Ο θάνατος του ανώτατου ηγέτη του Ιράν Αλί Χαμενεΐ εν μέσω πολεμικής σύγκρουσης αποτελεί μια κρίσιμη καμπή στην ιστορία του Ιράν.

Τι προβλέπει το ιρανικό Σύνταγμα για τη διαδοχή και ποιοι είναι οι πόλοι της εξουσίας που θα διαμεσολαβήσουν την εκλογή αυτή;

Οι δύο φάσεις και το τριμερές μεταβατικό συμβούλιο

Στη διαδικασία διαδοχής υπάρχουν δύο φάσεις, σύμφωνα με το Σύνταγμα της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

1η φάση: Στην αρχή συγκροτείται ένα συμβούλιο, για τις άμεσες ανάγκες διακυβέρνησης, αποτελούμενο από:

α) Τον εν ενεργεία πρόεδρο, εν προκειμένω τον μεταρρυθμιστή Μασούντ Πεζεσκιάν.

β) Τον επικεφαλής του δικαστικού συστήματος, εν προκειμένω τον Γκολαμχοσεΐν Μοχσενί Εζεΐ.

γ) Ένα μέλος από το Συμβούλιο των Φρουρών, το οποίο μέλος εκλέγεται από το λεγόμενο Συμβούλιο Διάγνωσης της Σκοπιμότητας του Συστήματος.

Σημειωτέον ότι το Συμβούλιο των Φρουρών είναι ένα 12μελές θεσμικό όργανο που ελέγχει τη συνταγματικότητα των νόμων, δύναται να απορρίπτει τη νομοθεσία του κοινοβουλίου και επιβλέπει τις εκλογές, εγκρίνοντας ή αποκλείοντας υποψηφίους.

Από το Συμβούλιο αυτό, λοιπόν, θα εκλεγεί ένα μέλος από το Συμβούλιο Διάγνωσης της Σκοπιμότητας του Συστήματος, το οποίο αποτελεί συμβουλευτικό σώμα, που διορίζεται από τον Ανώτατο Ηγέτη του Ιράν και επιλύει διαφορές που προκύπτουν ανάμεσα στο κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο των Φρουρών, ενώ διαθέτει και έναν ευρύτερο συμβουλευτικό ρόλο.

Οι τρεις, λοιπόν, αυτοί άνδρες, ο πρόεδρος Πεζεσκιάν, ο επικεφαλής του δικαστικού και ο εκλεγμένος από το Συμβούλιο των Φρουρών του Συντάγματος αποτελούν το Συμβούλιο, το οποίο θα αναλάβει την ανώτατη ηγεσία της χώρας κατά το μεσοδιάστημα.

2η φάση: Η εκλογή από τη Συνέλευση των Ειδικών

Στη συνέχεια, ακολουθεί η δεύτερη φάση: Η λεγόμενη Συνέλευση των Ειδικών θα επιλέξει τον νέο Ανώτατο Ηγέτη σύμφωνα με τον ιρανικό νόμο. Η εν λόγω Συνέλευση αποτελείται από 88 Σιίτες κληρικούς, που εκλέγονται κάθε οκτώ χρόνια (2024-2032 η τρέχουσα θητεία). Οι υποψηφιότητές τους χρειάζεται να εγκριθούν από το Συμβούλιο των Φρουρών του Συντάγματος, το οποίο είναι γενικά επιφορτισμένο με την αποστολή να αποκλείει όσους υποψηφίους θεωρούνται απάδοντες για την κατάληψη μιας σημαντικής θεσμικής θέσης. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Ο μετριοπαθής και μεταρρυθμιστής πρώην Πρόεδρος Χασάν Ρουχανί, στον οποίο πιστώνεται η συμφωνία για τα πυρηνικά του 2015, είχε αποκλειστεί το 2024 από το να μετάσχει στη Συνέλευση των Ειδικών.

Επομένως, αν και τυπικά η Συνέλευση των Ειδικών έχει την αρμοδιότητα της εκλογής, το γεγονός ότι οι υποψήφιοι για τον απαρτισμό της ελέγχονται από το Συμβούλιο των Φρουρών της Επανάστασης, του οποίου τα μέλη ορίζονταν από τον Ανώτατο Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, σημαίνει ότι πρόκειται για ένα σώμα που αντανακλά τη βούληση του εκλιπόντος.

Και ενώ σε μια πρωιμότερη φάση της ηγεσίας του, ο Χαμενεΐ είχε επιτρέψει μια συγκριτική πολυφωνία, προϊόντος του χρόνου και των πολεμικών περιπετειών του Ιράν, η Συνέλευση απαρτίζεται πλέον κυρίως από σκληροπυρηνικά μέλη, που ιδεολογικώς είναι κοντά στον εκδημήσαντα, όπως και στους Φρουρούς της Επανάστασης, δηλαδή στον κλάδο των ενόπλων δυνάμεων που περιφρουρεί την εσωτερική τάξη και προστατεύει το πολιτικό σύστημα της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Δεύτερη εκλογή στην ιστορία της Ισλαμικής Δημοκρατίας μετά το 1989

Δεν είναι εύκολο να προβλέψει ή ούτε καν να διαγνώσει κανείς τον τρόπο και τα κριτήρια με τα οποία θα γίνει η εκλογή, κατ’ αρχήν για τον λόγο ότι μια παρόμοια εκλογή έχει γίνει μόνο μία φορά κατά το παρελθόν, το 1989, μετά την εκδημία του Αγιατολάχ Ρουχολάχ Μουσαβί Χομεϊνί. Δεν έχει υπάρξει, δηλαδή, μια μακροχρόνια παράδοση, η οποία να έχει αποκρυσταλλώσει ένα συγκεκριμένο ήθος του εκλεκτορικού σώματος.

Το 1989, ο Χαμενεΐ θεωρείτο ότι διέθετε την εύνοια του Αγιατολάχ Χομεϊνί, αν και όχι το ηγετικό χάρισμα και την έντονη προσωπικότητά του.
Ήταν τότε ένας συγκριτικά νεαρός κληρικός που έλαβε την εξουσία επειδή αποτελούσε συμβιβαστική υποψηφιότητα και επειδή πολλοί από τις ισχυρότερες προσωπικότητες είχαν παραμεριστεί από τον ιδρυτή της Ισλαμικής Δημοκρατίας Αγιατολάχ Χομεϊνί. Στην παγίωση της προσωπικής εξουσίας του Χαμενεΐ συνέβαλε το Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης, που είχε βγει ισχυροποιημένο από τον 8ετή πόλεμο με το Ιράκ.

Τα «φαβορί» που εξέλιπαν

Σήμερα, η κατάσταση περιπλέκεται από τον -αρκετά ύποπτο- θάνατο του προέδρου Εμπραχίμ Ραϊσί στις 19 Μαΐου 2024, όταν συνετρίβη το ελικόπτερο που τον μετέφερε από το Αζερμπαϊτζάν στο δυτικό Ιράν. Ο συντηρητικός Ραϊσί θεωρείτο ως προστατευόμενος του Χαμενεΐ που θα μπορούσε με σχετικά «φυσικό» τρόπο να τον διαδεχθεί, όμως ο αιφνίδιος χαμός του έβγαλε εκτός μάχης ένα φαβορί της διαδοχής.

Εξάλλου, ο 86χρονος Αλί Χαμενεΐ έζησε αρκετά ώστε να δει αρκετούς πιθανούς διαδόχους να πεθαίνουν πριν από αυτόν, όπως συνέβη με τον πρώην πρόεδρο Χασεμί Ραφσατζανί (1989-1997) που πέθανε το 2017 και τον συντηρητικό ανώτατο δικαστή Αγιατολάχ Μαχμούντ Χασεμί Σαχρουντί που πέθανε πρόωρα από καρκίνο το 2018.

Τον Σαχρουντί είχε αντικαταστήσει ο Σαντέγ Αμολί Λαριτζανί, μικρότερος αδελφός του Αλί Λαριτζανί, πρώην διοικητή των Φρουρών της Επανάστασης, νυν επικεφαλής του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, ο οποίος εμφανίζεται σήμερα ως ο ισχυρός της ημέρας εν μέσω κενού ηγεσίας. Οι συνολικά πέντε αδελφοί Λαριτζανί αποτελούν μια υπολογίσιμη πολιτική δυναστεία στην πολιτική, ακαδημαϊκή και διπλωματική ζωή.

Προβλήματα και πλεονεκτήματα μιας βιολογικής κληρονομικής διαδοχής

Μετά το δυστύχημα όπου σκοτώθηκε ο Ραϊσί το 2024, ακούστηκε έντονα το όνομα του δεύτερου γιου του Χαμενεΐ, Μοτζταμπά. Ο Μοτζταμπά Χαμενεΐ, συντηρητικός Σιίτης κληρικός και διδάσκαλος θεολογίας σε σεμινάριο στην πόλη Κομ, έχει συγκριτικά έλλειψη εμπειρίας ως προς την κατάληψη σημαντικών θεσμικών αξιωμάτων. Είχε, όμως, αναλάβει τον έλεγχο της πολιτοφυλακής Μπασίτζ και του υπουργείο Πληροφοριών κατά την κρίση των μεγάλων διαδηλώσεων που ακολούθησαν τις εκλογές του 2009.

Το σημαντικότερο πρόβλημα της υποψηφιότητας, ωστόσο, είναι ότι μια βιολογικώς κληρονομική διαδοχή του πατέρα από τον γιο αφενός, θα θεωρείτο μη ισλαμική και αφετέρου, θα θύμιζε την κληρονομική διαδοχή της δυναστείας των Παχλαβί, την οποία η Ισλαμική Επανάσταση ανέτρεψε.

Λέγεται μάλιστα ότι ίδιος ο Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος δεν εξέφρασε δημόσια την άποψή του για τον διάδοχό του, ήταν μάλλον απορριπτικός προς την ιδέα να αναλάβει ο γιος του, με το σκεπτικό ότι αυτό θα θεωρείτο μια παλινδρόμηση της χώρας στην κληρονομική μοναρχία που ανατράπηκε το 1979. Παρ’ όλα αυτά, η υποψηφιότητα του Μοτζταμπά διατηρεί το σημαντικό πλεονέκτημα ότι βρίσκεται ιδεολογικά και πολιτικά κοντά στους Φρουρούς της Επανάστασης, ενώ ακόμη και η βιολογική συγγένειά του λειτουργεί καθησυχαστικά ότι δεν θα είναι απρόβλεπτος και αντισυστημικός.

Σημειωτέον ότι σε καταστάσεις ταχύτατων αποκεφαλισμών της ηγεσίας του Ιράν, είναι πιθανό οι αποφάσεις για τη διαδοχή ως προς το ουσιαστικό μέρος να είναι προειλημμένες και μάλιστα σε πολλαπλό βάθος ενώ, ωστόσο, και το τυπικό θεσμικό μέρος όσο και αυτό της ανακοίνωσης στον λαό διατηρούν την πολιτική σημασία τους.

Ο εγγονός του Χομεϊνί ως σύνθεση συντηρητικών και μεταρρυθμιστών

Μια διαφορετική υποψηφιότητα είναι ο Σεγιέντ Χασάν Χομεϊνί, εγγονός του ιδρυτή της Ισλαμικής Επανάστασης Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί, διά του δεύτερου γιού του Αχμάντ. Ο Χασάν Χομεϊνί, γεννημένος το 1972, έχει υπηρετήσει ως διαχειριστής και θεματοφύλακας του Μαυσωλείου του Αγιατολάχ Χομεϊνί στην Τεχεράνη και αποτελεί συνθετική υποψηφιότητα, επειδή θεωρείται μετριοπαθής κληρικός που έχει καλές σχέσεις με το μεταρρυθμιστικό κίνημα.

Ωστόσο, το 2016 η υποψηφιότητά του για τη Συνέλευση των Ειδικών είχε απορριφθεί από το Συμβούλιο των Φρουρών, με αποτέλεσμα να θεωρείται ως «εκτός συστήματος» από τους συντηρητικούς. Η υποψηφιότητά του θα είχε νόημα, αν το ιρανικό σύστημα εξουσίας αποφασίσει να μεταβεί προς την κατεύθυνση της μεταρρύθμισης, πλην με ανώτατο ηγέτη κάποιον ο οποίος έχει το κύρος της καταγωγής από τον γενάρχη του ισλαμικού Ιράν Αγιατολάχ Χομεϊνί.

Ο συνδυασμός των δύο ιδιοτήτων θα οδηγούσε επίσης σε σημαντικό λαϊκό έρεισμα. Παραμένει το γεγονός ότι εν μέσω ακραίας κρίσης στο εσωτερικό και το εξωτερικό, το πολιτικό σύστημα της Ισλαμικής Επανάστασης μπορεί να έχει ως προτεραιότητά του τη συσπείρωση και όχι το συνθετικό άνοιγμα με συνδυασμό παράδοσης και μεταρρύθμισης.

Σημαντική μορφή των θρησκευτικών σχολών της πόλης Κομ είναι επίσης ο Αγιατολάχ Αλιρέζα Αραφί, που έχει διατελέσει επικεφαλής ισλαμικών θεολογικών σεμιναρίων και συμμετάσχει σε θεσμικά όργανα, όπως στο Συμβούλιο των Φυλάκων και στη Συνέλευση των Ειδικών. Επίσης, ο Χασέμ Χοσεϊνί Μπουσεχρί, Σιίτης κληρικός που συνδέεται με τη Συνέλευση των Ειδικών, έμπιστος του Χαμενεΐ.

Ο ρόλος των Φρουρών της Επανάστασης

Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική κληρονομιά του εκλιπόντος Αλί Χαμενεΐ περιλαμβάνει την ενδυνάμωση του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, το οποίο ηγείτο του, κατά αυτοπροσδιορισμό, Άξονα της Αντίστασης, δηλαδή μιας πληθώρας ομάδων μαχητών με αντι-ισραηλινή και αντιδυτική στόχευση σε όλη τη Μέση Ανατολή και δη στο Ιράκ, τη Συρία και τον Λίβανο. Το Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης, που έχει χαρακτηριστεί ως τρομοκρατική οργάνωση από τις ΗΠΑ το 2019, έχει αποκτήσει πολιτικό ρόλο και εμπλέκεται επίσης σε επιχειρηματικές δραστηριότητες, με αποτέλεσμα να είναι σημαντική για αυτό η επιβίωση του καθεστώτος.

Ο ίδιος άλλωστε ο σκοπός ύπαρξης του Σώματος είναι η προστασία και η διαιώνιση της εξουσίας των Σιιτών κληρικών στο Ιράν. Η σχέση του υποψηφίου διαδόχου με το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης θα είναι ένα από τα σημαντικά κριτήρια στην εκλογή. Μάλιστα μία από τις ανησυχίες των ΗΠΑ σχετικά με τη σκοπιμότητα της εξόντωσης του Ανώτατου Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ ήταν ότι θα μπορούσε να αντικατασταθεί από έναν πολύ πιο σκληροπυρηνικό ηγέτη από το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης», γεγονός που παραμένει μια πιθανή εξέλιξη.

Ελλείψει, λοιπόν, μιας πανθομολογουμένως ισχυρής υποψηφιότητας είναι πιθανό να εκλεγεί ένας λιγότερο προβεβλημένος κληρικός που θα εκπροσωπεί τα συμφέροντα του Σώματος των Φρουρών της Επανάστασης, στο οποίο είχε άλλωστε στηρίξει την πυγμή της εξουσίας του και ο εκλιπών Αλί Χαμενεΐ.

Προς αλλαγές στο περιεχόμενο του θεσμού της ανώτατης ηγεσίας;

Τα 37 χρόνια της εξουσίας του Χαμενεΐ χαρακτηρίστηκαν από υψηλό συγκεντρωτισμό, συχνά με παραμερισμό ανταγωνιστών, ο οποίος προσέδωσε διάρκεια στον θεσμό αλλά όχι δημοφιλία, ούτε μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα μετά τον φυσικό θάνατό του.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ποιος θα είναι ο διάδοχος του Χαμενεΐ, αλλά και τι μορφή θα λάβει ο θεσμός της ανώτατης ηγεσίας.

Καθώς μάλιστα, απ’ ό,τι φαίνεται, ο συγκεντρωτισμός έχει το μειονέκτημα ότι ένα μοναδικό άτομο είναι ευάλωτο σε έξωθεν δολοφονία εν μέσω πολεμικής σύγκρουσης, αφενός είναι επιθυμητή η ανάληψη της ηγεσίας από ένα πρόσωπο που θα λειτουργεί ως εντολοδόχος, αλλά και εξισορροπητής των διαφορετικών θεσμικών σωμάτων.

Και αφετέρου, είναι δυνητικά νοητό ακόμη και το σενάριο να υπάρξει συλλογική ανώτατη ηγεσία, η οποία θα αποκέντρωνε τον θεσμό του ανώτατου ηγέτη προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης ανάληψης ευθυνών από την εκτελεστική εξουσία.

Μια παρόμοια αποκέντρωση δεν αποκλείεται από το ιρανικό Σύνταγμα, άλλωστε ο συγκεντρωτισμός της εξουσίας στο πρόσωπο του ανώτατου ηγέτη αποτελεί ίδιον της ύστερης φάσης της ηγεσίας του Αλί Χαμενεΐ.

Πώς επηρεάζει η πολεμική σύγκρουση τη διαδοχή

Παραμένει το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή εν μέσω πολεμικής σύγκρουσης πρυτανεύει η βούληση του Σώματος των Φρουρών της Επανάστασης να διαιωνίσουν την εξουσία τους, ενός σώματος μάλιστα που έχει υπάρξει πιο δυναμικό και σκληροπυρηνικό σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής από τον ίδιο τον εκλιπόντα Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος ενίοτε δρούσε ακόμη και εξισορροπητικά, αναστέλλοντας ορισμένες από τις πιο ακραίες επιθυμίες των Φρουρών.

Η Ισλαμική Δημοκρατία είναι ένα υβρίδιο, όπως φανερώνεται ήδη από τα συστατικά της ονομασίας της. Αξιώνει να είναι «δημοκρατία» με την έννοια ότι υπάρχει μια πληθώρα κοινοβουλευτικών και άλλων εκλογών οι οποίες, όμως, όλες υπόκεινται σε μια μορφή ισλαμικού νόμου ερμηνευομένου από τους νομομαθείς. Με αυτή την έννοια, δεν πρόκειται για μια προσωποπαγή βολονταριστική δικτατορία, ούτε καν για μια τυπική στρατιωτική χούντα.

Ορισμένοι συγκρίνουν την τρισσή φύση της Ισλαμικής Δημοκρατίας (ανώτατος ηγέτης / φρουροί της Επανάστασης / κοινοβούλιο) με την τριχοτόμηση της Πολιτείας του Πλάτωνα (φιλόσοφος βασιλεύς / φύλακες / δήμος). Ασφαλώς με τη σημαντική διαφορά ότι τη θέση της αναστοχαστικής φιλοσοφίας στην κορυφή την έχει λάβει η ερμηνεία του ισλαμικού νόμου, καθώς και με την υπόμνηση ότι και η ίδια η «Πολιτεία» του Πλάτωνος έχει επικριθεί από φιλελεύθερους στοχαστές, όπως ο Καρλ Πόπερ ως μήτρα των ολοκληρωτισμών και αυταρχισμών.

Οι «Φρουροί της Επανάστασης», που αύξησαν την εξουσία τους καθώς και το πολιτικό και οικονομικό αποτύπωμά τους επί Χαμενεΐ, τείνουν μεν να καταστούν ένα είδος στρατιωτικής ελίτ που έχει στα χέρια της την ουσιαστική εξουσία, πλην αντλούν το γόητρό τους από τον θρησκευτικό και συμβολικό ρόλο του ανώτατου ηγέτη.

Για όλους αυτούς τους λόγους, αν και υπό συνθήκες ειρήνης, η εκλογή ενός νέου ανώτατου ηγέτη θα μπορούσε να ήταν μια ευκαιρία για αποκέντρωση και μεταρρύθμιση σε συμφωνία με τη βούληση του ιρανικού λαού, υπό τις συνθήκες ενός συστήματος εξουσίας που αγωνίζεται να επιβιώσει εν μέσω πολέμου, ο συνδυασμός που επιζητείται είναι η ανεύρεση ενός προσώπου που θα έχει τόσο συμβολικό κύρος, ώστε να επενδύει με πνευματικό γόητρο τους στρατιωτικούς θεσμούς, αλλά όχι τόσο ισχυρή προσωπικότητα, ώστε να είναι απρόβλεπτος ή θεωρούμενος ως υπονομευτικός των παγιωμένων θεσμών.

Το τι θα συμβεί τελικά και αν θα ακολουθηθούν οι παραπάνω διαδικασίες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την έκβαση του πολέμου.