η ένταση αυτών των εορτασμών αρκεί για να καταλάβει κανείς ότι κάτι δεν πάει καλά. Υπάρχει και Ημέρα του Αντρα, αλλά μάλλον δεν νιώθουμε τόσες τύψεις για τη θέση των αντρών στον κόσμο, οπότε περνάει σχεδόν απαρατήρητη. Η Ημέρα της Γυναίκας έχει γίνει νομίζω κάτι αντίστοιχο με την Ημέρα των Ερωτευμένων: ένα εμπορικό πανηγύρι με εταιρείες που ανακοινώνουν προσφορές για καλλυντικά που θα διατηρήσουν τη νεότητα και την ομορφιά μας (γιατί μόνο νέες και ωραίες αξίζουμε κάτι), εσώρουχα συμπίεσης (γιατί εκτός από νέες και ωραίες πρέπει να είμαστε και αδύνατες), και περιμένω να δω αν φέτος θα κάνουν προσφορές και οι πλαστικοί χειρουργοί, ενώ ταυτόχρονα, όπως και με τον έρωτα, η ουσία του πράγματος περνάει σε δεύτερη, τρίτη ή άλλη μοίρα.

Υπάρχουν αυτοί που διαμαρτύρονται για την Ημέρα της Γυναίκας αλλά και γενικότερα όταν ακούν «φεμινιστικές» κουβέντες, με το επιχείρημα πως η ισότητα έχει κατακτηθεί, οι γυναίκες έχουν ό,τι θέλουν και χρειάζονται, και «πώς κάνετε έτσι». Υπάρχουν αυτοί που μας χαρίζουν ένα τριαντάφυλλο στον δρόμο ή μας λένε «χρόνια πολλά» στα καταστήματα (σοβαρά;). Υπάρχουν αυτοί που ποστάρουν «Χωρίς τις γυναίκες της ζωής μου δεν θα ήμουν τίποτα». Υπάρχει ο Αντόνιο Γκουτέρες, Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, που στην ομιλία του για την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας πριν από έναν χρόνο προειδοποίησε ότι τα δικαιώματα των γυναικών κινδυνεύουν, ότι υπάρχει οπισθοχώρηση σε πολλούς τομείς, ο μισογυνισμός και η έμφυλη βία αυξάνονται.

Υπάρχουν τα στατιστικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που δείχνουν ότι στην Ελλάδα το έμφυλο μισθολογικό χάσμα παραμένει σταθερό στο 13,4% για την περίοδο 2022-2024, παρά τις προσπάθειες για ισότητα. Κοινώς, αμειβόμαστε λιγότερο, γι’ αυτό και μια φορά τον χρόνο έχουμε δικαίωμα σε ειδικές προσφορές.

Υπάρχει η έμφυλη βία, που 49 χρόνια εορτασμών της Ημέρας της Γυναίκας δεν έχουν εξαλείψει. Υπάρχουν οι γυναικοκτονίες που κάθε τόσο αποκαλύπτουν πόσο αδιαφορεί επί της ουσίας η πολιτεία, δηλαδή η αστυνομία, για την ενδοοικογενειακή βία και όχι μόνο.

Υπάρχει η πληροφορία που ακούσαμε πρόσφατα, ότι μια γυναίκα που επιθυμεί να διακόψει την εγκυμοσύνη της για καθαρά προσωπικούς της λόγους, ενώ η άμβλωση είναι νόμιμη από το 1986, θα δυσκολευτεί να το κάνει σε δημόσιο νοσοκομείο και θα πρέπει να ξοδέψει από αυτά τα λιγότερα χρήματα που κερδίζει για να απευθυνθεί σε ιδιωτικά κέντρα ή ιατρεία. Το σώμα σου, με άλλα λόγια, είναι δικό σου, αρκεί να μπορείς να πληρώσεις.

Τέλος, ενώ σε όλο τον δυτικό κόσμο η συζήτηση γύρω από την εμμηνόπαυση έχει γίνει σχεδόν μόδα και πολλαπλασιάζονται κι εδώ τα βιβλία και οι γκουρού που ενημερώνουν τις γυναίκες για όλα τα δεινά που πρόκειται να τις βρουν αν επιτρέψουν στις ορμόνες τους να μειωθούν δραματικά, οι περισσότεροι γυναικολόγοι στη χώρα μας κοιτούν τις γυναίκες που ζητούν Θεραπεία Ορμονικής Υποκατάστασης σαν να ζήτησαν να τους συνταγογραφήσουν δύο πακέτα τσιγάρα ημερησίως. Οταν δε καταφέρεις να φτάσεις στο φαρμακείο με την πολυπόθητη συνταγή, να εύχεσαι να έχεις πολλή τύχη, γιατί στην Ελλάδα παρουσιάζεται σημαντική και χρόνια έλλειψη των εν λόγω σκευασμάτων.

Η ισότητα όμως έρχεται τελικά από εκεί που δεν την περιμένεις και δεν είναι αυτή που περιμένεις: διαπιστώνω ότι γινόμαστε όλο και πιο ίσοι στην αγωνία με την οποία αντιμετωπίζουμε τον χρόνο που περνάει, γίνεται όλο και πιο κοινή η υποχρέωση να μη «χαλάσουμε», να μην τσαλακωθούμε, να μη φανεί ότι έχουμε ζήσει, ίσως για να πείθουμε τον εαυτό μας ότι το πεδίο μπροστά μας παραμένει απέραντο.

Διάφοροι σταρ του Χόλιγουντ εμφανίζονται με πρόσωπο αλλαγμένο, «φρέσκο», τραβηγμένο, γεμάτο fillers και botox, συχνά απλώς παραμορφωμένο – όπως συμβαίνει εδώ και χρόνια με τις γυναίκες συναδέλφους τους, δηλαδή. Μέχρι πρόσφατα οι ώριμοι άντρες είχαν πέραση, φαίνεται όμως ότι αυτές οι εποχές τελείωσαν.

Κάποτε θέλαμε να μοιραστούν ισότιμα τα προνόμια που απολάμβαναν οι άντρες. Δεν φανταζόμασταν ότι εκείνοι θα παγιδεύονταν οικειοθελώς σε μια τόσο καταπιεστική συνθήκη.

Τι να ευχηθώ; Κι άλλες τέτοιες νίκες; Χρόνια πολλά; Ναι, αρκεί να είμαστε νέες και πλούσιες.

Η κυρία Μυρσίνη Γκανά είναι ποιήτρια και μεταφράστρια.