• Αναζήτηση
  • Αργύρης Πανταζάρας: «Υπάρχουν καλές και κακές μανιέρες»

    Εχουμε καιρό να δούμε πάνω στη σκηνή τον Αργύρη Πανταζάρα, έναν από τους χαρισματικούς ηθοποιούς της γενιάς του που δούλευε ασταμάτητα για επτά συναπτά χρόνια και αποφάσισε αυτή τη σεζόν να κάνει μια σύντομη παύση.

     Εχουμε καιρό να δούμε πάνω στη σκηνή τον Αργύρη Πανταζάρα, έναν από τους χαρισματικούς ηθοποιούς της γενιάς του που δούλευε ασταμάτητα για επτά συναπτά χρόνια και αποφάσισε αυτή τη σεζόν να κάνει μια σύντομη παύση. Ο 29χρονος Βολιώτης τιμήθηκε πριν από δύο χρόνια με το θεατρικό βραβείο «Δημήτρης Χορν» χάρη στην ερμηνεία του στον μονόλογο «ΑΩ» σε δική του διασκευή και σκηνοθεσία (Θέατρο Οδού Κυκλάδων «Λευτέρης Βογιατζής»), για τον ρόλο του Τρελού στο έργο του Γουίλιαμ Σαίξπηρ «Βασιλιάς Λιρ», σε σκηνοθεσία Τομάζ Παντούρ (Πειραιώς 260), καθώς και για τη συμμετοχή του στην παράσταση «Ρήσος» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου (Φεστιβάλ Αθηνών). Την περίοδο που πραγματοποιήθηκε η απονομή είχε ήδη εντυπωσιάσει ως Μεφιστοφελής στον «Φάουστ» του Γκαίτε και θα ακολουθούσε ο ιδιαίτερα απαιτητικός ρόλος του Γουίνστον Σμιθ στο «1984» του Τζορτζ Οργουελ – και στις δύο παραστάσεις τον σκηνοθέτησε η Ευαγγελάτου.
    Του ταιριάζουν, όπως όλα δείχνουν, οι εμβληματικοί ήρωες της λογοτεχνίας, γι’ αυτό και αναμένουμε με ενδιαφέρον την καινούργια δουλειά του στο Θέατρο Οδού Κυκλάδων «Λευτέρης Βογιατζής», τον μονόλογο «Ενας καλός λόγος» που έχει δεχθεί επιδράσεις από το «Υπόγειο» του Ντοστογέφσκι και από το «Ημερολόγιο» του χορευτή Βάσλαβ Νιζίνσκι. Ο Πανταζάρας συνυπογράφει τη σκηνοθεσία και τη δραματουργική επεξεργασία με την Ελίνα Μαντίδη, μια παλιά του γνώριμη και συντοπίτισσά του. Η συνθήκη περιγράφεται ως εξής: «Ενας κυβερνητικός αξιωματούχος, λίγες στιγμές προτού απευθύνει δημόσιο διάγγελμα. Προετοιμάζεται να ανέβει στο βήμα. Συνεργάτες του εισβάλλουν στον χώρο, στον προσωπικό του χώρο. Κάθε εισβολή και μια ώθηση να πάει παρακάτω. Να βγει στο κοινό και να δώσει έναν «παυσίπονο» λόγο στην κοινωνία. Η σκηνή μεταμορφώνεται σε τηλεοπτικό πλατό και ο χρόνος μετράει αντίστροφα. Μέσα από το πρίσμα της προετοιμασίας ο ήρωας προβαίνει σε εξομολόγηση, σε παραδοχή της σκοτεινής φύσης, της διεφθαρμένης, της μπερδεμένης, της οργισμένης, της ανθρώπινης φύσης. Ο άνθρωπος μπορεί να παραδέχεται, δεν μπορεί όμως να αλλάξει».

    Πώς άρχισε να διαμορφώνεται αυτός ο «Ενας καλός λόγος»;
    «Η αρχική πρώτη ύλη για τον «Καλό λόγο» ήταν ένα κείμενο που είχε γράψει η Ελίνα Μαντίδη πριν από κάποια χρόνια με αφορμή το πρώτο κύμα προσφύγων που έφτασε στη χώρα μας. Βασισμένη πιο πολύ όχι στο θέμα της μετακίνησης των ανθρώπων αλλά στον θάνατο που έφερε, έγραψε εκείνη την εποχή κάτι σαν αντεστραμμένο πολιτικό λόγο, έναν «παυσίπονο» λόγο για τα γεγονότα που συνέβαιναν και συμβαίνουν και σήμερα στη δική μας θάλασσα – αν και αφορούν όλον τον πλανήτη».

    Πώς φτάσαμε τώρα να μιλάμε για έναν μονόλογο βασισμένο στο «Υπόγειο» του Ντοστογέφσκι αλλά και στο «Ημερολόγιο» του Νιζίνσκι;
    «Οι επιρροές μας ξεκινούν από τον «Ταξιτζή» του Σκορσέζε, ο οποίος ήταν επηρεασμένος από τον ήρωα του «Υπογείου», περνούν από τον αγαπημένο μας γάλλο θεατρικό συγγραφέα Μπερνάρ-Μαρί Κολτές και φτάνουν σε καλλιτεχνικά μανιφέστα γεμάτα χυμούς, ορμή, αν και λίγο απόλυτα, ακόμα και σε ντοκιμαντέρ όπως «Η πράξη του φόνου» ή «Η γη των καρτέλ» που ασχολούνται με τη διαφθορά του ανθρώπινου πνεύματος και την πολιτική. Το πρώτο μάλιστα είναι φοβερό, εκεί ο άλλος σκοτώνει για να μοιάσει σε αυτούς που βλέπει στις ταινίες. Ολοι για μια επανάσταση ξεκίνησαν, μέχρι που εξαγοράστηκαν, και αυτό δεν αφορά κανένα πολιτικό χρώμα αλλά τον άνθρωπο. Οι έννοιες δημοκρατία, ειρήνη και ελευθερία έχουν παραποιηθεί και μπορούν να χρησιμοποιηθούν από όλες τις πλευρές. Ο ήρωας του Ντοστογέφσκι είναι ένας άνθρωπος που θέλει να κάνει κάτι αλλά δεν ξέρει τι, περιμένει μια αλλαγή αλλά δεν ξέρει προς ποια κατεύθυνση. Ο Νιζίνσκι παλεύει με την ψυχική αρρώστια. Μοιάζουν ασύνδετοι αλλά κάπου συγκλίνουν».
    Σκοπεύετε να μοιράζεστε κάθε φορά τη σκηνή με τους συντελεστές της παράστασης, τους ανθρώπους που αποκαλούμε συνήθως αφανείς ήρωες. «Ναι, γιατί υπάρχει και η παράσταση χωρίς το κείμενο. Εγώ το έμαθα αυτό από τους δασκάλους μου και από τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκα. Για μένα μια φωτογραφία θέλω να λέει από μόνη της την ιστορία, με τα σκηνικά, τα κοστούμια και τους φωτισμούς θα ήθελα να συμβαίνει το ίδιο. Ολα αυτά να έχουν ανάγκη το ένα να συναντήσει το άλλο, αλλά και το ένα να μπορεί και χωρίς το άλλο. Αυτή είναι η μάχη που δίνουμε όλοι μαζί ως ομάδα.
    Το άλλο θέμα είναι η προετοιμασία ενός ανθρώπου για να βγει σε μια σκηνή. Και αυτό μάς παραπέμπει νοηματικά από έναν πολιτικό που προετοιμάζεται για μια δημόσια ομιλία μέχρι έναν νεκρό που τον ετοιμάζεις για μια τελετή ή ένα παιδί που θα πάει στη σχολική εορτή. Υπάρχει μια φροντίδα και μια ώθηση για κάπου. Πρακτικά, έχω την ανάγκη να φανερώσω όλες τις ραφές του θεάτρου, να έρθουν οι θεατές σε επαφή με ό,τι συμβαίνει μέχρι να βγει ένας ηθοποιός πάνω στη σκηνή, να δουν πού κρύβει η παράσταση τα ταχυδακτυλουργικά κόλπα της. Εχω νιώσει την ανάγκη να απογυμνωθούν όλα. Οταν θα έχω εισβολείς από τον εξωτερικό κόσμο στη σκηνή, δεν θα μπορώ να ξεφύγω από πουθενά. Πρόκειται για μια παγίδα ηδονικής απελπισίας που στήνω στον εαυτό μου».
    Δεν σας φοβίζει η απομυθοποίηση της θεατρικής πράξης; «Μα πρέπει να μάθουμε πως ένας μονόλογος θέλει δέκα άτομα για να πραγματοποιηθεί. Οπως, σαν αναλογία
    το λέω, πίσω από έναν πολιτικό κρύβεται συνήθως μια μεγάλη ομάδα – άλλος γράφει τα κείμενα, άλλος φροντίζει την εικόνα. Το ξεχνάμε συχνά αυτό».
    Η δική σας σχέση με τους πολιτικούς ποια είναι; Θα μπορούσατε να πιστέψετε σε κάποιον; «Ας αποδεχθούμε ότι οι πολιτικοί είναι επαγγελματίες της εξουσίας και πως ο λόγος τους παραμένει ο ίδιος ανεξάρτητα από κάθε αλλαγή που συντελείται στον κόσμο, με αυτόν πορεύονται, λέγοντας πράγματα που ούτε οι ίδιοι πρώτα δεν πιστεύουν. Στη σχέση πολιτικού και πολιτών επικρατεί η εξής απαίτηση: «Πες μου το ψέμα που έχω ανάγκη να ακούσω», ενώ στη σχέση ηθοποιού και θεατών αυτή μετατρέπεται σε «πες μου την αλήθεια που χρειάζομαι»».

    Ηταν συνειδητή η πρόσφατη, προσωρινή έστω, αποχή σας από το σανίδι;
    «Εκανα για κάποια χρόνια δουλειές που μόνο με τη λογική του πρωταθλητισμού μπορείς να τις υποστηρίξεις, όμως ακόμα και οι αθλητές χρειάζονται την αποθεραπεία τους για να είναι πιο αποδοτικοί την επόμενη μέρα. Δεν δίνουμε πια βάση στην αγρανάπαυση και στην προετοιμασία. Επρεπε να σεβαστώ τον εαυτό μου σωματικά, πνευματικά και, κυρίως, ψυχικά. Ηταν μια συνειδητή επιλογή, ένα βήμα προς μια φιλοσοφία ζωής. Εδωσα στον εαυτό μου χρόνο να συνεχίσει την αναζήτηση και την επιμόρφωσή του. Πέρασα χρόνο με την οικογένειά μου, κάτι που χρειαζόμουν κι εγώ και εκείνοι. Οπως λέει και ένας φίλος μου, το σημαντικό είναι να φτάσεις στο σημείο να κοιτάζεις τους άλλους στα μάτια και να μπορείς να λες ευχαριστώ ή να ζητάς και συγγνώμη, όποτε χρειάζεται».
    Το θέατρο τροφοδοτείται από τη ζωή; «Το θέατρο είναι μια δουλειά που προέρχεται από τον πλούτο της ζωής, όμως στη σκηνή τη θέτει υπό αμφισβήτηση. Αν ωστόσο χάσεις την επαφή με τη ζωή, όταν απουσιάζεις, όταν απέχεις από αυτήν, πώς μπορείς να διεκδικείς το δικαίωμα να τη θέσεις υπό αμφισβήτηση; Το θέατρο, για μένα, πρέπει να καταλήγει με οποιαδήποτε μορφή σε ένα ηχηρό μήνυμα ζωής – στην πράξη, όχι στα λόγια».
    Ποια σκέψη σάς δίνει το κίνητρο να προσπαθείτε να μην επαναλαμβάνεστε σε κάθε παράσταση; «Εχω την τύχη να γνωρίζω θεατές που έχουν έρθει επανειλημμένα να δουν μια παράσταση στην οποία παίζω, και αυτό με γοητεύει και με συγκινεί ιδιαίτερα. Εχοντας αυτή την τύχη, αισθάνομαι ευγνώμων αλλά και υπεύθυνος για να υπάρχει κάποιος λόγος να έρθει κανείς ξανά και ξανά. Γνωρίζω τι είναι να δεις μια ταινία δέκα φορές ή να ακούσεις ένα τραγούδι εκατό φορές. Κάτι ένιωσε ο θεατής και επιδιώκει να το ξανανιώσει. Πρέπει λοιπόν κι εγώ από την πλευρά μου να κάνω κάτι, να μπω σε μια διαδικασία ακραίας συνέπειας αλλά και ακραίας αναδημιουργίας, ανασύνθεσης».
    Ξεχωρίσατε χάρη σε τρεις ρόλους που είχαν στοιχεία larger than life, που συνόρευαν με την παράνοια. Φοβηθήκατε καθόλου την τυποποίηση; «Εχω την αίσθηση ότι πιο πολύ το φοβήθηκαν οι άλλοι γύρω μου παρά εγώ ο ίδιος. Αυτά είναι στοιχήματα που τα αναλαμβάνω προσωπικά μαζί με τον εκάστοτε σκηνοθέτη και χρειάζεται να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ για να δικαιώσω την επιλογή και την εμπιστοσύνη του. Οι τρεις αυτοί ρόλοι είχαν σαν κοινό την ανάγκη να ειπωθεί η αλήθεια με οποιονδήποτε τρόπο, φιλοσοφικό, ποιητικό, ή μαθηματικό, όμως στην ουσία δεν έμοιαζαν. Εμπνέομαι και αντλώ από την ίδια πηγή, αλλά η απόδοσή μου δεν συντηρεί απλώς την ταυτότητά μου ως ηθοποιού. Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι σκηνοθέτες επιλέγουν ηθοποιούς για να επαναλαβάνουν το ίδιο πράγμα. Αυτές δεν ήταν τέτοιες περιπτώσεις. Αν θέλουμε όμως να μιλήσουμε για μανιέρα, ας μην ξεχνάμε ότι στα ιταλικά η λέξη αυτή σημαίνει τρόπος – ο τρόπος με τον οποίο ο καθένας αντιλαμβάνεται, δίνεται και αποδίδει σαν καλλιτέχνης. Υπάρχουν καλές μανιέρες και κακές μανιέρες».

    Ανήκετε σε μια γενιά που έχει εύκολη πρόσβαση στην πληροφορία. Αποτελεί ευλογία ή κατάρα αυτό;
    «Οσον αφορά τη μόρφωση, είμαστε πένητες, φταίνε για αυτό οι υποδομές της παιδείας στη χώρα μας, αλλά και η κοινωνία εν γένει. Είμαστε όμως πιο ελεύθεροι κατά κάποιον τρόπο, με την έννοια ότι μας δίνεται πιο εύκολα η δυνατότητα να κάνει ο καθένας πρόσθετη προσωπική μελέτη και επιμόρφωση, να φτιάξει τον δικό του δρόμο».
    Γιατί θεωρείτε ότι η κοινωνία παρεμποδίζει την παιδεία; «Γιατί η κοινωνία ασχολείται με τη διαφορετικότητα, αλλά όχι ως προνόμιο, όχι ως ιδανικό, χωρίς αποδοχή του προσωπικού ρυθμού του καθενός, της ωρίμανσης, της ηλικίας, της καταγωγής του. Είμαι τυχερός γιατί δεν μιλάω για αυτά τα θέματα επειδή θέλω να επουλώσω κάποια προσωπική πληγή, αλλά διότι θεωρώ ότι υπάρχει μια ευθύνη εδώ: αυτός που του πάνε καλά τα πράγματα πρέπει να ενδιαφερθεί για το πώς θα στηρίξει τα δικαιώματα του διπλανού. Δεν έχει νόημα να διεκδικείς το δίκιο σου μόνο με αφορμή τα δικά σου τραύματα. Θα ήθελα όμως να πω και κάτι ακόμα που έχει σχέση με τη γενιά μου».

    Σας ακούω…
    «Υπάρχει κάτι θετικό για εμάς, το ότι ζήσαμε την κατάργηση των γονιών μας, δεν είμαστε τα παιδιά που θα μάθουν την ιστορία μετά από 10 χρόνια, ίσως διαφορετικά δοσμένη. Αυτή η κοινωνική επανεκκίνηση, και δεν παραβλέπω καθόλου τις πολύ δυσάρεστες παράπλευρες απώλειες, μας δίνει τη δυνατότητα να κάνουμε όλοι μαζί το επόμενο βήμα, χωρίς να έχουμε τίποτα να χάσουμε. Είναι λίγο σαν να ξεκινάμε από το μηδέν. Δεν έχουμε νιώσει προδομένοι, και αυτό δεν ξέρω σίγουρα πού μπορεί να μας οδηγήσει, όμως δεν μας τσαλαπάτησε κάποιος την ιδέα και το όραμα. Οι γενιές πριν από εμάς βεβαίως πλήρωσαν δυστυχώς πολύ ακριβά την κρίση, γιατί είναι πολύ δύσκολο να σου στερούν το όνειρο, να διαψεύδονται οι προσδοκίες σου. Από εμάς εξαρτάται να γίνουν τα πράγματα καλύτερα, αρκεί να μην κοιτάζει καθένας αποκλειστικά την πάρτη του, διότι τότε η ιστορία θα κάνει απλώς ξανά τον ίδιο κύκλο». l
    «Ενας καλός λόγος»: Θέατρο Οδού Κυκλάδων «Λευτέρης Βογιατζής» (Κυκλάδων 11 και Κεφαλληνίας, Κυψέλη), από 23 Απριλίου, κάθε Δευτέρα και Τρίτη.

    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 1 Απριλίου 2018.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    BHMAgazino