Σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη εισβάλλει με ταχύτητα σε κάθε πεδίο της δημόσιας ζωής, ο πολιτισμός δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστος.

Για τον Βαλεντάν Σμιτ, συνιδρυτή της εφαρμογής Ask Mona, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να μπουν νέες τεχνολογίες στα μουσεία, αλλά να αλλάξει ριζικά ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι προσεγγίζουν τη γνώση, την τέχνη και την πολιτιστική εμπειρία. Λίγο πριν από τη συμμετοχή του στο TechFuse στα Ιωάννινα, μιλά στο ΒΗΜΑ για τη σχέση τεχνητής νοημοσύνης και πολιτισμού, τα όρια της τεχνολογίας και τη δυνατότητα ενός πιο ανοιχτού και προσβάσιμου μουσείου για όλους.

Η εφαρμογή «Ask Mona» ιδρύθηκε με στόχο να «θέσει την τεχνητή νοημοσύνη στην υπηρεσία του πολιτισμού» και να καταστήσει το πολιτιστικό περιεχόμενο πιο προσιτό σε ένα ευρύτερο κοινό. Πώς η δική σας πορεία – από τη φιλοσοφία και τις πολιτικές επιστήμες έως τα μέσα ενημέρωσης και τη διδασκαλία – διαμόρφωσε αυτό το αρχικό όραμα, και ποιο πρόβλημα θεωρούσατε ότι έπρεπε να επιλυθεί επειγόντως στα μουσεία και τους πολιτιστικούς φορείς;

Η εκπαίδευσή μου στη φιλοσοφία και τις πολιτικές επιστήμες μου δίδαξε ένα πράγμα πάνω απ’ όλα: ότι ο τρόπος με τον οποίο μεταδίδεται η γνώση έχει την ίδια σημασία με την ίδια τη γνώση. Ποιος έχει πρόσβαση, με ποια μορφή, μέσω ποιών καναλιών. Αυτά είναι πολιτικά ζητήματα πριν να είναι τεχνολογικά. Όταν άρχισα να εργάζομαι στα μέσα ενημέρωσης και στη συνέχεια στη διδασκαλία, συνεχώς συναντούσα το ίδιο πρόβλημα: οι πολιτιστικοί φορείς παράγουν εξαιρετική γνώση, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της παραμένει «κλειδωμένο πίσω από τείχη», είτε πρόκειται για φυσικά τείχη είτε για τείχη γλώσσας, κωδίκων ή κοινωνικού εκφοβισμού. Η επείγουσα ανάγκη που ένιωθα δεν αφορούσε την τεχνολογία. Αφορούσε την πρόσβαση. Η τεχνητή νοημοσύνη απλώς αποδείχθηκε ο πιο ισχυρός μοχλός που βρήκα για να την αντιμετωπίσω. Το Ask Mona γεννήθηκε από την πεποίθηση ότι αν μπορείς να έχεις μια συνομιλία με ένα έργο τέχνης, μπορείς να σπάσεις τα περισσότερα από τα εμπόδια που κρατούν τους ανθρώπους μακριά από τον πολιτισμό.

«Η επείγουσα ανάγκη που ένιωθα δεν αφορούσε την τεχνολογία, αφορούσε την πρόσβαση»

Συχνά περιγράφετε την τεχνητή νοημοσύνη ως ένα εργαλείο που εξυπηρετεί την περιέργεια και όχι ως μια μηχανή που δίνει άμεσες απαντήσεις. Τι σημαίνει αυτή η διάκριση στην πράξη, όταν ένα μουσείο, ένα μνημείο ή ένας πολιτιστικός φορέας σχεδιάζει μια εμπειρία τεχνητής νοημοσύνης για το κοινό;

Στην πράξη, αυτό σημαίνει να σχεδιάζουμε αλληλεπιδράσεις που ανοίγουν ερωτήματα αντί να τα κλείνουν. Τα περισσότερα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης είναι βελτιστοποιημένα ώστε να σου δίνουν τη σωστή απάντηση όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Αυτό είναι χρήσιμο αν θέλεις να μάθεις τις ώρες λειτουργίας. Είναι όμως πολύ λιγότερο ενδιαφέρον αν στέκεσαι μπροστά σε έναν πίνακα. Όταν συνεργαζόμαστε με ένα μουσείο, σχεδιάζουμε «μονοπάτια συνομιλίας» που ενθαρρύνουν τον επισκέπτη να κοιτάξει πιο προσεκτικά, να παρατηρήσει μια λεπτομέρεια, να κάνει μια σύνδεση που δεν θα είχε κάνει από μόνος του. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν λέει «αυτός ο πίνακας αφορά το Χ». Μπορεί να πει «κοίτα τα χέρια, τι νομίζεις ότι συμβαίνει εδώ;». Αυτή είναι μια πολύ διαφορετική εμπειρία. Είναι η διαφορά μεταξύ ενός περιπτέρου πληροφοριών και ενός «συντρόφου συνομιλίας».

Στο βιβλίο σας Propos sur ce robot qui parle: Entretien avec ChatGPT (σ.σ. Σκέψεις για το ρομπότ που μιλάει: Συνέντευξη με το ChatGPT) , πήρατε συνέντευξη από το ChatGPT. Μετά από αυτή τη «συνομιλία», πιστεύετε ότι η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένας καθρέφτης που αντανακλά την ανθρώπινη κουλτούρα, ή μήπως έχει αρχίσει να δημιουργεί τη δική του;

Όταν έγραψα το «Propos sur ce robot qui parle», η άσκηση ήταν σκόπιμα προκλητική: η διεξαγωγή μιας πραγματικής συνέντευξης, με follow-up ερωτήσεις και αντιπαραθέσεις, με ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο δεν ήταν το τι είπε η τεχνητή νοημοσύνη, αλλά το πώς με ανάγκασε να ξανασκεφτώ τις ερωτήσεις που έκανα. Υπό αυτή την έννοια, η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένας καθρέφτης, αλλά όχι παθητικός. Είναι ένας καθρέφτης που παραμορφώνει ελαφρώς την εικόνα σου, και αυτή η παραμόρφωση είναι που την κάνει ενδιαφέρουσα.

Τώρα, δημιουργεί μια δική του κουλτούρα; Όχι ακριβώς. Αλλά ήδη αλλάζει τη δική μας, και τα στοιχεία είναι μετρήσιμα. Υπάρχει μια συναρπαστική μελέτη των Kobak et al. (2024) που παρακολούθησε τις μεταβολές στο λεξιλόγιο των επιστημονικών κειμένων μετά την κυκλοφορία του ChatGPT. Η λέξη «delve» (σ.σ. εμβαθύνω), για παράδειγμα, πέρασε από 349 χρήσεις σε περιλήψεις του PubMed το 2020 σε 2.847 χρήσεις το 2023.

Μια φινλανδική μελέτη (Leppänen et al., 2025) εντόπισε παρόμοια μοτίβα σε εκθέσεις φοιτητών, με ορισμένες λέξεις να παρουσιάζουν δεκαπλάσια αύξηση στη χρήση τους. Αυτό που είναι εντυπωσιακό είναι ότι δεν πρόκειται απλώς για περιπτώσεις ανθρώπων που αντιγράφουν αποτελέσματα της τεχνητής νοημοσύνης. Οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να χρησιμοποιούν αυτές τις λέξεις οι ίδιοι, στα δικά τους κείμενα, μερικές φορές χωρίς καν να συνειδητοποιούν από πού προήλθε αυτή η συνήθεια. Η τεχνητή νοημοσύνη αναδιαμορφώνει το λεξιλόγιό μας, τους ρυθμούς των προτάσεών μας, την αίσθηση του τι «ακούγεται σωστό». Αυτό δεν αποτελεί μια νέα κουλτούρα με την αυστηρή έννοια του όρου. Αποτελεί, όμως, μια πολιτισμική επιρροή που είναι βαθύτερη από ό,τι υποθέτουν οι περισσότεροι άνθρωποι.

«Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένας καθρέφτης που παραμορφώνει ελαφρώς την εικόνα σου, και αυτή η παραμόρφωση είναι που την κάνει ενδιαφέρουσα».

Συχνά μιλάτε για τον «επαναπροσδιορισμό της δημιουργικότητας». Αν μια μηχανή μπορεί να συνθέτει μουσική ή να ζωγραφίζει με το στυλ των σπουδαίων καλλιτεχνών, ποιο είναι το νέο «μερίδιο του ανθρώπου» στη δημιουργική διαδικασία;

Κατανοώ την ανησυχία που κρύβεται πίσω από αυτή την ερώτηση και πιστεύω ότι αξίζει μια σοβαρή απάντηση και όχι μια γρήγορη διαβεβαίωση. Ο φόβος είναι πραγματικός: αν μια μηχανή μπορεί να συνθέτει μουσική ή να ζωγραφίζει στο ύφος των σπουδαίων καλλιτεχνών, τι μας μένει; Πιστεύω όμως ότι η ερώτηση «τι μένει για τους ανθρώπους;» υποθέτει ότι η δημιουργικότητα είναι ένα σταθερό πεδίο που κατατρώει η τεχνητή νοημοσύνη.

Προτιμώ να το εξετάσω μέσα από την ιστορία. Όταν εμφανίστηκε η φωτογραφία τον 19ο αιώνα, δεν σκότωσε τη ζωγραφική. Απελευθέρωσε τους ζωγράφους από την υποχρέωση της πιστής αναπαράστασης. Οι ιμπρεσιονιστές υπάρχουν χάρη στην κάμερα, όχι κόντρα σε αυτήν. Η κάμερα ανάγκασε μια νέα γενιά καλλιτεχνών να θέσει ένα νέο ερώτημα: αν η μηχανή μπορεί να αποτυπώσει την πραγματικότητα, τι είναι αυτό που μόνο εγώ μπορώ να κάνω;

Νομίζω ότι βρισκόμαστε στο ίδιο σταυροδρόμι. Αν μια μηχανή μπορεί να συνθέσει όπως ο Μπαχ, αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι συνθέτες είναι άχρηστοι. Σημαίνει ότι το ενδιαφέρον ερώτημα δεν είναι πλέον «μπορείς να συνθέσεις όπως ο Μπαχ;», αλλά «τι μπορείς να συνθέσεις που μόνο εσύ θα μπορούσες να φανταστείς;». Το ανθρώπινο στοιχείο δεν είναι η τεχνική. Είναι η πρόθεση, είναι η οπτική γωνία, είναι η ικανότητα να αποφασίζεις ότι κάτι έχει σημασία. Καμία τεχνητή νοημοσύνη δεν διαθέτει κάτι τέτοιο.

Η χρήση τεχνητής νοημοσύνης μπροστά σε ένα μουσειακό έκθεμα.

Το Ask Mona έχει ως στόχο να κάνει τον πολιτισμό πιο προσιτό. Πώς μπορεί μια τεχνητή νοημοσύνη με δυνατότητα συνομιλίας να αλλάξει τον «παράγοντα εκφοβισμού» που νιώθουν πολλοί άνθρωποι όταν μπαίνουν σε ένα παραδοσιακό μουσείο ή μια γκαλερί τέχνης;

Αυτό είναι ένα από τα θέματα που με απασχολούν περισσότερο, και αποτελεί τόσο πολιτιστικό όσο και πολιτικό ζήτημα. Ο παράγοντας του εκφοβισμού στα μουσεία είναι πραγματικός και έχει τεράστια έκταση. Ο Πιερ Μπουρντιέ έδειξε πριν από δεκαετίες ότι οι πολιτιστικοί φορείς αναπαράγουν τις κοινωνικές ιεραρχίες: οι άνθρωποι που αισθάνονται ευπρόσδεκτοι στα μουσεία είναι εκείνοι που διαθέτουν ήδη τους κώδικες, την εκπαίδευση, τα σημεία αναφοράς. Όλοι οι άλλοι μένουν έξω, όχι επειδή δεν έχουν περιέργεια, αλλά επειδή φοβούνται να κριθούν.

Και η κατάσταση αυτή έχει, από ορισμένες απόψεις, επιδεινωθεί. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη μυθολογία. Πριν από δύο γενιές, οι ελληνικοί και ρωμαϊκοί μύθοι αποτελούσαν ένα κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο στην ευρωπαϊκή εκπαίδευση. Σήμερα, αυτή η γνώση έχει σε μεγάλο βαθμό ξεθωριάσει.

Ένας επισκέπτης που στέκεται μπροστά σε ένα αρχαίο γλυπτό του Άδη μπορεί να μην ξέρει καν ποιος είναι αυτός, και ντρέπεται να ρωτήσει. Αυτή η αμηχανία είναι το πραγματικό εμπόδιο, όχι η τιμή του εισιτηρίου.

Μια τεχνητή νοημοσύνη με δυνατότητα συνομιλίας αλλάζει εντελώς τη δυναμική. Μπορείς να κάνεις μια ερώτηση ιδιωτικά, από το κινητό σου, χωρίς να σε ακούσει κανείς. Μπορείς να ρωτήσεις «ποιος είναι αυτός ο χαρακτήρας;» ή «τι βλέπω;» χωρίς να ντρέπεσαι. Μπορείς να το ρωτήσεις δέκα φορές στη σειρά.

Δεν υπάρχει κριτική, ούτε υψωμένα φρύδια. Για κάποιον που αισθάνεται ότι δεν ανήκει σε ένα μουσείο, αυτή η ιδιωτικότητα μπορεί να είναι επαναστατική. Είναι η διαφορά μεταξύ του να μείνεις είκοσι λεπτά και του να μείνεις δύο ώρες. Και αυτές οι δύο ώρες μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τον πολιτισμό για το υπόλοιπο της ζωής τους. Αυτό δεν είναι απλώς μια τεχνολογική βελτίωση. Είναι μια δημοκρατική βελτίωση.

«Η τεχνητή νοημοσύνη αναδιαμορφώνει το λεξιλόγιό μας, τους ρυθμούς των προτάσεών μας, την αίσθηση του τι ακούγεται σωστό»

Η Ελλάδα είναι μια χώρα που διακρίνεται για την πλούσια κλασική κληρονομιά της. Πώς μπορεί η τεχνολογία σας να βοηθήσει ένα τοπικό μουσείο σε μια πόλη όπως τα Ιωάννινα ή έναν αρχαιολογικό χώρο παγκόσμιας εμβέλειας όπως η Ακρόπολη να ξεπεράσουν τον «στατικό» ηχητικό οδηγό;

Η Ελλάδα αποτελεί μια συναρπαστική περίπτωση, καθώς διαθέτει τόσο παγκοσμίου φήμης μνημεία που προσελκύουν εκατομμύρια επισκέπτες όσο και μικρότερα περιφερειακά μουσεία με εξαιρετικές συλλογές που ελάχιστοι άνθρωποι έχουν την ευκαιρία να δουν. Η πρόκληση είναι διαφορετική σε κάθε περίπτωση.

Σε έναν αρχαιολογικό χώρο όπως η Ακρόπολη, το ζητούμενο δεν είναι να προσελκύσουμε επισκέπτες. Το ζητούμενο είναι να τους προσφέρουμε μια ουσιαστική εμπειρία, παρά τον κόσμο, τη ζέστη και τον περιορισμένο χρόνο. Μια τεχνητή νοημοσύνη με δυνατότητα διαλόγου μπορεί να λειτουργήσει ως εξατομικευμένος, πολύγλωσσος οδηγός που προσαρμόζεται στον χρόνο που διαθέτετε και στα ενδιαφέροντά σας.

Για ένα μουσείο όπως το Αρχαιολογικό Μουσείο των Ιωαννίνων, η πρόκληση έγκειται στην προβολή και στο βάθος. Το μουσείο αυτό φιλοξενεί 250.000 χρόνια ιστορίας της Ηπείρου, από παλαιολιθικά εργαλεία έως τα ευρήματα της Δωδώνης, ενός από τα σημαντικότερα ιερά του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Πρόκειται για μια εξαιρετική ιστορία, αλλά οι περισσότεροι επισκέπτες εκτός Ηπείρου δεν την έχουν ακούσει ποτέ.

Ένα καλό σύστημα τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να μετατρέψει αυτή τη συλλογή σε μια απίστευτα πλούσια εμπειρία, επειδή η συζήτηση δεν σταματά σε ό,τι βρίσκεται φυσικά μέσα στην αίθουσα. Μπορεί να συνδέσει ένα μεμονωμένο αντικείμενο με την ευρύτερη αφήγηση της ελληνικής αρχαιότητας, με άλλες συλλογές σε όλη τη χώρα, με την ίδια την περιέργεια του επισκέπτη. Έτσι μετατρέπεις μια επίσκεψη τριάντα λεπτών σε κάτι αξέχαστο και δίνεις σε ένα περιφερειακό μουσείο τη φωνή που του αξίζει.

Η τεχνητή νοημοσύνη ως «βοηθός κατανόησης» ιστορικών μνημείων.

Ορισμένοι κριτικοί υποστηρίζουν ότι η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στα μουσεία ενδέχεται να αποσπά την προσοχή των επισκεπτών από τα ίδια τα έργα τέχνης. Το συμμερίζεστε;

Αυτό είναι ένα ζήτημα που αντιμετωπίζω με σοβαρότητα και είναι απολύτως δικαιολογημένο. Το τελευταίο που θέλουμε είναι οι επισκέπτες να κοιτάζουν τα κινητά τους αντί να θαυμάζουν τα έργα τέχνης. Το αντιμετωπίζουμε μέσω του σχεδιασμού του διαλόγου. Τα συστήματά μας έχουν σχεδιαστεί για να κατευθύνουν την προσοχή προς το έργο τέχνης, όχι μακριά από αυτό. Η τεχνητή νοημοσύνη λέει «κοιτάξτε την επάνω αριστερή γωνία αυτού του πίνακα» ή «κάντε ένα βήμα πίσω και παρατηρήστε τις διαστάσεις». Δεν σας δείχνει μια αναπαραγωγή σε μια οθόνη. Εκπαιδεύει το μάτι σας να βλέπει αυτό που βρίσκεται πραγματικά μπροστά σας. Το τηλέφωνο γίνεται ένα εργαλείο για να κοιτάξετε, όχι ένα υποκατάστατο του να κοιτάξετε.

Επιπλέον, αναπτύσσουμε όλο και περισσότερο εμπειρίες που βασίζονται αποκλειστικά στη φωνή. Ο επισκέπτης φοράει ακουστικά και απλώς ακούει και μιλάει. Ο χρόνος που αφιερώνεται στην οθόνη είναι σχεδόν μηδενικός. Η τεχνητή νοημοσύνη γίνεται μια φωνή στο αυτί σου, σαν ένας πεπειραμένος φίλος που περιηγείται μαζί σου στο μουσείο, σου δείχνει διάφορα πράγματα, απαντά στις ερωτήσεις σου, χωρίς όμως ποτέ να αποσπά το βλέμμα σου από το έργο. Αυτή είναι μια σχεδιαστική επιλογή, και μάλιστα μία από τις πιο σημαντικές που κάνουμε.

Πρόσφατα γράψατε για το «Samarkand 2025» και την παγκοσμιοποίηση του πολιτισμού μέσω της τεχνητής νοημοσύνης. Φοβάστε μήπως η τεχνητή νοημοσύνη οδηγήσει σε μια «τυποποίηση» του πολιτισμού, όπου όλα τα μουσεία θα αρχίσουν να μοιάζουν μεταξύ τους επειδή χρησιμοποιούν τους ίδιους αλγόριθμους;

Στη Γενική Συνέλευση της UNESCO στο Σαμαρκάντ το 2025, είχα την ευκαιρία να αναφερθώ ακριβώς σε αυτό το ζήτημα. Και πιστεύω ότι ο φόβος για την τυποποίηση είναι κατανοητός, αλλά λανθασμένος, διότι βασίζεται σε μια παρερμηνεία του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η τεχνητή νοημοσύνη, ή τουλάχιστον του τρόπου με τον οποίο θα έπρεπε να λειτουργεί.

Ο κίνδυνος να «ακούγονται όλα τα μουσεία το ίδιο» θα υπήρχε αν όλοι χρησιμοποιούσαν την ίδια γενική τεχνητή νοημοσύνη με τα ίδια γενικά δεδομένα εκπαίδευσης. Όμως δεν κάνουμε κάτι τέτοιο. Ολόκληρη η ουσία της προσέγγισής μας είναι ακριβώς το αντίθετο: η εξατομίκευση. Κάθε μουσείο, κάθε συλλογή, κάθε μεμονωμένο έργο τέχνης μπορεί να έχει τη δική του φωνή, τη δική του βάση γνώσεων, τον δικό του τρόπο να αφηγείται την ιστορία του. Και πέρα από αυτό, κάθε επισκέπτης λαμβάνει μια διαφορετική εκδοχή αυτής της ιστορίας, ανάλογα με τη γλώσσα, την ηλικία, τα ενδιαφέροντα και το επίπεδο γνώσεών του. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι ένα σύστημα που ταιριάζει σε όλες τις περιπτώσεις. Όταν είναι καλά σχεδιασμένη, αποτελεί ένα σύστημα που επιτρέπει την ύπαρξη του μοναδικού σε μεγάλη κλίμακα. Ένα μικρό μουσείο στην Ήπειρο και ένας εθνικός οργανισμός στο Παρίσι δεν πρέπει να ακούγονται το ίδιο, και με τη σωστή προσέγγιση, δεν θα ακούγονται. Η τεχνολογία αυτή επιτρέπει την εξειδίκευση. Ο κίνδυνος της τυποποίησης δεν προέρχεται από την ίδια την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά από την άστοχη εφαρμογή της.

Έχετε υποστηρίξει την ανάπτυξη μιας ηθικής και αξιόπιστης τεχνητής νοημοσύνης στον πολιτιστικό τομέα, ιδίως σε ό,τι αφορά τις «ψευδαισθήσεις» (hallucinations). Τι θα πρέπει να απαιτούν τα μουσεία και οι δημόσιοι φορείς από τους προμηθευτές τεχνητής νοημοσύνης πριν υιοθετήσουν αυτά τα συστήματα;

Τα μουσεία και οι δημόσιοι φορείς πρέπει να είναι εξαιρετικά απαιτητικοί, και το λέω αυτό ως προμηθευτής τεχνητής νοημοσύνης ο ίδιος. Πρώτον: διαφάνεια όσον αφορά τις πηγές δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να αντλεί πληροφορίες μόνο από επικυρωμένες βάσεις γνώσης που έχουν εγκριθεί από τον φορέα, και όχι από το ανοιχτό διαδίκτυο.

Όταν βρίσκεστε στο Λούβρο, οι πληροφορίες πρέπει να προέρχονται από τους επιμελητές του Λούβρου, όχι από μια τυχαία ανάρτηση σε blog. Δεύτερον: έλεγχος των «ψευδαισθήσεων». Κάθε σύστημα τεχνητής νοημοσύνης θα παράγει μερικές φορές ανακριβές περιεχόμενο. Το ερώτημα είναι ποια μέτρα προστασίας έχουν τεθεί σε εφαρμογή. Τρίτον: ο φορέας πρέπει να διατηρεί τον εκδοτικό έλεγχο. Η τεχνητή νοημοσύνη μιλάει στο όνομα του φορέα. Ο τόνος, το λεξιλόγιό της, τα όριά της πρέπει να καθορίζονται από τον φορέα, όχι από την εταιρεία τεχνολογίας. Αν ένας προμηθευτής δεν μπορεί να εγγυηθεί αυτά τα τρία πράγματα, απομακρυνθείτε.

Στο συνέδριο Techfuse στα Ιωάννινα, το επίκεντρο συνήθως είναι ο τρόπος με τον οποίο η τεχνολογία μπορεί να τροφοδοτήσει την περιφερειακή ανάπτυξη. Μπορεί η «Πολιτιστική Τεχνητή Νοημοσύνη» να αποτελέσει κινητήρια δύναμη για τον βιώσιμο τουρισμό σε λιγότερο επισκέψιμες περιοχές της Ευρώπης;

Απολύτως, και πιστεύω ότι αυτή είναι μια από τις πιο ελπιδοφόρες εφαρμογές. Το πρόβλημα με τον τουρισμό στην Ευρώπη είναι η συγκέντρωση. Όλοι επισκέπτονται τις ίδιες είκοσι πόλεις και τα ίδια πενήντα μουσεία. Εν τω μεταξύ, εξαιρετικοί προορισμοί σε λιγότερο επισκέψιμες περιοχές παραμένουν σχεδόν αόρατοι.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να συμβάλει στην αλλαγή αυτής της κατάστασης με δύο τρόπους. Πρώτον, κάνοντας τους μικρότερους φορείς πιο αναγνωρίσιμους, μέσω πολυγλωσσικού περιεχομένου, μέσω συνδέσεων με μεγαλύτερα δίκτυα, καθώς και μέσω εξατομικευμένων προτάσεων που οδηγούν τους επισκέπτες εκτός των συνηθισμένων διαδρομών.

Δεύτερον, κάνοντας την ίδια την επίσκεψη πολύ πιο πλούσια. Ένα μικρό μουσείο με δεκαπέντε αντικείμενα και μια καλά σχεδιασμένη εμπειρία τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να είναι πιο αξιομνημόνευτη από μια πολυπληθή, επιτυχημένη έκθεση. Για περιοχές όπως η Ήπειρος, η τεχνητή νοημοσύνη στον πολιτισμό μπορεί να αποτελέσει ένα πραγματικό εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης, επειδή μετατρέπει την πολιτιστική κληρονομιά σε λόγο για να μείνουν οι επισκέπτες περισσότερο, να εξερευνήσουν περισσότερο, να επιστρέψουν.