Η ψηφιακή μετάβαση του κράτους τα τελευταία χρόνια έχει αναμφίβολα επιταχύνει τη διεκπεραίωση των γραφειοκρατικών διαδικασιών, ωστόσο το στοίχημα της λογοδοσίας ως προς τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος παραμένει ανοιχτό. Δεκαπέντε και πλέον χρόνια μετά τη δημιουργία της «Διαύγειας», η συζήτηση για την ανάγκη ενός συστήματος που δεν θα λειτουργεί απλώς ως μια δύσχρηστη ψηφιακή αποθήκη εγγράφων, αλλά θα ελέγχει προληπτικά τις κρατικές δαπάνες, τίθεται εκ νέου στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου.
Από την πλευρά της η κυβέρνηση, ακολουθώντας τη «Βίβλο Ψηφιακού Μετασχηματισμού», προχωρά την εθνική ψηφιακή μετάβαση σχεδιάζοντας τη νέα-ΔΙΑΥΓΕΙΑ, όπως ανακοίνωσε ο Δημοσθένης Αναγνωστόπουλος, Γενικός Γραμματέας Πληροφοριακών Συστημάτων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης.
Το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα με την αντιπροτείνει μια ενιαία ψηφιακή πλατφόρμα για κάθε δημόσια δαπάνη, η οποία θα ονομάζεται «ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ». Με αυτό τον τρόπο το ΙΑΤ επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογία και ειδικότερα η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός ελέγχου.
Ο κ. Βαγγέλης Κάνουλας, Καθηγητής Τεχνητής Νοημοσύνης στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ και Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα, αναλύει, μιλώντας στο «ΒΗΜΑ», τη φιλοσοφία και την αρχιτεκτονική αυτής της πρωτοβουλίας.
Όπως εξηγεί ο διακεκριμένος ακαδημαϊκός, η ψηφιακή λογοδοσία δεν περιορίζεται στην ευκολότερη αναζήτηση πληροφοριών, αλλά έγκειται στη δημιουργία ενός ενιαίου, διαλειτουργικού συστήματος που θα ιχνηλατεί τη διαδρομή κάθε δαπάνης και θα εντοπίζει αυτόματα μοτίβα κακοδιαχείρισης.
«περνάμε από την απλή αποθήκευση εγγράφων σε μια μηχανή κατανόησης και πρόληψης στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος»
Παράλληλα, ο Έλληνας ακαδημαϊκός σκιαγραφεί τις διαφορές της πρότασης από τον σχεδιασμό της νέας κυβερνητικής Βίβλου Ψηφιακού Μετασχηματισμού, υπογραμμίζοντας πως η αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν πρέπει να εξαντλείται στην εξυπηρέτηση του πολίτη, αλλά να θωρακίζει το κράτος μέσα από τη μεταφορά τεχνογνωσίας, τη χρήση ανοικτού κώδικα και την ουσιαστική πρόληψη απέναντι στη διαφθορά.
- Ως μέλος της ομάδας εργασίας «Ψηφιακής Πολιτικής, Τεχνητής Νοημοσύνης και Καινοτομίας» του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα μπορείτε να μας εξηγήσετε τι είναι η «ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ» που προτείνατε; Ποιο πρόβλημα έρχεται να λύσει πρωτίστως;
Η «ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ» είναι η πρόταση του Ινστιτούτο για την λειτουργική διαφάνεια, τον έλεγχο και την λογοδοσία στη ροή του δημόσιου χρήματος. Σήμερα το κράτος διαθέτει τεράστιο όγκο δεδομένων για τις δημόσιες δαπάνες. Όμως αυτά παραμένουν κατακερματισμένα σε διαφορετικά συστήματα χωρίς δυνατότητα ενιαίου ελέγχου, και συνεπώς χωρίς μηχανισμό λογοδοσίας. Η «ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ» έρχεται αρχικά να ενοποιήσει και να δομήσει αυτά τα δεδομένα, αντλώντας πληροφορίες από όλα τα υφιστάμενα συστήματα (ΔΙΑΥΓΕΙΑ, ΚΗΜΔΗΣ, ΕΣΗΔΗΣ, ΓΕΜΗ, ΕΡΓΑΝΗ, ΑΑΔΕ), και να δημιουργήσει για πρώτη φορά ένα ενιαίο ψηφιακό ίχνος για κάθε δημόσια δαπάνη. Κάτι όμως ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι αξιοποιεί εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για να ελέγξει τα δεδομένα αυτά πέρα από να τα αποθηκεύσει απλώς, όπως κάνουν τα υπάρχοντα συστήματα. Εντοπίζει ενδείξεις κινδύνου, όπως επαναλαμβανόμενες απευθείας αναθέσεις ή υπερβολικές τροποποιήσεις συμβάσεων. Χωρίς να υποκαθιστά τους ελεγκτικούς μηχανισμούς λειτουργεί ως σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης. Με αυτόν τον τρόπο, η διαφάνεια μετατρέπεται από απλή ανάρτηση αποφάσεων σε ενεργή υποδομή ελέγχου και λογοδοσίας.
- Καθώς ειδικεύεστε στην Ανάκτηση Πληροφορίας (Information Retrieval), δηλαδή στο τι υπάρχει πίσω από τις μηχανές αναζήτησης, πώς θα εξηγούσατε με απλά λόγια σε έναν πολίτη τη διαφορά μεταξύ της σημερινής Διαύγειας και της πρότασής σας για μια ενιαία πλατφόρμα δεδομένων;
Με απλά λόγια, σήμερα η ΔΙΑΥΓΕΙΑ λειτουργεί σαν μια τεράστια ψηφιακή αποθήκη εγγράφων. Μπορεί κανείς να βρει μια απόφαση αν ξέρει τι ακριβώς ψάχνει, αλλά δεν μπορεί να δει τη συνολική εικόνα. Δεν μπορείς να ρωτήσεις, για παράδειγμα, «πόσα χρήματα δαπανήθηκαν συνολικά για την πυροπροστασία της χώρας;» ή «ποιες συμβάσεις τροποποιήθηκαν πάνω από δύο φορές;». Το σύστημα δεν έχει σχεδιαστεί για να απαντά σε τέτοια ερωτήματα. Η πρότασή μας αλλάζει τη φιλοσοφία: μετατρέπει τα έγγραφα σε δομημένα, διαλειτουργικά δεδομένα. Κάθε κρίσιμη πληροφορία — ποιος πληρώνει, ποιος εισπράττει, για ποιο σκοπό, με ποιες τροποποιήσεις και με ποιες πληρωμές — γίνεται αναζητήσιμη και συσχετίσιμη. Για τον πολίτη αυτό σημαίνει ότι μπορεί να θέτει ουσιαστικά ερωτήματα και να λαμβάνει συγκεντρωμένες, αξιόπιστες και εύκολα κατανοητές απαντήσεις. Το πιο σημαντικό όμως είναι τι αλλάζει στο παρασκήνιο: η τεχνητή νοημοσύνη αναζητά μοτίβα κακοδιαχείρησης. Μπορεί να εντοπίζει ενδείξεις κατατμήσεων έργων, επαναλαμβανόμενων απευθείας αναθέσεων, ασυνέπειες μεταξύ πληρωμών και πραγματικής προόδου, ή εταιρείες που εμφανίζουν το ίδιο προσωπικό ταυτόχρονα σε πολλαπλά έργα, ή που δημιουργήθηκαν μια μέρα πριν την ανάθεση, και ενεργοποιεί έγκαιρες προειδοποιήσεις. Αντί να μαθαίνουμε για ένα πρόβλημα όταν ξεσπά το σκάνδαλο, το σύστημα μπορεί να επισημαίνει ενδείξεις πριν προχωρήσει στην σύμβαση ενός έργου ή σε μια πληρωμή. Με απλά λόγια, περνάμε από την απλή αποθήκευση εγγράφων σε μια μηχανή κατανόησης και πρόληψης στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος.
«Αν τα εργαλεία ελέγχου αναπτυχθούν ως «μαύρα κουτιά» από ιδιώτες, τότε ο ίδιος ο μηχανισμός εποπτείας ιδιωτικοποιείται»
- Αν αύριο λειτουργούσε η «ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ», ποια ερώτηση θα μπορούσε να κάνει ένας πολίτης που σήμερα δεν μπορεί να απαντήσει εύκολα;
Αν αύριο λειτουργούσε η «ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ», ένας πολίτης θα μπορούσε να θέσει ερωτήματα που σήμερα είτε απαιτούν εβδομάδες έρευνας, είτε δεν μπορούν να απαντηθούν λόγω έλλειψης δεδομένων. Για παράδειγμα: «Γιατί ένα έργο διπλασίασε το κόστος του;» ή «Πόσες απευθείας αναθέσεις έχει λάβει η συγκεκριμένη εταιρεία από το σύνολο του Δημοσίου;» Όμως το ζητούμενο δεν είναι να μετατρέψουμε τον πολίτη σε επιθεωρητή Κλουζώ. Η ουσία δεν είναι μόνο τι μπορεί να ρωτήσει ο πολίτης, αλλά τι μπορεί να εντοπίζει αυτόματα το ίδιο το σύστημα. Η «ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ» μπορεί να αναγνωρίζει μοτίβα που δύσκολα γίνονται αντιληπτά με γυμνό μάτι όπως ύπαρξη καρτέλ εταιρειών που οδηγούν σε υπερτιμολογήσεις έργων. Δηλαδή, ο πολίτης αποκτά διαφάνεια αλλά πρωτίστως το κράτος αποκτά πρόληψη. Και αυτό είναι η ουσιαστική διαφορά.
- Σε τι βάθος χρόνου θα μπορούσε να υλοποιηθεί η «ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ»;
Η πρότασή μας προβλέπει σταδιακή ανάπτυξη ώστε από τους πρώτους κιόλας μήνες να είναι ορατή η προστιθέμενη αξία, αρχικά με ενοποίηση βασικών δεδομένων και στη συνέχεια με ενσωμάτωση μηχανισμών προληπτικού ελέγχου. Η πλήρης ανάπτυξη, με προηγμένους μηχανισμούς ανάλυσης κινδύνου, μπορεί ρεαλιστικά να ολοκληρωθεί εντός δύο ετών. Το κρίσιμο όμως δεν είναι μόνο το χρονοδιάγραμμα. Είναι ο τρόπος υλοποίησης: το Δημόσιο πρέπει να είναι κύριος του κώδικα, της αρχιτεκτονικής και της τεχνογνωσίας. Αν τα εργαλεία ελέγχου αναπτυχθούν ως «μαύρα κουτιά» από ιδιώτες, τότε ο ίδιος ο μηχανισμός εποπτείας ιδιωτικοποιείται. Γι’ αυτό προτείνουμε ανοιχτή αρχιτεκτονική και λογισμικό ανοικτού κώδικα, με μεταφορά γνώσης στο κράτος.
- Γιατί πιστεύετε πως η Ελλάδα, ενώ έχει ψηφιοποιήσει πολλές διαδικασίες, δυσκολεύεται να δημιουργήσει δομημένα δεδομένα που “μιλούν” μεταξύ τους;
Το πρόβλημα φαίνεται να είναι θεσμικό. Η χώρα δεν απέκτησε ποτέ έναν ενιαίο ψηφιακό αρχιτέκτονα με συνολικό όραμα για το πώς τα πληροφοριακά συστήματα πρέπει να σχεδιάζονται ώστε να λύνουν τα πραγματικά προβλήματα. Έτσι, οι πλατφόρμες αναπτύχθηκαν αποσπασματικά, συχνά για να καλύψουν μια επιμέρους ανάγκη ή μια συγκυριακή υποχρέωση, χωρίς μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Και βεβαίως, αυτό είναι μια πολιτική επιλογή. Αφενός γιατί αν δεν υπάρχει σταθερή βούληση να οργανωθούν τα δεδομένα με τρόπο που να αποκαλύπτουν τη συνολική εικόνα και όχι αποσπασματικές όψεις της, τότε η ψηφιοποίηση θα παραμένει διοικητική διευκόλυνση και όχι εργαλείο λογοδοσίας. Αφετέρου γιατί θα πρέπει να υπάρχει ουσιαστική πολιτική βούληση για έλεγχο και πρόληψη της διαπλοκής και της διαφθοράς και όχι μόνο για ένα γραφειοκρατικό εργαλείο αποθήκευσης που μόνο κατ’ επίφαση συμβάλλει στο επείγον πια λαϊκό αίτημα για κρατική διαφάνεια και λογοδοσία.
- Τι διαφορετικό φέρνει η δική σας πρόταση που δεν καλύπτεται από τον κυβερνητικό σχεδιασμό;
Από ό,τι προκύπτει από τη Βίβλο Ψηφιακού Μετασχηματισμού 2026–2030, υπάρχει πρόβλεψη για σημασιολογική αναζήτηση στο αποθετήριο της ΔΙΑΥΓΕΙΑΣ. Αυτό είναι θετικό και κινείται προς την κατεύθυνση καλύτερης αξιοποίησης της πληροφορίας. Ωστόσο, η δική μας πρόταση διαφοροποιείται σε τρία κρίσιμα σημεία. Πρώτον, δεν περιορίζεται στη βελτίωση της αναζήτησης εγγράφων, αλλά στοχεύει στη δημιουργία ενιαίου, διαλειτουργικού ψηφιακού ίχνους για κάθε δημόσια δαπάνη. Δεύτερον, ενσωματώνει μηχανισμούς προληπτικού ελέγχου μέσω τεχνητής νοημοσύνης. Δεν αφορά μόνο την πρόσβαση στην πληροφορία, αλλά την αυτόματη αναγνώριση μοτίβων κινδύνου πριν αυτά εξελιχθούν σε πρόβλημα. Και τρίτον, προτείνει θεσμική αρχιτεκτονική επιβολής διαλειτουργικότητας. Χωρίς κεντρικό συντονισμό και κανόνες που να υποχρεώνουν τα συστήματα να «μιλούν» μεταξύ τους, καμία τεχνολογική αναβάθμιση δεν αρκεί. Με άλλα λόγια, η κυβερνητική κατεύθυνση φαίνεται να εστιάζει στην αναζήτηση· η δική μας πρόταση εστιάζει στην πρόληψη και στη δομική ενοποίηση του ελέγχου.
«Η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη· διαμορφώνει θεσμούς και ισορροπίες. Και αυτό απαιτεί πολιτική σκέψη, όχι μόνο τεχνικές λύσεις»

Βαγγέλης Κάνουλας, Καθηγητής Τεχνητής Νοημοσύνης του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ
- Η κυβέρνηση στην «Βίβλο για τον Ψηφιακό Μετασχηματισμό 2026-2030» εστιάζει στην Τεχνητή Νοημοσύνη ως εργαλείο «μετάφρασης» της γραφειοκρατίας για τον πολίτη (κατανόηση). Εσείς προκρίνεται την Τεχνητή Νοημοσύνη ως εργαλείο ελέγχου (audit). Γιατί πιστεύετε ότι η προτεραιότητα πρέπει να δοθεί εκεί;
Η αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης για να γίνει η γραφειοκρατία πιο κατανοητή είναι θετική και αναγκαία. Ο πολίτης πρέπει να μπορεί να καταλαβαίνει το κράτος. Όμως η κατανόηση δεν συνεπάγεται αυτόματα και έλεγχο. Ο όγκος των δημοσίων δεδομένων είναι τέτοιος που ο ανθρώπινος έλεγχος από μόνος του δεν επαρκεί. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να εντοπίζει μοτίβα κακοδιαχείρισης του δημόσιου χρήματος. Για εμάς, η προτεραιότητα είναι η μετάβαση από την παθητική δημοσιοποίηση στη δυναμική διακυβέρνηση. Δηλαδή, όχι μόνο να καταλαβαίνει ο πολίτης τι έγινε, αλλά το ίδιο το σύστημα να μπορεί να προλαμβάνει τι δεν πρέπει να γίνει. Η κατανόηση διευκολύνει τη σχέση πολίτη–κράτους. Ο έλεγχος προστατεύει το δημόσιο συμφέρον.
«Η «ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ» είναι η αφετηρία ενός ευρύτερου διαλόγου για το πώς η τεχνολογία μπορεί να ενισχύσει τη δημοκρατική λογοδοσία»
- Υπάρχουν αναφορές πως κάποια έργα που υπήρχαν στην «Βίβλο για τον Ψηφιακό Μετασχηματισμό» του 2020-2025 «εξαφανίστηκαν» ή δεν υλοποιήθηκαν ποτέ. Ποια είναι αυτά;
Στον σχεδιασμό 2020–2025 αναγνωρίστηκαν ρητά ζητήματα που αφορούσαν την οργάνωση των δημοσίων συμβάσεων, τη σύνδεση των πληροφοριακών συστημάτων και την ανάγκη καλύτερης παρακολούθησης τροποποιήσεων και πληρωμών. Προβλέφθηκαν έργα για αναβάθμιση και ενοποίηση επιμέρους πλατφορμών. Ωστόσο, δεν είναι σαφές ότι έχει διαμορφωθεί ένας ενιαίος, ολοκληρωμένος μηχανισμός που να δίνει πλήρη και ελέγξιμη εικόνα της ροής του δημόσιου χρήματος από την προκήρυξη μέχρι την πληρωμή. Στη Βίβλο 2026–2030, το βάρος μετατοπίζεται σε άλλες προτεραιότητες όπως ψηφιακές υπηρεσίες και δεδομένα. Τα ζητήματα των δημοσίων συμβάσεων και της ενιαίας παρακολούθησης της ροής του χρήματος δεν εμφανίζονται πλέον ως διακριτός στρατηγικός άξονας. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν «εξαφανίστηκαν» έργα, αλλά αν ολοκληρώθηκε η μεταρρύθμιση που είχε διαγνωστεί ως αναγκαία. Κατά τη γνώμη μας δεν έχει ολοκληρωθεί και συνεπώς η απουσία της από τον νέο σχεδιασμό δημιουργεί εύλογο προβληματισμό.
- Παρά την πρόοδο στην ψηφιοποίηση υπηρεσιών και στις υποδομές συνδεσιμότητας, η Ελλάδα υστερεί στον τομέα των Ανοικτών Δεδομένων. Πώς εξηγείτε αυτή την κατάσταση;
Η ίδια η «Βίβλος Ψηφιακού Μετασχηματισμού 2026-2030» αναγνωρίζει τη χαμηλή επίδοση της χώρας. Το ζήτημα των Ανοικτών Δεδομένων δεν είναι πρωτίστως τεχνικό. Είναι ζήτημα στρατηγικής συνοχής. Σήμερα, κάποια δεδομένα ψηφιοποιούνται, κάποια παραμένουν σε κλειστά συστήματα, και ακόμη κι από όσα εκτίθενται δημόσια, πολλά είναι αποσπασματικά ή πρακτικά μη αξιοποιήσιμα. Δεν υπάρχει ενιαία αρχιτεκτονική που να διασφαλίζει ότι τα δεδομένα παράγονται, καταγράφονται και δημοσιοποιούνται με τρόπο συνεκτικό και επαναχρησιμοποιήσιμο. Μπορεί να υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες σειρές δεδομένων στα επιμέρους πληροφοριακά συστήματα του κράτους, αλλά μόνο ένα μικρό μέρος τους καθίσταται πραγματικά ανοικτό και αξιοποιήσιμο. Αυτό δείχνει ότι το πρόβλημα είναι η έλλειψη ενιαίου οράματος για το πώς τα δεδομένα αυτά πρέπει να αποτελούν δημόσιο αγαθό.
- Στο κοντινό μέλλον επιτροπή «Ψηφιακής Πολιτικής, Τεχνητής Νοημοσύνης και Καινοτομίας», ποιοι θα είναι οι επόμενοι άξονες δράσης σας;
Η «ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ» είναι η αφετηρία ενός ευρύτερου διαλόγου για το πώς η τεχνολογία μπορεί να ενισχύσει τη δημοκρατική λογοδοσία. Στόχος μας είναι να συνδεθούμε με την κοινότητα ανοικτών δεδομένων και ανοικτού λογισμικού, με ερευνητές της τεχνητής νοημοσύνης, με τη δημόσια διοίκηση και τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, αλλά και με δημοσιογράφους και φορείς της κοινωνίας των πολιτών. Σε δεύτερο χρόνο, η ομάδα μας θα ασχοληθεί και με ευρύτερα ζητήματα που η τεχνητή νοημοσύνη ήδη επηρεάζει — από τη ρύθμιση και την ασφάλεια έως την αγορά εργασίας και τα βασικά δημόσια αγαθά. Η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη· διαμορφώνει θεσμούς και ισορροπίες. Και αυτό απαιτεί πολιτική σκέψη, όχι μόνο τεχνικές λύσεις.







