Οταν η βασίλισσα Ελισάβετ εμπιστεύεται μια φωτογράφο για να απαθανατίσει εκείνη και τα δισέγγονά της στο κάστρο του Γουίνδσορ με αφορμή τα 90ά γενέθλιά της, σίγουρα δεν μπορεί παρά να είναι ταλαντούχα. Αυτό είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της Ανι Λίμποβιτς, η οποία στα 68 της χρόνια παραμένει η πιο περιζήτητη φωτογράφος πορτρέτων του κόσμου. Και αυτό αποδεικνύουν οι 150 –ασπρόμαυρες και έγχρωμες –φωτογραφίες της οι οποίες φιλοξενούνται στο λεύκωμα «Annie Leibovitz: Portraits 2005-2016» (εκδόσεις Phaidon) που κυκλοφόρησε στο τέλος Οκτωβρίου.
Το νέο βιβλίο της αμερικανίδας φωτογράφου, το οποίο έρχεται μετά τα «Annie Leibovitz: Photographs, 1970-1990» και «A Photographer’s Life, 1990-2005», περιλαμβάνει πορτρέτα ηγετών, καλλιτεχνών και διασημοτήτων που βλέπουν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας. Η βασίλισσα Ελισάβετ, η Ριάνα, ο Μπαράκ και η Μισέλ Ομπάμα είναι μόνο μερικοί από αυτούς που εμπιστεύθηκαν στη Λίμποβιτς μια προσωπική τους στιγμή, μια τρέλα ή ακόμα και ένα πολύ καλά σκηνοθετημένο κόνσεπτ.
«Αιχμαλωτίζει ακριβώς την ουσία της σχέσης μας» είχε πει ο Τζον Λένον όταν είδε τη χαρακτηριστική φωτογραφία όπου ποζάρει γυμνός, κουλουριασμένος πλάι στη μαυροντυμένη Γιόκο. Η λήψη έγινε στις 8 Δεκεμβρίου του 1980 στο διαμέρισμα του ζευγαριού στο κτίριο Dakota απέναντι από το Σέντραλ Παρκ και παρ’ όλο που οι υπεύθυνοι του περιοδικού «Rolling Stone» επέμεναν να φωτογραφηθεί ο Λένον μόνος, εκείνος –ομοίως και η Λίμποβιτς –ήθελε και τη Γιόκο. Για την ακρίβεια, η φωτογράφος είχε φανταστεί μια αναβίωση του εξωφύλλου του θρυλικού δίσκου «Double Fantasy» που κυκλοφόρησε το 1980 και δείχνει το ζευγάρι να φιλιέται τρυφερά στο στόμα. Η φωτογραφία με τους δυο τους ξαπλωμένους και σφιχταγκαλιασμένους στο πάτωμα και τον Λένον σχεδόν σε εμβρυακή στάση στο πλευρό της Γιόκο δεν έμεινε στην Ιστορία μόνο για το υπέροχο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα αλλά και γιατί μόλις πέντε ώρες αργότερα η ηγετική μορφή των Beatles δολοφονήθηκε έξω από το Dakota.
Αυτή ήταν και μία από τις πιο δυνατές στιγμές μιας καριέρας που μετρά πάνω από τεσσερισήμισι δεκαετίες. Το κορίτσι που ξεκίνησε στα 70s στο «Rolling Stone» δεν σταμάτησε ποτέ να κυνηγά τα δημιουργικά πορτρέτα. To 1973 χρίστηκε επικεφαλής φωτογράφος του εντύπου, θέση που διατήρησε επί 10 χρόνια, με αμέτρητα εξώφυλλα που λειτούργησαν καθοριστικά για το προφίλ του εντύπου αλλά και για το πρεστίζ της ίδιας.
Στα πορτρέτα που περιλαμβάνονται στο τελευταίο βιβλίο της Λίμποβιτς μπορεί να δει κανείς τον τρόπο με τον οποίο η περιζήτητη φωτογράφος αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Πέρα από φύλα, εθνικότητες και στερεότυπα. Αλλά και έναν κόσμο που έχει στο προσκήνιο τη γυναίκα. Η φωτογράφος έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής της στο να προβάλλει επιδραστικές γυναίκες του 20ού αιώνα ύστερα από προτροπή της επί πάρα πολλά χρόνια συντρόφου της –ως τον θάνατό της το 2004 –και σπουδαίας συγγραφέως Σούζαν Σόνταγκ.
Αν ρωτήσεις την ίδια πώς γίνεται να αποτυπώνει με τέτοια καθαρότητα και βάθος τα πρόσωπα που διαλέγει να φωτογραφίσει, αρκείται να απαντήσει: «Ερωτεύομαι όποιον φωτογραφίζω». Παθιάζεται, δίνεται ψυχή τε και σώματι, και έτσι καταφέρνει και εισχωρεί στη δική τους ψυχή. Ακριβώς όπως έκανε με τον Μικ Τζάγκερ όταν έγινε η σκιά του στη διάρκεια περιοδείας των Stones το 1975. «Δεν άφησα στιγμή την κάμερα από τα χέρια μου» εκμυστηρεύθηκε η Λίμποβιτς χρόνια αργότερα, και η παγκόσμια σοουμπίζ θα κρατά για πάντα σαν φυλαχτό το βλέμμα του Τζάγκερ να ποζάρει με λευκό μπουρνούζι μέσα σε ασανσέρ.
Ιστορίες πολλές, άλλες χιλιοειπωμένες και άλλες όχι, που όλες μαζί συνθέτουν την πολυσχιδή οντότητα της Λίμποβιτς. Της γυναίκας που κόντεψε να χάσει τα πάντα εξαιτίας ενός δανείου, που δέσμευσε όλα της τα ακίνητα αλλά και τα δικαιώματα των φωτογραφιών της προκειμένου να ξεπληρώσει την τράπεζα. Η ζωή που είχε φτιάξει η φωτογράφος ήταν τόσο ακριβή που τελικά αποδείχθηκε αδύνατον να τη συντηρήσει: δάνεια εκατομμυρίων για την ανακαίνιση των τριών σπιτιών της στη Νέα Υόρκη, υπερπολυτελή στούντιο και αυτοκίνητα, ταξίδια αλλά και υπηρετικό προσωπικό για όλες τις ανάγκες της. Εψαχνε ανέκαθεν δίπλα της την τελειότητα, όπως ακριβώς έκανε και με τη δουλειά της. Μόνο που εκεί τις περισσότερες φορές την έβρισκε ή, καλύτερα, τη δημιουργούσε.
Μετά την εμβληματική τελευταία φωτογραφία του Λένον με την Ονο τον Δεκέμβριο του 1980, οι περισσότερες διασημότητες της εποχής έκαναν ουρά έξω από την πόρτα της Λίμποβιτς. Ηθελαν αυτό το μαγικό «κλικ» που θα τους χάριζε μια θέση στην αιωνιότητα, και μάλιστα στην καλύτερη δυνατή πόζα. Κάπως έτσι ο Αρνολντ Σβαρτσενέγκερ ανέβηκε εν έτει 1988 σε ένα άλογο φορώντας μόνο ένα στενό άσπρο παντελόνι, η Κέιτ Γουίνσλετ το 1998 καταδύθηκε σε δεξαμενή με νερό και η Ντέμι Μουρ φωτογραφήθηκε γυμνή και εγκυμονούσα, το μακρινό πια 1991, μια εποχή που κάτι τέτοιο δεν ήταν καθόλου συνήθης πρακτική.
«Το να φωτογραφίζεσαι από την Ανι είναι ένα από τα μεγαλύτερα τοτέμ επιτυχίας στην Αμερική» έγραψε ο Γκρέιντον Κάρτερ, πρώην διευθυντής της αμερικανικής έκδοσης του «Vanity Fair», με αφορμή το τελευταίο της βιβλίο, και τα 150 πρόσωπα που φιλοξενούνται στις σελίδες του μπορούν σίγουρα να το επιβεβαιώσουν.
* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2017.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ