• Αναζήτηση
  • Ο «Εκκλησιαστής» και το νόημα της ζωής

    Ο Μόνταγκ ο πυρονόμος χαιρόταν να βάζει φωτιά σε βιβλία. Ηταν η δουλειά του.

    Ο εκκλησιαστής
    Απόδοση, επίμετρο Θάνος Σαμαρτζής
    Εκδόσεις Δώμα, 2017
    σελ. 128, τιμή 14 ευρώ
    Ο Μόνταγκ ο πυρονόμος χαιρόταν να βάζει φωτιά σε βιβλία. Ηταν η δουλειά του. Στον κόσμο του τα βιβλία έπρεπε να καούν. Ωσπου ένα κορίτσι τον κάνει να δει τα πράγματα αλλιώς. Παρατά τη δουλειά του και πηγαίνει να συναντήσει τα μέλη μιας μυστικής οργάνωσης βιβλιόφιλων που διατηρούσαν βιβλία στα κεφάλια τους. Ο πρωταγωνιστής του Φάρεναϊτ 451 (1953) του Ρέι Μπράντμπουρι εντάσσεται στην οργάνωση προσφέροντας το βιβλίο που είχε στο δικό του κεφάλι, τον Εκκλησιαστή, και γίνεται εξίσου σημαντικός για τους σκοπούς της όσο εκείνοι που διατηρούν στα κεφάλια τους την Πολιτεία του Πλάτωνα, τα γραπτά του Δαρβίνου, τη θεωρία του Αϊνστάιν, τη διδασκαλία του Κομφούκιου, τα χριστιανικά Ευαγγέλια, τις κωμωδίες του Αριστοφάνη και τα ποιήματα του Μπάιρον. Η αναφορά στον Εκκλησιαστή στο αμερικανικό μυθιστόρημα της σύγχρονης κλασικής λογοτεχνίας είναι ένα τεκμήριο της ανεξίτηλης οικουμενικότητας του εβραϊκού βιβλίου και της αναμφίλεκτης ένταξής του στον κανόνα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
    Ενα από τα υψηλής λογοτεχνικής δύναμης κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, που είχε αποδοθεί στον Σολομώντα, γραμμένο στα μέσα του 3ου π.Χ. αιώνα, με θέμα το εφήμερο και μάταιο της ζωής κάτω από τον ήλιο, το οποίο πιθανώς αντηχεί τον Θέογνι και τον Ησίοδο, τον Ηράκλειτο, τους κυνικούς, τους στωικούς και τους επικούρειους – αν πρέπει να το συνδέσουμε και με την ελληνική παράδοση -, το βιβλίο του Εκκλησιαστή είναι αξιοπερίεργο γιατί δεν υπάρχει στα ελληνικά σε πολλαπλές καλές μεταφράσεις, γιατί δεν αποτελεί διαρκές πεδίο άσκησης για ικανούς μεταφραστές και λογοτέχνες, ακολουθώντας και αυτό την κοινή μοίρα όλων των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά γράμματα. Μια έκδοση αναφοράς του έργου, η μετάφρασή του (Ολκός, 1993) από τον Αλέξανδρο Ισαρη, με επίμετρο και σχόλια του Μιχάλη Κοπιδάκη, συνοδευόμενη από το κείμενο της πρώτης μετάφρασης στην ελληνιστική κοινή από τους Εβδομήκοντα, είναι από χρόνια εξαντλημένη. Το εκδοτικό κενό καλύπτει τώρα η κυκλοφορία του βιβλίου από τον νέο εκδοτικό οίκο Δώμα, σε απόδοση στην τρέχουσα ελληνική τού εκδότη Θάνου Σαμαρτζή.
    Στο κείμενο, σε πρώτο πρόσωπο, μιλά ο εκκλησιαστής – έτσι απέδωσαν οι Εβδομήκοντα το εβραϊκό «Qoheleth», λέξη που δηλώνει κάποιον που συγκαλεί ένα πλήθος ανθρώπων και απευθύνεται σε αυτό. Δηλώνει ότι είναι γιος του Δαβίδ και βασίλεψε στην Ιερουσαλήμ. Αφηγείται τη ζωή του, στην οποία αναζήτησε, όπως κάθε άνθρωπος, ένα νόημα. Το αναζήτησε πρώτα στη γνώση: «Και την καρδιά μου έδωσα / σοφία ν’ αποκτήσω, / να δω και να εξηγήσω / όλα αυτά που γίνονται / κάτω απ’ τον ουρανό». Μα τελικά διαπίστωσε ότι: «Κι όλα τα έργα που ‘γιναν / κάτω από τον ήλιο / τα κοίταξα και είδα: / όλα τους ανώφελα, / κυνήγι του ανέμου». Ανεμοκυνηγητό η απόκτηση γνώσης, η σοφία, η επιστήμη. Αναζήτησε νόημα στην απόκτηση πλούτου. Ανώφελο. «Αν αυξηθούν τα πλούτη σου, / θα αυξηθούνε και αυτοί / που θα σου ‘φαν τα πλούτη». Εψαξε να βρει το νόημα της ζωής στην εξουσία, στη δημιουργία, στον κόπο των χεριών του, στο κρασί, στο φαγητό, στις απολαύσεις. Ολα προσωρινά και εφήμερα, όλα συνηθισμένα. «Σε τούτο εδώ τον κόσμο / δεν έχει τίποτα καινούργιο». Δεν τον ωφέλησε η λογική, δεν τον ωφέλησε η ευσέβεια, είδε πως στη ζωή «κουμάντο κάνει ο ασεβής». Ο εκκλησιαστής είναι απαισιόδοξος, σκοτεινός. Είδε πως «η μοίρα του ζώου / και η μοίρα του ανθρώπου / είναι η ίδια μοίρα», πως ο θάνατος είναι το κοινό τέλος – «όλα από χώμα γίνανε, χώμα όλα θα γίνουν» – και παροτρύνει: «φάε το ψωμί σου με χαρά, / πιες το κρασί καλόκαρδα… και κάθε μέρα φόραγε /  τα άσπρα σου τα ρούχα… και φτιάξε τη ζωή σου με το κορίτσι που αγαπάς», ζήσε και απόλαυσε την κάθε μέρα της ανώφελης ζωής που σου δόθηκε «γιατί στον τάφο που θα μπεις, / δε θα ‘χει τίποτα να κάνεις / τίποτα να σκεφτείς». Ο πεσιμισμός του εκκλησιαστή, ο ύμνος στις χαρές και στις ηδονές της ζωής κάτω από τον ήλιο προβληματίζουν. Πώς ένα τέτοιο κείμενο κατέληξε στον κανόνα της εβραϊκής Βίβλου και της χριστιανικής Παλαιάς Διαθήκης; Ισως χάρη στα καταληκτικά λόγια του εκκλησιαστή: «Εδώ τα λόγια τέλειωσαν, / ακούστηκαν τα πάντα: / φόβο να έχεις του Θεού, και κάνε ό,τι προστάζει. / Αυτό είναι ο άνθρωπος, / αυτό και τίποτ’ άλλο».

    «Ολα είναι ανώφελα, όλα για το τίποτα»

    Στο βιβλίο του Εκκλησιαστή συναντιέται η παράδοση των διδακτικών κειμένων της Ανατολής με την ποιητική έκφραση και το βιβλίο εντάσσεται στα λεγόμενα ποιητικά ή διδακτικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, μαζί με τον Ιώβ, τους Ψαλμούς, τις Παροιμίες, το Ασμα Ασμάτων, τη Σοφία Σολομώντος και τη Σοφία Σειράχ. Αποφθέγματα και γνωμικά, αφηγηματικές ενότητες και ποιητικά μέρη ενώνονται στον λόγο του βασιλιά της Ιερουσαλήμ. Ο Σαμαρτζής βασίζεται στη μετάφραση των Εβδομήκοντα, παίρνοντας πρωτοβουλίες στον χωρισμό σε στίχους και παραγράφους, μορφοποιώντας το υλικό του σε δίστιχα και στροφές. Αυτή η οργάνωση του λόγου, οι διασκελισμοί, οι δεκαπεντασύλλαβοι εδώ και εκεί, οι αντιμεταθέσεις λέξεων, οι ισοσυλλαβίες στίχων δίνουν στη μετάφραση ποιητικό ρυθμό. Σε γλώσσα στρωτή, σημερινή, ζωντανή, διαβάζεται ευχάριστα και με ενδιαφέρον.
    Το έντονα δραματοποιημένο ύφος, το οποίο επιβάλλεται στην υφολογική ποικιλομορφία του αρχικού κειμένου, ίσως είναι το χαρακτηριστικό που θα χρονολογεί αργότερα αυτή τη μετάφραση, μετάφραση μιας εποχής που ενδιαφέρεται για τις επιτελεστικές δυνατότητες των κειμένων. Οι μεταφραστικές ελευθερίες είναι ευπρόσδεκτες, στον βαθμό μάλιστα που εντάσσονται στην εκπεφρασμένη στρατηγική του Δώματος να προσφέρει κλασικά κείμενα σε χρηστικές και όχι βαριές φιλολογικές εκδόσεις, σε φρέσκες μεταφράσεις για ένα νέο κοινό που οφείλει να γνωρίζει αυτά τα σημαντικά κείμενα χωρίς να αποθαρρύνεται από το γραμματολογικό τους βάρος. Ετσι, στη συγκεκριμένη μετάφραση, η μνημειώδης φράση με την οποία ταυτίζεται το κείμενο στα ελληνικά, το «ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης» γίνεται «όλα είναι ανώφελα, όλα για το τίποτα». Είναι μια απόδοση σε τρέχουσα γλώσσα, απόλυτα κατανοητή και για όσους νεαρούς ομιλητές της ελληνικής βρίσκουν το ελληνιστικό «ματαιότης ματαιοτήτων…» ακατάληπτο. Ωστόσο, αναρωτιέμαι αν η σημασία της νέας έκδοσης ενός κλασικού κειμένου – που έχει ιστορία πίσω του – δεν μειώνεται όταν αυτό αποκαθαίρεται από τα αναγνωρίσιμα στοιχεία της γλωσσικής του μνήμης.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk