Όλα δείχνουν ότι η χώρα βαδίζει προς την επόμενη εκλογική αναμέτρηση με… ενάμιση αφήγημα. Το ένα το έχει ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Το μισό, όλοι οι υπόλοιποι μαζί.

Εξηγούμαι.

Ο Πρωθυπουργός έχει ήδη αρχίσει να ξεδιπλώνει συγκεκριμένα διλήμματα. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, ο πολίτης, που θα βρεθεί μπροστά στην κάλπη, σύμφωνα με τον κ. Μητσοτάκη, θα έχει να σκεφτεί το εξής:

Η χώρα διαθέτει μια κυβέρνηση που κουτσά – στραβά τα καταφέρνει με τη διακυβέρνηση της. Σήμερα, σε μια εποχή ρευστότητας, που τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο, το τελευταίο πράγμα που έχουμε ανάγκη είναι οι πειραματισμοί.

Όπως, κατά καιρούς, επαναλαμβάνει ο Πρωθυπουργός, «η πατρίδα χρειάζεται μία σωστή κυβέρνηση, που κάνει και λάθη, παρά μία λάθος κυβέρνηση».

Θεωρεί ότι, παρά τη δυσφορία για τα λάθη της κυβέρνησης, τα σκάνδαλα, την κακοδιαχείριση, τελικά ο πολίτης θα επιλέξει τη σταθερότητα και όχι την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια. Με λίγα λόγια, την επιβίωση.

Υπάρχει βέβαια ένα πρόβλημα και μάλιστα μεγάλο.

Πάνω από το 70% των πολιτών θεωρεί ότι η χώρα βαδίζει σε λάθος κατεύθυνση. Και πάνω από το 60% προτιμά την πολιτική αλλαγή από την πολιτική σταθερότητα. Αλλά, όταν έλθει η ώρα της κάλπης, ίσως να σκεφτεί διαφορετικά.

Θα ψηφίσει για κυβέρνηση, δε θα πει τη γνώμη του στις δημοσκοπήσεις.

Είναι βέβαιο ότι η κυβέρνηση δε θα πάρει 40%, όπως υπερφίαλα δηλώνει ο Άδωνις Γεωργιάδης, δεν είναι καν σίγουρη η αυτοδυναμία, όπως προβλέπει ο Γιώργος Φλωρίδης. Όχι στην πρώτες, αλλά πιθανόν, ούτε στις δεύτερες εκλογές, που θεωρούνται δεδομένες.

Είναι όμως εξίσου βέβαιο ότι το αφήγημα αυτό ενισχύεται από τη ρευστότητα που επικρατεί στο διεθνές σκηνικό.

Ενισχύεται και από την αδυναμία της αντιπολίτευσης, να θέσει τα δικά της διλήμματα στο εκλογικό σώμα, να προτείνει, ένα πειστικό «δια ταύτα».

Μοιάζει χαμένη στον αστερισμό της «προοδευτικής διακυβέρνησης».

Ο Νίκος Ανδρουλάκης καλά τα λέει. Αν θέλουν οι πολίτες πολιτική αλλαγή, ας ψηφίσουν ΠαΣοΚ. Έχει έτοιμο κόμμα, με στελέχη, ετοίμασε κυβερνητικό πρόγραμμα, αποφεύγει τους φθηνούς λαϊκισμούς.

Έχει, όμως, ένα τεράστιο πρόβλημα.

Μπορεί να συσπειρώσει, γύρω από το αίτημα για πολιτική αλλαγή, ευρύτερες δυνάμεις που αποτελούν την κοινωνική πλειοψηφία;

Όταν μάλιστα από την πίτα του 70%, που έχει απέναντι της η κυβέρνηση, διεκδικούν μερίδιο τα υπάρχοντα και τα υπό δημιουργία κόμματα;

Το αφήγημα της «προοδευτικής διακυβέρνησης», που επιστρατεύεται, φαντάζει χλωμό.

Με ποιους;

Με τον ΣΥΡΙΖΑ, που χαροπαλεύει, στα όρια της εισόδου στη Βουλή και αναμένει το κόμμα Τσίπρα, για να του κάνει το πολιτικό του μνημόσυνο;

Με τον Χαρίτση, που δεν μπορεί να συνεννοηθεί με τον Σακελλαρίδη, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια απόφαση συνεδρίου της Νέας Αριστεράς, που χωρά τα πάντα και ερμηνεύεται όπως θέλει ο καθένας;

Με τον Τσίπρα, που θεωρεί τον εαυτό του και μόνο αυτόν, εκφραστή της προοδευτικής διακυβέρνησης; Κάτσε πρώτα να κάνει κόμμα και βλέπουμε. Το πιθανότερο είναι να περάσει κάτω από τον πήχη των προσδοκιών του περίφημου rebranding του, το οποίο, όπως όλα δείχνουν, θα αποδειχθεί «πολύ κακό για το τίποτα».

Τι σημαίνουν όλα αυτά;

Αν δεν αλλάξει κάτι, τότε στις εκλογές, θα έχουμε να επιλέξουμε ανάμεσα στους τυφλούς και τον μονόφθαλμο.

Με ό,τι αυτό συνεπάγεται.