Σκηνοθέτης σοβαρών ντοκιμαντέρ, ανάμεσα στα οποία τα «Πεθαίνοντας για την αλήθεια» και «Οπου υπάρχουν άνθρωποι», ο δημοσιογράφος Νίκος Μεγγρέλης, στην τελευταία δημιουργία του, «Πες μου», εισχωρεί βαθιά μέσα στα άδυτα μιας οικογένειας Εβραίων της Θεσσαλονίκης, των Ρεβάχ, οι οποίοι κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έζησαν από πρώτο χέρι τη φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Με αφηγήτρια και συν-σεναριογράφο την κυρία Ρενέ Ρεβάχ, απόγονο της εν λόγω οικογένειας, η κάμερα των Χρόνη Τσιχλάκη και Δημήτρη Κορδελά «ξεναγεί» τον θεατή μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και με αγάπη, σεβασμό, ενίοτε και με σιωπή, ανασύρει στη μνήμη την πιο φρικιαστική σελίδα της σύγχρονης Ιστορίας, όπως ακριβώς αρμόζει σε ένα τραύμα.

Οταν αποφασίσατε να γυρίσετε το «Πες μου» τι ήταν εκείνο που βαθιά μέσα σας σάς απασχολούσε περισσότερο;

Νίκος Μεγγρέλης: «Στόχος μας δεν ήταν να δείξουμε ξανά τα συγκλονιστικά πλάνα και τις φωτογραφίες που τραβήχτηκαν μετά την απελευθέρωση στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Θέλαμε να κάνουμε ένα – κινηματογραφικά και αφηγηματικά – διαφορετικό ντοκιμαντέρ με αφορμή την ιστορία του παππού της Ρενέ, των προγόνων της και το γενεαλογικό τραύμα. Μια ανθρώπινη κουκκίδα μέσα στη μεγάλη ιστορία του Ολοκαυτώματος στο Αουσβιτς και στο Μπίρκεναου, με τα 1.300.000 θύματα».

Μπορεί ένα έργο τέχνης, όπως εν προκειμένω ένα ντοκιμαντέρ, να μετατραπεί σε όχημα συμφιλίωσης με το δυσάρεστο παρελθόν εκείνων που εμπλέκονται με αυτό το παρελθόν; Και αν ναι, με το «Πες μου» πιστεύετε ότι βρήκατε αυτό το όχημα;

Ρενέ Ρεβάχ: «Πιστεύω βαθιά ότι ένα έργο τέχνης μπορεί να λειτουργήσει ως όχημα συμφιλίωσης με ένα τραυματικό παρελθόν. Η τέχνη δεν αναπαριστά απλώς την πραγματικότητα, τη μετασχηματίζει μέσα από μια βιωματική εμπειρία που ανοίγει χώρο για κατανόηση και ενσυναίσθηση. Στο “Πες μου” ακούμε την αφήγηση του πατέρα μου, Ισίδωρου Ρεβάχ, για την ιστορία της οικογένειάς μας: τη φυγή του παππού μου στην Αθήνα, την εξόντωση της υπόλοιπης οικογένειας στα στρατόπεδα και το τραύμα που γεννήθηκε από αυτή την απώλεια. Κάθε φορά που η ιστορία αυτή μοιράζεται, κάτι μετακινείται – όχι μόνο στον αφηγητή, αλλά και σε όσους την ακούν.

Η γενιά των επιζώντων σιώπησε· το βάρος πέρασε στις επόμενες γενιές και ιδιαίτερα στην τρίτη, που διαθέτει την αναγκαία χρονική απόσταση για να επεξεργαστεί το τραύμα. Η κάμερα ακολουθεί μια εγγονή επιζώντος να περιπλανιέται στο Αουσβιτς και το Μπίρκεναου, φωτογραφίζοντας ένα τοπίο όπου η φρίκη της ιστορίας συνυπάρχει με την ηρεμία της φύσης. Αυτή η αντίθεση γεννά τη συνειδητοποίηση ότι σκοτάδι και φως είναι άρρηκτα συνδεδεμένα.

Και ακριβώς μέσα από αυτή τη συνειδητοποίηση γεννιέται η δυνατότητα της συμφιλίωσης – όχι για να ξεχάσουμε, αλλά για να αντέξουμε τη μνήμη. Με αυτή την έννοια, ναι, πιστεύω πως το “Πες μου” λειτούργησε ως ένα τέτοιο όχημα».

Πόσο σας απασχόλησε το γεγονός ότι πολλά ντοκιμαντέρ, όπως και ταινίες μυθοπλασίας, έχουν ήδη μέχρι σήμερα γυριστεί για το Ολοκαύτωμα των Εβραίων;

Ν. Μεγγρέλης: «Για να δούμε λίγο γύρω μας. Μια σειρά από ηγέτες – με ή χωρίς δημοκρατικές διαδικασίες – βρίσκονται στην εξουσία με σημαία το “δίκαιο” του ισχυρότερου και με ακροδεξιά ρητορική, η οποία στοχεύει ευθέως στα ανθρώπινα δικαιώματα και στις δημοκρατικές ελευθερίες. Το πλέον ανησυχητικό είναι πως όλο αυτό το μείγμα μαγεύει ένα μεγάλο μέρος των κοινωνιών, ακριβώς όπως έγινε λίγες δεκαετίες πριν, με τραγικά, για ολόκληρη την ανθρωπότητα, αποτελέσματα. Επομένως, ναι, πιστεύω ότι πρέπει να ειπωθούν πολλά ακόμη για το Ολοκαύτωμα».

Στην ταινία ακούμε ότι ο μοναδικός τρόπος για να ταξιδέψεις στον χρόνο είναι η αγάπη. Είναι όμως όντως έτσι; Για πολλούς ο τρόπος ταξιδιού στον χρόνο είναι ο ακριβώς αντίθετος: το μίσος και η εκδίκηση.

Ρ. Ρεβάχ: «Στο “Πες μου” παρακολουθούμε την περιπλάνηση στα στρατόπεδα, ενώ ακούμε μια νοερή αφήγηση με αποδέκτη τον παππού. Η φωτογράφος γίνεται τα μάτια του, σε έναν τόπο που εκείνος δεν άντεξε να επισκεφθεί. Χωρίς να το καταλάβουμε, γινόμαστε κοινωνοί αυτής της σιωπηλής επικοινωνίας. Οι άνθρωποι ταξιδεύουμε στον χρόνο· το ουσιαστικό ερώτημα είναι με ποιο όχημα. Ο θυμός και η εκδίκηση κρατούν εγκλωβισμένο το παρελθόν, ενώ η αγάπη επιτρέπει τη διεύρυνση, τη συνειδητότητα και την εξέλιξη».

Τι θα απαντούσατε στην (ρητορική) ερώτηση αν θα γυρίζατε με τον ίδιο τρόπο την ταινία σε περίπτωση που η ίδια ιστορία που αφηγείστε στο «Πες μου» αφορούσε τη δική σας οικογένεια;

Ν. Μεγγρέλης: «Ναι, αν και δεν γνωρίζω αν θα είχα το θάρρος της Ρενέ. Το “Πες μου” δεν είναι μόνο ένα ντοκιμαντέρ για το Ολοκαύτωμα. Είναι και για το τι επακολουθεί μετά τον χαμό των δικών σου ανθρώπων: το πένθος, τη σιωπή. Η Ρενέ έχει το θάρρος να αντιμετωπίσει κατάματα το γενεαλογικό τραύμα και να πάει εκεί όπου αυτό δημιουργήθηκε, ακολουθώντας τη μοιραία πορεία των προγόνων της: από τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης μέχρι το Αουσβιτς. Και όχι μόνο αυτό. Εχει το κουράγιο να φωτογραφίσει, με μοναδική ευαισθησία, κάθε γωνιά του στρατοπέδου».

Αν σας απευθύνω την πρώτη ερώτηση που ακούμε στην ταινία, «πώς γίνεται ομορφιά και θάνατος να έχουν το ίδιο πρόσωπο;», τι θα απαντούσατε;

Ρ. Ρεβάχ: «Οταν έφτασα για πρώτη φορά στο Αουσβιτς, ήταν ξημέρωμα. Υπήρχε ομίχλη και στεκόμουν ανήμπορη μπροστά στον θάλαμο αερίων. Ξαφνικά παρατήρησα την ομορφιά της φύσης και συνειδητοποίησα πως είναι ο μοναδικός ζωντανός μάρτυρας της φρίκης.

Αυτή η σύνδεση μου έδωσε κουράγιο. Το ίδιο ένιωσα και στο αχανές τοπίο του Μπίρκεναου, ανάμεσα στις σημύδες, τις βελανιδιές και την αχλαδιά δίπλα στο κρεματόριο, στις λίμνες και τα ποτάμια όπου ρίχτηκαν οι στάχτες των ανθρώπων. Στην επιφάνεια του νερού καθρεφτιζόταν η ομορφιά, ενώ στον πυθμένα ίσως παραμένει ο θάνατος. Ετσι γεννήθηκε το ερώτημα: πώς γίνεται η ομορφιά και ο θάνατος να έχουν το ίδιο πρόσωπο; Ισως, γιατί η γέννηση στο φως προϋποθέτει έναν πρώτο θάνατο: την αποδέσμευση από το τραύμα και τον φόβο».

Λέμε συχνά ότι κοιτάζοντας το παρελθόν διαμορφώνουμε το παρόν και το μέλλον, γινόμαστε καλύτεροι διορθώνοντας τα λάθη μας. Πόσο όμως τελικά ισχύει κάτι τέτοιο κρίνοντας από τα όσα συμβαίνουν σήμερα στη Γάζα με τους όρους πλήρως αντεστραμμένους σε σχέση με το παρελθόν και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο;

Ν. Μεγγρέλης: «Με το ντοκιμαντέρ αυτό προσπαθούμε να ανοίξουμε μια συζήτηση που απαιτεί θάρρος και τόλμη. Γιατί – όπως λέμε και στο τέλος του ντοκιμαντέρ – μόνο αν αναγνωρίσουμε το τραύμα και του δώσουμε χώρο να γιατρευτεί, μπορούμε να σπάσουμε τον κύκλο της βίας. Στα δικά μας μάτια το “Πες μου” είναι μια κραυγή ειρήνης για κάθε σημείο της γης όπου αθώοι άνθρωποι σκοτώνονται, παιδιά λιμοκτονούν και οικογένειες ξεσπιτώνονται».