Επειδή «η ασχήμια του σήμερα ισχύει αναδρομικά» και, επειδή «δεν κάνω παρέα με ανθρώπους που χρησιμοποιούν τη λέξη αποτελεσματικός» – καίτοι είμαι- πώς να ξεκολλήσω από τον Καρλ Κράους και τον Γιόζεφ Ροτ; Πώς να μην συμφωνώ με τον πρώτο, για το τί είναι η (τότε) Πρωσία συγκρινόμενη με την Αυστρία; Η πρώτη, «ελευθερία κινήσεων με φίμωτρο», ενώ η δεύτερη, «κελί απομόνωσης όπου μπορείς να ουρλιάζεις».
Και πώς να αγνοήσω ότι ο Ροτ πέθανε αυτοεξόριστος για να μην φορέσει φίμωτρο ή/και να ουρλιάζει στα μπουλβάρ του Παρισιού, ενώ τον Κράους τον πάτησε ποδήλατο στη Βιέννη;
Βλέποντας λοιπόν την παραμονή από το κλειστό μου παράθυρο το πρόσωπο του Διονύση στον αττικό ουρανό και αναγνωρίζοντας στον εαυτό μου κατάσταση δικαιολογημένης μισανθρωπίας με όσα βλέπουν τα μάτια μου (συν τα μάτια μου που βλέπουν ότι με βλέπουν στο τζάμι), ξαναδιάβαζα τις δύο μεγάλες «πένες» των αφορισμών.
Η τραυματική μου συνάντηση με το Πραγματικό ιδιαίτερα στην εορταστική τηλεόραση (να βλέπω τον Τραμπ με τον Μπίμπι να με δείχνουν με το δάχτυλο), ήταν τέτοια που υποχρεώθηκα, αντί να σκεφτώ, ν’ αφήσω την ανιστορική μπάρα της Τεχνητής Νοημοσύνης να με ξελασπώσει διανοητικά -χωρίς όμως να με αποκοιμήσει νευρικά, διότι μπορώ ακόμη να φανταστώ μια βιώσιμη τεχνολογία απέναντι στους τεχνοκαπιταλιστές της Σίλικον Βαλευ.
Ποιά είναι αυτή; Μα η λογοτεχνική γραφή είναι, με το χαρτί μπροστά σου και το μολύβι στο χέρι. Ανήκω, δεν το κρύβω, στη συνομοταξία των «χαζών» την οποία διακρίνει -διαβάζοντας πονηρά τον Λακάν, ο Ζίζεκ- και αντιδιαστέλλοντάς την από τη συνομοταξία των «απατεώνων».
Στους πρώτους, γράφει, ανήκουν όσοι γραφιάδες «επιδεικνύουν δημόσια το ψέμα της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων»,ενώ στη δεύτερη, οι πολιτικά ορθώς σκεπτόμενοι που κοροϊδεύουν τους πρώτους.
Ανοίγοντας για να δοκιμαστώ και να δοκιμάσω τον ΑΙ – μιά που «πρωτότυπος σήμερα είναι οποίος πρόλαβε να κλέψει πρώτος» – πληροφορήθηκα για την πνευματική συγγένεια των δύο ινδαλμάτων μου, πέραν της κοινής καταγωγής τους από την αυστροουγγρική Βιέννη και επιβεβαίωσα μέσα μου τη γνώμη που είχα για την επίδραση που άσκησε ο Κράους στον νεότερό του Ροτ.
Έπαιξα με τη «μηχανή» αφήνοντάς την να νομίζει πως μπορεί να «παίξει» την δική μου συνειρμική νοημοσύνη
Γράφει η «μηχανή»:
«Και οι δύο τους υπήρξαν κορυφαίες μορφές της βιεννέζικης νεωτερικότητας, καταγράφοντας με το έργο τους την παρακμή και την πτώση της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων.
Ο Κράους, ως εκδότης του περιοδικού Die Fackel (‘Ο Πυρσός’), επηρέασε βαθιά τον Ροτ. Και ο Ροτ με αφοριστική ποιότητα παρόμοια με αυτή του Κράους, έγραψε στα διήγηματά του προτάσεις με κύρος αφορισμού συνδυάζοντας την αλήθεια με τη μεταφορά.
Ο Ροτ συμμεριζόταν την αρνητική στάση του Κράους απέναντι στην ψυχανάλυση που την χαρακτήριζε ως την “ψυχοπάθεια εκείνη, την οποία νομίζει πως θεραπεύει” ή ως “την τέχνη του να ζει κανείς ολοχρονίς από έναν ασθενή”. Και οι δύο τους υπήρξαν οξείς κριτικοί του Τύπου και της διαφθοράς της εποχής τους. Ενώ ο Κράους χρησιμοποιούσε τη σάτιρα, ο Ροτ επέλεγε τη μελαγχολική καταγραφή της χαμένης πατρίδας και της ανόδου του ναζισμού.
Παρά τις κοινές τους αφετηρίες, ο Ροτ είχε επικρίνει τον Κράους μαζί με άλλους διανοούμενους όπως ο Τσβάιχ για την αρχική τους αποτυχία να αντιληφθούν πλήρως την καταστροφική φύση του Εθνικοσοσιαλισμού πριν αναγκαστούν σε εξορία».
Αυτά ο ΑΙ, που τον διαβάζω πλέον ως συντελεσμένο μέλλοντα, κάνοντας σαν εκείνον τον ψυχαναλυόμενο, ο οποίος νόμιζε ότι ξεμπέρδεψε με τον αναλυτή του επειδή κ-α-τ-ά-λ-α-β-ε (λογικά) το «τραύμα» του, ενώ η πληγή του «κατά-τα- άλλα-βαίνει» προς το σώμα του – ώσπου να το καταλάβει πλήρως.
Οπότε τι άλλο θα μου έμενε για ένα άρθρο αντάξιο της ραστώνης των εορτών; Η αντιγραφή; Όχι ακριβώς.
Η διακειμενικότητα μεταξύ «μηχανής»- ανθρώπου ως το αντίτιμο που καταβάλλει ο ειρμός της ανήσυχης σκέψης στις βεβαιότητες της σιωπής των αμνών.
Αντιγράφω προς τούτο μια σελίδα από τη νουβέλα «Η προτομή του Αυτοκράτορα» του Γιόζεφ Ροτ από τις εκδόσεις «Άγρα» που μας τον έμαθε.
Ποιές είναι οι απόψεις του Ροτ για το θέμα που απασχολεί τον Σαμαρά περισσότερο απ’ ό,τι τον Δένδια; Τί γράφει για την πατρίδα (όχι για την πρωθυπουργία);
Ως προς τον Καποδίστρια, δεν το συζητώ. Αυτός ατύχησε να δολοφονηθεί από πατριώτες του τύπου Σμαραγδή, δις.
Γράφει ο Ροτ:
«Ο λαός – σε ευχάριστη αντίθεση προς τους πολιτικούς – δεν ζει από τη διεθνή πολιτική. Ο λαός ζει από τη γη που οργώνει και σπέρνει, από το εμπόριο που καταπιάνεται, από τις τέχνες που έχει μάθει και δουλεύει. (Αλλά ψηφίζει στις εκλογές, σκοτώνεται στους πολέμους, πληρώνει τους φόρους του). Τουλάχιστον έτσι ήταν στο χωριό του κόμη Μορστίν, στο χωριό Λοπάτινι.
Κι ολόκληρος ο παγκόσμιος πόλεμος, όλες οι μεγάλες αλλαγές στο χάρτη της Ευρώπης, καθόλου δεν είχαν αλλάξει τη νοοτροπία των χωρικών του Λοπάτινι. (…) Μισώ τα έθνη και τα εθνικά κράτη.
Η παλιά μου πατρίδα, η μοναρχία, ήταν ένα σπίτι μεγάλο, με πολλές πόρτες και πολλά δωμάτια, χωρούσε πολλών λογιών ανθρώπους. Τώρα το σπίτι μοιράστηκε, κομματιάστηκε, γκρεμίστηκε. Δεν έχω πια καμία δουλειά εκεί. Είμαι μαθημένος να ζω σε σπίτι όχι σε καμαράκια. (…) Κατέστρεψαν και την όποια προσωπική χαρά μου έδινε αυτό που αποκαλούσα πατρίδα. Τώρα παντού γύρω μου όλοι μιλούν για την καινούργια τους πατρίδα. Στα μάτια τους είμαι ένας άπατρις, ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα. Αυτό ήμουν πάντα».
ΥΓ.
Να ρωτήσω τους (συμ)πατριώτες μου με τον τρόπο του Βίτγκενσταϊν που διερωτάται κι αυτός ( «τι είναι, στ’ αλήθεια, μια λέξη;»), τι είναι, στ’ αλήθεια, μια πατρίδα;
Και να απαντήσω, πάλι με τον τρόπο του μεγάλου αναλυτικού φιλοσόφου: είναι το ανάλογο με το «τι είναι ένα πιόνι στο σκάκι».
Που πάει να πει ότι όπως στο σκάκι, οι κανόνες είναι που μετράνε και όχι οι ιδεολογίες περί «αμύνεσθαι» και περί «πάτρης».
Που σημαίνει επίσης, ότι ο λεγόμενος «πατριωτισμός» έχει τη δική του εσωτερική λογική που δεν εξαρτάται απο τον Σαμαρά αλλά από την οικουμενικότητα των κανόνων -την οποία ο Πρωθυπουργός μας δεν θεωρεί «κατάλληλη τη στιγμή για να τη συζητήσουμε».
Οπότε, όχι σκακιέρα, αλλά γήπεδο του γκολφ (στη Γλυφάδα).
Κι όπως, για παράδειγμα, μια ποινική υπόθεση (τα ναρκωτικά) ο Τραμπ τη βαφτίζει πολιτική, γιατί και ο Πρωθυπουργός να μην μπορεί να βαφτίσει ένα γήπεδο, σκακιέρα ;






