Η διενέργεια της πρόσφατης δημοσκόπησης της GPO (για το iefimerida) αναφορικά με το πως «βλέπουν οι πολίτες τη μεταναστευτική πολιτική και τι ζητούν από την κυβέρνηση», οδήγησε σε μία σειρά ευρημάτων άξιων αναφοράς. Τα ευρήματα αυτά αποτελούν ένα ακόμη κεφάλαιο της δημόσιας συζήτησης που φορτισμένη συναισθηματικά διεξάγεται στη χώρα μας την τελευταία δεκαετία και ιδιαίτερα προσφάτως με αφορμή την πολύνεκρη ναυτική τραγωδία στη Χίο.

Ανεξάρτητα της κομματικής επιλογής των συμμετεχόντων στην εν λόγω δημοσκόπηση, διαπιστώνεται ότι ένας (1) στους δύο (2) ζητάει από την Πολιτεία να αυστηροποιήσει περαιτέρω το πλαίσιο της μεταναστευτικής πολιτικής την ίδια στιγμή που το 54,2% αντιμετωπίζει τους παράνομα αφιχθέντες μετανάστες ως ανθρώπους που αναζητούν μια καλύτερη ζωή και όχι ως εισβολείς που εξυπηρετούν συνειδητά κάποιο σχέδιο πληθυσμιακής αντικατάστασης.

Μολονότι, με άλλα λόγια, υπερισχύει η ανθρωπιστική οπτική για τη φύση και τα κίνητρα όσων έρχονται στην Ελλάδα, πάρα ταύτα η πλειοψηφία του δείγματος επιβεβαιώνει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και την «αλλαγή πλεύσης» που παρατηρείται σχεδόν στο σύνολο των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μια αλλαγή που αποτυπώνεται πανευρωπαϊκώς με την άτακτη εγκατάλειψη πολιτικών υποστήριξης της ανεξέλεγκτης μαζικής μετανάστευσης και τον ιδεολογικό παροπλισμό δυστοπικών φαντασιώσεων πληθυσμιακής ένταξης άνευ ορθολογικών κριτηρίων και διαχειριστικών προϋποθέσεων.

Στη θέση των μεταναστευτικών ουτοπικών εγχειρημάτων της προηγούμενης δεκαετίας διαφαίνεται πλέον μια σημαντική και άκρως αναμενόμενη συντηρητικοποίηση των αποδομημένων εθνοτικά ευρωπαϊκών κοινωνιών που, ως μορφή αντίδρασης στα όσα αμετροεπή προηγήθηκαν, προτάσσουν πολλές φορές λύσεις στα όρια της ανοχής θέτοντας με τον τρόπο αυτό σε δοκιμασία το ίδιο το αξιακό σύστημα της Ευρώπης.

Το ένας Κράτος Μέλος μετά το άλλο συναγωνίζονται μεταξύ τους να αποδείξουν τόσο στους ετέρους όσο και στους ίδιους τους πολίτες τους ότι αφομοίωσαν τα μαθήματα του παρελθόντος και προχωρούν πλέον σε εκ διαμέτρου αντίθετες δομικά πολιτικές επιλογές σε σχέση με τα όσα πρέσβευαν διπλωματικά λίγα χρόνια πριν. Είτε πρόκειται για σοσιαλιστικές κυβερνήσεις (π.χ. Μάλτα, Δανία) είτε για κεντροδεξιές ή αμιγώς συντηρητικές (Ιταλία, Γερμανία κτλ) η αυστηροποίηση των μέτρων συνιστά κοινό σημείο αναφοράς και παράγοντα σύγκλισης.

Η χώρα μας από την άλλη, έχει να επιδείξει, ως προς το μεταναστευτικό, μια ιδεολογική συνέπεια. Ήταν από τις πρωτοπόρες, αρχικά, στη λήψη μέτρων και εν συνεχεία στην εφαρμογή τους με γνώμονα την εθνική ασφάλεια και τη δημόσια τάξη. Όταν ακόμα στο όχι τόσο μακρινό 2020 κάποιοι οραματίζονταν την κατάργηση συνόρων και την ανεμπόδιστη, μαζική διέλευση στην ευρωπαϊκή ήπειρο πολιτών τρίτων χωρών, η Ελλάδα ήταν αυτή που ανέδειξε μια σειρά πολιτικών που τότε αντιμετωπίστηκαν ως αμφιλεγόμενες αλλά σήμερα θεωρούνται κοινά αποδεκτές και σχεδόν αυτονόητες.

Κεντρικός πυλώνας της πολιτικής αυτής υπήρξε η αποκατάσταση του ελέγχου στα σύνορα αλλά και η επιτάχυνση των διοικητικών διαδικασιών με αυστηρό πρόσημο. Η ποινικοποίηση της παράνομης παραμονής εντός της επικράτειας με επιβολή αυστηρών κυρώσεων, η αύξηση των χρονικών ορίων διοικητικής κράτησης, η δημιουργία κλειστών και ελεγχόμενων κέντρων υποδοχής που αντικατέστησε το προηγούμενο μοντέλο αυτοσχέδιων καταυλισμών, η προσωρινή αναστολή παραλαβής αιτημάτων διεθνούς προστασίας ως έκτακτο μέτρο διαχείρισης των ασύμμετρων ροών και της προκληθείσης δυσανάλογης μεταναστευτικής πίεσης, η εκτεταμένη εφαρμογή ανάκλησης καθεστώτων διεθνούς προστασίας σε περιπτώσεις που συντρέχουν λόγοι εθνικής ασφάλειας, η κατάρτιση των εθνικών καταλόγων «ασφαλών χωρών καταγωγής» που επιτρέπουν την επιτάχυνση της εξέτασης αιτήσεων από χώρες όπου τεκμαίρεται ότι δεν υφίσταται γενικευμένος κίνδυνος αλλά και η αναμόρφωση του συστήματος προσδιορισμού της ηλικίας των κατά δήλωσή τους ασυνόδευτων ανηλίκων με προτεραιοποίηση των ιατρικών μεθόδων, συνιστούν μέτρα εναρμονισμένα με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, τα οποία ελήφθησαν στη λογική προστασίας της αξιοπιστίας των εθνικών συστημάτων ασύλου και υποδοχής από τις καταχρηστικές προσεγγίσεις του παρελθόντος.

Την ίδια περίοδο η Ελλάδα αποφάσισε να θεσπίσει κανόνες διαφάνειας σε μια απόπειρα θεσμικής αναδιάταξης του πλαισίου λειτουργίας των ΜΚΟ με την εισαγωγή μητρώου και ειδικού πλαισίου χρηματοδότησής τους σε συνδυασμό με την εισαγωγή αυστηρότερων ποινών σε περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται εμπλοκή των οργανώσεων ή μελών τους σε παράνομες δραστηριότητες, όπως η διευκόλυνση παράνομης εισόδου. Ταυτόχρονα, οι  παραδοσιακά «παθητικές» πολιτικές επιδοματικού χαρακτήρα αντικαταστάθηκαν από ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης μέσω της απευθείας διασύνδεσης όσων λαμβάνουν διεθνή προστασία με την κάλυψη κενών σε κρίσιμους τομείς της ελληνικής οικονομίας ώστε οι τελευταίοι να «πατήσουν στα πόδια τους», να αυτονομηθούν οικονομικά και να πάψουν να επιβαρύνουν διαχρονικά τον εθνικό προϋπολογισμό και το κράτος πρόνοιας.

Όλα τα παραπάνω συνηγορούν ότι μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα δημιουργήθηκε ένα εξόχως αποτρεπτικό πλαίσιο με στόχο την πάταξη της παράνομης μετανάστευσης και την επιθετική στόχευση των δικτύων λαθροδιακίνησης που είναι συμβατό με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας όπως αυτές απορρέουν από το ενωσιακό δίκαιο και της διεθνείς συμβάσεις που αυτή έχει κυρώσει. Για ποιο λόγο, όμως, οι Έλληνες πολίτες όπως οι συμμετέχοντες στην έρευνα της GPO υποστηρίζουν σε μεγάλο βαθμό τη λήψη ακόμα πιο «επιθετικών» μέτρων αφήνοντας να εννοηθεί ότι τα υπάρχοντα δεν είναι αρκούντως σκληρά για την αποτελεσματική διαχείριση του ζητήματος; Πως εξηγείται το γεγονός ότι τη στιγμή που η Ελλάδα κερδίζει πανευρωπαϊκώς την εκτίμηση των ετέρων για την αυστηρή στάση της διαχρονικά, υπάρχει μια μερίδα της ελληνικής κοινής γνώμης που εμφανίζεται μη ικανοποιημένη από τα αποτελέσματα των πολιτικών αυτών;

Η εξήγηση δεν είναι εύκολη. Ωστόσο, σε μια προσπάθεια ερμηνείας των ευρημάτων της έρευνας, θα μπορούσε κάποιος να εικάσει ότι η συγκεκριμένη στάση των ερωτηθέντων δεν αναιρεί κατ’ ανάγκην την πρόοδο που έχει ήδη συντελεστεί. Αυτό που περισσότερο αντανακλά είναι η συσσωρευμένη επί μια δεκαετία πρωτοφανούς μεταναστευτικής πίεσης ανασφάλεια των Ελλήνων, απόρροια της έλευσης εκατομμυρίων ανθρώπων, η οποία δοκίμασε τα όρια των εθνικών υποδομών, τις αντοχές των διοικητικών μηχανισμών και τα περιθώρια των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της χώρας μας. Η παραπάνω κατάσταση ήταν φυσικό να δημιουργήσει την αίσθηση μιας αέναης «απειλής», ενός αμετάβλητου προβλήματος που απαιτεί διαρκώς νέες και συνεχώς σκληρότερες λύσεις.

Ωστόσο, όπως σε κάθε έκφανση της ανθρώπινης δραστηριότητας πολλώ μάλλον σε κάθε πεδίο της δημόσιας πολιτικής, όπως αυτό της μετανάστευσης, η αξιολόγηση των παραγόμενων αποτελεσμάτων είναι μια δυναμικά εξελισσόμενη διαδικασία και οι όποιες μετρήσεις των συνεπειών, θετικών ή αρνητικών, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει «εν μία νυκτί». Η μεταναστευτική πολιτική της χώρας μας για να αποδώσει εκτός από χρόνο απαιτεί θεσμική συνέπεια αλλά και κοινωνική αντοχή, οι οποίες αμφότερες υπονομεύονται συχνά εν καιρώ πολιτικών κρίσεων από τις εντυπωσιοθηρικές λύσεις των λαϊκιστών και επαγγελματιών δημαγωγών. Αντιθέτως, η διατήρηση και προστασία του υφιστάμενου συνεκτικού πλαισίου, σε συνάρτηση με την ρεαλιστική αποτίμηση και ερμηνεία των δεδομένων σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα είναι εκείνη που μπορεί σταδιακά να αποκαταστήσει το αίσθημα ασφάλειας χωρίς να εκτροχιάσει το αξιακό κεκτημένο της χώρας και της Ευρώπης.

Μάριος Καλέας είναι Διοικητής της Ελληνικής Υπηρεσίας Ασύλου και Αντιπρόεδρος του ΔΣ του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για το Άσυλο (EUAA). – Με το παρόν άρθρο εκφράζονται προσωπικές απόψεις του γράφοντος και όχι η επίσημη θέση της Ελληνικής Πολιτείας, της Δημόσιας Διοίκησης και του EUAA.