Όποιος παρακολουθεί τα εκκλησιαστικά πράγματα γνωρίζει μια αλήθεια. Οι διαρροές δεν είναι ένα καινούργιο φαινόμενο γιατί πολύ απλά υπάρχουν εδώ και σχεδόν δύο χιλιετίες.
Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση δεν μιλάμε για μια πληροφορία που ξέφυγε ή για ένα παρασκήνιο που ψιθυρίστηκε.
Μιλάμε για μια πολυσέλιδη, εμπιστευτική επιστολή του Αρχιεπισκόπου Αμερικής προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Δημοσιεύθηκε ολόκληρη. Με φωτογραφία, ημερομηνία και φαρδιά πλατιά την υπογραφή του.
Αν επρόκειτο για μια ακόμα ενδοεκκλησιαστική κόντρα ή για μια βυζαντινή μηχανορραφία, το θέμα θα έμμενε εκεί.
Αλλά δυστυχώς το θέμα είναι ευρύτερο γιατί αφορά το μέλλον του Πατριαρχείου, έχοντας προεκτάσεις που αγγίζουν ακόμα και τα εθνικά συμφέροντα.
Το πρόβλημα εδώ δεν είναι μόνο το τι αναφέρεται στην επιστολή. Είναι και σε ποιανού τα χέρια κατέληξε.
Γιατί εδώ μιλάμε για μια ευαίσθητη ενημέρωση που αφορά τις κινήσεις εκκλησιαστικών κύκλων της Μόσχας για την άσκηση επιρροής σε βασικούς παίκτες του συντηρητικού κινήματος MAGA.
Εδώ που έχουμε φτάσει καλό θα ήταν να μην κρυβόμαστε. Το Πατριαρχείο της Μόσχας λειτουργεί εδώ και πολλά χρόνια περισσότερο ως εργαλείο πολιτικής επιρροής που διοικείται από το Κρεμλίνο παρά ως θρησκευτικό ίδρυμα.
Μετά την αναγνώριση της αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Ουκρανίας, το Πατριαρχείο της Μόσχας έχει αφήσει τα προσχήματα, εξαπολύοντας πλέον δημόσια έναν ανίερο πόλεμο εναντίον του Φαναριού. Στόχος δεν είναι άλλος από το να ανατρέψει το status quo στην Ορθοδοξία.
Με την πλάτη της κυβέρνησης του Πούτιν, το ρωσικό πατριαρχείο προσπαθεί να υφαρπάξει τα πρωτεία του Οικουμενικού Πατριάρχη ως «πρώτου μεταξύ ίσων» στην Ορθοδοξία.
Και μεταφέρει πλέον την σύγκρουση παντού. Από την πολιτική και την κοινή γνώμη μέχρι την Ουάσιγκτον και το Κογκρέσο.
Στη περίπτωση της συγκεκριμένης διαρροής, ο ρωσικός στόχος είναι πολύ ευρύτερος από το να πληγεί ο ένας ή ο άλλος ιεράρχης.
Είναι να τιναχθεί στον αέρα η συνοχή της Ορθοδοξίας στην Αμερική μέσω της διάσπασης της Συνόδου των Ορθοδόξων Επισκόπων στις ΗΠΑ, στην οποία προεδρεύει ο Αρχιεπίσκοπος Ελπιδοφόρος ως έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Όπως είναι αναμενόμενο, στην επιστολή που διέρρευσε, ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής ασκεί κριτική σε φιλορωσικές ορθόδοξες εκκλησίες που συμμετέχουν στη Σύνοδο και άθελα ή ηθελημένα έχουν παίξει το παιχνίδι της Ρωσίας στις ΗΠΑ.
Δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να αντιληφθεί κανείς τι εξυπηρετεί αυτή η διαρροή. Αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από τη μεταφορά του ρήγματος της Ορθοδοξίας και στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού.
Το θέμα λοιπόν δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο της επιστολής. Το θέμα είναι πως ένα τέτοιο έγγραφο βρέθηκε εκτός των τοίχων για τους οποίους προοριζόταν, καταλήγοντας εκεί που δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να βρεθεί.
Γιατί δεν εμφανίστηκε σε μια αθώα εκκλησιαστική ιστοσελίδα. Εμφανίστηκε σε ένα ιστότοπο που χρηματοδοτείται από έναν φιλορώσο Ουκρανό ολιγάρχη για να αναπαράγει με συνέπεια το ρωσικό αφήγημα για το Φανάρι, την Ουκρανία και τον ρόλο της Μόσχας.
Με άλλα λόγια, βρέθηκε «ελληνικό χέρι» που παρέδωσε την επιστολή σε ένα ρωσικό όργανο κακόβουλης επιρροής και προπαγάνδας που επιβουλεύεται το μέλλον του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα. Γιατί δεν φαίνεται να υπάρχει καμία ουσιαστική αντίδραση στην Κωνσταντινούπολη.
Κανονικά θα έπρεπε να έχει σημάνει συναγερμός. Να έχει δημιουργηθεί θόρυβος ή να έχει αναγγελθεί κάποια εσωτερική έρευνα έστω για τα μάτια του κόσμου.
Γιατί η σύγκρουση με το Πατριαρχείο Μόσχας δεν είναι μια κόντρα θεολογίας. Είναι μια σύγκρουση ισχύος.
Από την μια πλευρά, βλέπουμε μια υπεροπλία με κρατικά εργαλεία, στήριξη, και στρατηγική που στηρίζεται στο backup του κρατικού μηχανισμού της Ρωσίας.
Από την άλλη, μια αντίδραση μου μοιάζει σχεδόν απούσα. Λες και στο Φανάρι όλοι είναι χαμένοι στη θέα του Κερατίου και περιμένουν να περάσει και αυτό.
Μόνο που η «νιρβάνα» είναι μια πολυτέλεια που ταιριάζει περισσότερο σε βουδιστές μοναχούς και όχι σε ένα εμπερίκλειστο Πατριαρχείο.
Που εκτός από την καταπίεση των τουρκικών αρχών έχει να αντιμετωπίσει έναν Ρώσο Πατριάρχη, ο οποίος, σύμφωνα με αρχεία της σοβιετικής εποχής, είχε διασυνδέσεις με την KGB και σήμερα συνεργάζεται με τον Πούτιν για το πως θα το υπονομεύσει.
Γι’ αυτό και η διαρροή δεν είναι απλώς ένα δυσάρεστο περιστατικό. Είναι ένα εργαλείο που είναι μάλιστα αποτελεσματικό.
Εκθέτει πρόσωπα. Δημιουργεί καχυποψία στο εσωτερικό. Και, το κυριότερο, στέλνει στο Φανάρι το μήνυμα ότι όσα γράφονται μπορεί αύριο να βρεθούν δημοσιευμένα.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.
Η ιστορία της Ορθοδοξίας είναι γεμάτη από εσωτερικές συγκρούσεις και προσωπικές ατζέντες. Συχνά, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο, να κόβεται δηλαδή το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται ο ίδιος ο θεσμός.
Σήμερα, το διακύβευμα είναι πολύ μεγαλύτερο. Δεν αφορά μόνο ισορροπίες προσώπων. Αφορά τη θέση του Φαναρίου διεθνώς.
Γι’ αυτό η υπόθεση δεν μπορεί να περάσει έτσι και πρέπει να γίνει κάτι αυτονόητο. Μια σοβαρή και σε βάθος έρευνα που θα δώσει απαντήσεις. Ποιος είχε πρόσβαση; Πώς διέρρευσε; Σε ποιο σημείο της διαδρομής χάθηκε ο έλεγχος;
Είναι θέμα ασφαλείας και επιβίωσης ενός θεσμού με παγκόσμιο ρόλο.
Μέχρι να απαντηθούν αυτά, κάθε επόμενη επιστολή θα γράφεται με την υποψία ότι δεν απευθύνεται μόνο στον παραλήπτη της. Και τότε, το πρόβλημα δεν θα είναι ποιος μιλά. Αλλά ποιος στην Κωνσταντινούπολη δεν θα ακούει αυτά που πρέπει να ακούει.
Και δυστυχώς αν η μια πλευρά κινείται σαν μοναστήρι και η άλλη σαν υπηρεσία πληροφοριών, τότε το αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης μοιάζει να είναι ήδη προδιαγεγραμμένο.






