«Ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος θα μπορούσε να ξεσπάσει ανά πάσα στιγμή εάν ο Ντόναλντ Τραμπ συνεχίσει την παράλογη πορεία του». Αυτά τα λόγια, που ανήκουν στον αντιπρόεδρο του ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας και πρώην πρόεδρο της χώρας, Ντμίτρι Μεντβέντεφ, περιγράφουν την επιταχυνόμενη επιδείνωση των διμερών σχέσεων ΗΠΑ και Ρωσίας, στον απόηχο του πολέμου στο Ιράν.
Από την άμβλυνση στην όξυνση
Η τοποθέτηση του Μεντβέντεφ – θεωρούμενου από τους «ιέρακες» του Κρεμλίνου – έγινε στο πλαίσιο συνέντευξης στο πρακτορείο ειδήσεων TASS (Τρίτη, 03/03) και συνοδεύτηκε από την εκτίμηση ότι «ο πόλεμος που ξεκίνησε ο Τραμπ συνιστά ολέθριο λάθος» με απώτερο σκοπό «τη διατήρηση της παγκόσμιας ηγεμονίας των ΗΠΑ». Δεν δίστασε να αποκαλέσει τους ευρωπαίους ηγέτες «υποτακτικούς κόλακες», ενώ υποστήριξε ότι «εφεξής το Ιράν θα επιδιώξει τη δημιουργία πυρηνικών όπλων με διπλάσια αποφασιστικότητα».
Ακολούθησε η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών Μαρία Ζαχάροβα, που με δηλώσεις της (Τετάρτη, 04/03) στα ΜΜΕ κατηγόρησε τις ΗΠΑ ότι χρησιμοποίησαν μια φανταστική απειλή από το Ιράν ως πρόσχημα για να ανατρέψουν τη συνταγματική τάξη της χώρας και δήλωσε ότι οι εκκλήσεις της Ουάσιγκτον προς τους Ιρανούς να πάρουν την εξουσία από τους ηγέτες τους είναι κυνικές και απάνθρωπες.
Δεν είναι πρώτη φορά που αμφότεροι καταφεύγουν σε ακραίες δηλώσεις κατά ευρωπαίων ηγετών ή χρησιμοποιούν σκληρή γλώσσα κατά της «συλλογικής Δύσης». Είναι όμως η πρώτη φορά που στο στόχαστρο της Μόσχας μπαίνει πια ο ίδιος ο αμερικανός πρόεδρος, στον οποίο το Κρεμλίνο απέδιδε μέχρι πρόσφατα εύσημα «ειρηνοποιού» (για τις προσπάθειες ειρήνευσης στην Ουκρανία), ποντάροντας πολλά στην προσωπική χημεία μεταξύ των προέδρων Τραμπ και Πούτιν, που αποτυπώθηκε εμφατικά στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 15 Αυγούστου, στο Άνκορατζ της Αλάσκας.
Έξι μήνες αργότερα ο ρώσος πρόεδρος, αναφερόμενος στον θάνατο του αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, κάνει λόγο «για κυνική δολοφονία που παραβιάζει κάθε ανθρώπινη ηθική και το Διεθνές Δίκαιο», δείχνοντας εμμέσως πλην σαφώς προς τον αμερικανό ομόλογό του.
Σημείο καμπής ή ευκαιρία;
Η αιτία πίσω από την πρόσφατη κλιμάκωση δεν είναι άλλη από το Ιράν, το οποίο αναδεικνύεται σε οριακό σημείο για τις σχέσεις των δύο ισχυρότερων πυρηνικών δυνάμεων. Για τη ρωσική πλευρά, το σενάριο της κατάρρευσης ενός τόσο σημαντικού διπλωματικού και οικονομικού συμμάχου αποτελεί ένδειξη απομείωσης της ισχύος της. Έρχεται μάλιστα να προστεθεί σε μια σειρά από εμφατικές ήττες για τους συμμάχους του Κρεμλίνου, όπως η απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, και η πτώση του σύρου ηγέτη Μπασάρ αλ Άσαντ.
«Η αδυναμία της Ρωσίας αντανακλά τη στρατηγική της υποβάθμιση», σχολιάζει μιλώντας στη Monde η Τατιάνα Καστουεβά-Ζαν, ερευνήτρια στο Γαλλικό Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων (IFRI). Και συμπληρώνει: «Στη Συρία, στη Βενεζουέλα, στη σύγκρουση ανάμεσα σε Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν, η Μόσχα αποδείχθηκε ανίκανη να προστατεύσει τους συμμάχους της και να επηρεάσει την έκβαση».
Τη διαπίστωση αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνει η απροθυμία της ρωσικής κυβέρνησης να παρέχει ουσιαστική στρατιωτική βοήθεια στην Τεχεράνη. «Η όποια αρωγή πιθανότατα θα εξαντληθεί στον τομέα της καταστολής, όπως με τις πρόσφατες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις όπου η Μόσχα προμήθευσε τις ιρανικές αρχές με εργαλεία ψηφιακής επιτήρησης» επισημαίνει στη Monde η Νικόλ Γκραγιέφσκι, καθηγήτρια στο Κέντρο Διεθνών Σχέσεων του γαλλικού πανεπιστημίου Sciences Po Paris. Σε πρόσφατο άρθρο της στην ψηφιακή έκδοση του Foreign Policy τόνιζε ότι παρότι η Ρωσία δεν έχει καμία πρόθεση ενεργής εμπλοκής, θα κάνει ό,τι μπορεί για την έμμεση στήριξη του θεοκρατικού καθεστώτος.
Υπάρχει και διαφορετική προσέγγιση. Δεν είναι λίγοι οι αναλυτές που επισημαίνουν ότι η έλλειψη καυσίμων – απόρροια του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ και των ιρανικών επιδρομών σε πετρελαϊκές υποδομές των μοναρχιών του Κόλπου – προσφέρει μια σπάνια ευκαιρία στη Ρωσία να
ξαναμπεί δυναμικά στο παιχνίδι της προσφοράς, μετά την πτώση των πετρελαϊκών εσόδων της. Επιπλέον, το γεγονός ότι το Ιράν παραμένει ψηλά στη λίστα διεθνών προτεραιοτήτων διευκολύνει τους σχεδιασμούς των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων στο πολεμικό μέτωπο της Ουκρανίας.
Επιστρέφοντας στη ρήξη ανάμεσα σε Κρεμλίνο και Ουάσιγκτον, το ερώτημα για το αν αυτή είναι οριστική παραμένει ανοικτό. Σε άρθρο του για το think tank Lowy Institute, ο πρώην πρέσβης της Νέας Ζηλανδίας στη Ρωσία, Ίαν Χιλ, δίνει μια ενδιάμεση προοπτική. «Η Ρωσία ελπίζει ότι οι ΗΠΑ θα εμπλακούν σε μια κοστοβόρα σύρραξη, που θα διαταράξει τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, επιτρέποντας στη Μόσχα να παρέμβει σε δεύτερο χρόνο για να οικοδομήσει εκ νέου διπλωματικές συμμαχίες».
Υπάρχει ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στη φιλία και την εχθρότητα; Και πόσο γρήγορα η διαπραγμάτευση διαδέχεται την κλιμάκωση; Η επιστολή του Βλαντίμιρ Πούτιν προς τον ιρανό ομόλογό του, Μασούντ Πεζεσκιάν, κατά την οποία αφενός καταδίκαζε την επίθεση και αφετέρου απέφευγε κάθε αναφορά στις ΗΠΑ γενικά και τον Τραμπ συγκεκριμένα, δίνει μια πρώτη έμμεση απάντηση για τα ελαστικά περιθώρια στις διεθνείς υποθέσεις





