Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) πιθανόν θα επεκτείνει το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων κατά 1 τρισ. ευρώ ή και περισσότερο τα επόμενα δύο ή τρία χρόνια καθώς ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη προβλέπεται να παραμείνει σε πολύ χαμηλά επίπεδα, εκτιμά ο εξειδικευμένος σε ευρωπαϊκά θέματα οικονομολόγος της τράπεζας Berenberg Φλόριαν Χένσε.

Για να τονώσει την ευρω-οικονομία που πλήττεται από την ύφεση που έφερε η πανδημία του νέου κορωνοϊού η ΕΚΤ αποφάσισε προ ολίγων εβδομάδων να αυξήσει κατά 600 δισ. ευρώ το Έκτακτο Πρόγραμμα Αγορών λόγω της Πανδημίας (ΡΕΡΡ), που έφθασε συνολικά στα 1,35 τρισ. ευρώ. Ο Χένσε σε σημείωμά του εκτιμά ότι, ενώ η αγορά προεξοφλεί ήδη μια επέκταση του πακέτου αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ κατά 500-600 δισ. ευρώ το επόμενο διάστημα, η Ευρωτράπεζα ενδέχεται να εκπλήξει τους πάντες και να προχωρήσει σε αύξηση που θα κυμαίνεται από 800 δισ. ευρώ έως… 1,6 τρισ. ευρώ!

Όλα θα εξαρτηθούν από την πορεία στο μέτωπο των τιμών, κατά το Γερμανό οικονομικό αναλυτή. Τον Ιούνιο η ΕΚΤ προέβλεψε ότι, έπειτα από μια αύξηση κατά 1,2% που σημείωσαν το 2019, οι τιμές καταναλωτού στη ζώνη του ευρώ θα αυξηθούν μόλις κατά 0,3% το 2020 (λόγω της νέας ύφεσης) και κατά 0,8% το 2022. Θα απέχει, δηλαδή, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη πολύ από τον στόχο «λίγο χαμηλότερα από 2%», που έχει θέσει η ΕΚΤ από την εποχή της Ενιαίας Πράξης και του Μάαστριχτ.

«Βάσει ερευνών της ίδιας της ΕΚΤ, οι αποφάσεις που έλαβε η Τράπεζα τον Ιούνιο θα έχουν πολύ μικρό αντίκτυπο στον πληθωρισμό. Εξάλλου οι εκτιμήσεις της για τον πληθωρισμό πιθανότατα είναι πολύ αισιόδοξες», σημειώνει ο Χένσε. Και είναι αλήθεια ότι η πρωτοφανής βουτιά που κάνει η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη προοιωνίζεται υποχώρηση των τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών, δηλαδή αρνητικό πληθωρισμό.

«Δεν είμαστε στο 1974»

Τις απόψεις του Φλόριαν Χένσε συμμερίζεται ο εκτελεστικός διευθυντής της εταιρείας επενδυτικών συμβούλων MBMG Πολ Γκέιμπλς.

«Δεν είμαστε στο 1974, δεν έχουμε στασιμοπληθωρισμό, δεν έχουμε πετρελαϊκή κρίση», σημείωσε μιλώντας στο αμερικανικό δίκτυο CNBC ο Γκέιμπλς και αναφερόμενος στην αμερικανική Κεντρική Τράπεζα (Fed) την παρομοίασε με κάποιον που «κρατά ένα σφυρί και ψάχνει παντού να βρει καρφιά για να καρφώσει».

Η ιστορική αναδρομή που έκανε ο Αμερικανός αναλυτής αναφέρεται στην περίοδο της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης, κατά την οποία οι τιμές του «μαύρου χρυσού» είχαν εκτιναχθεί στα ύψη – ήταν τα αντίποινα του αραβικού κόσμου κατά της Δύσης για την ισραηλινή επιθετικότητα την εποχή εκείνη και συγκεκριμένα για την οδυνηρή ήττα των γειτόνων του Ισραήλ στον 4ο αραβοϊσραηλινό πόλεμο. Οι τιμές του πετρελαίου κάλπαζαν εκτινάσσοντας στα ύψη τον πληθωρισμό διεθνώς, ενώ η παγκόσμια οικονομία βυθιζόταν στην ύφεση και η ανεργία εκτοξευόταν.

Στην παρούσα κρίση η κάθετη κάμψη της καταναλωτικής ζήτησης συμπιέζει τις τιμές καταναλωτή και παραγωγού και έχει φέρει πολλές οικονομίες της Δύσης (μεταξύ αυτών την αμερικανική και την οικονομία της Ευρωζώνης) στα πρόθυρα του αντιπληθωρισμού, της μείωσης δηλαδή των τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών.

Αυτό λύνει τα χέρια των κεντρικών τραπεζιτών για να «κόψουν» και να ρίξουν στην αγορά νέο χρήμα και να λάβουν εν γένει μέτρα «ποσοτικής χαλάρωσης», δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις και δίνοντας κίνητρα για αναθέρμανση της αναπτυξιακής διαδικασίας. Κάτι που δεν μπορεί να γίνει σε περιόδους στασιμοπληθωρισμού, διότι τότε το χρήμα χάνει διαρκώς την αξία του και ως εκ τούτου αδυνατεί να αναζωπυρώσει την αναπτυξιακή διαδικασία.