• Αναζήτηση
  • Μπάρι Κέογκαν: Από το ρινγκ στο πλατό του Λάνθιμου

    «Δεν έχω ξανακάνει στρογγυλό τραπέζι (σ.σ.: με δημοσιογράφους), γι' αυτό να είστε επιεικείς μαζί μου. Εντάξει;». Ο 25χρονος Μπάρι Κέογκαν που βρίσκεται απέναντί μου στο εν λόγω τραπέζι, μαζί με μόλις τρεις ακόμη δημοσιογράφους, αστειεύεται και δεν αστειεύεται.

    «Δεν έχω ξανακάνει στρογγυλό τραπέζι (σ.σ.: με δημοσιογράφους), γι’ αυτό να είστε επιεικείς μαζί μου. Εντάξει;». Ο 25χρονος Μπάρι Κέογκαν που βρίσκεται απέναντί μου στο εν λόγω τραπέζι, μαζί με μόλις τρεις ακόμη δημοσιογράφους, αστειεύεται και δεν αστειεύεται.
    Αστειεύεται ζητώντας «την επιείκειά μας» γιατί λίγο αν τον παρατηρήσεις θα δεις ότι ετούτος εδώ ο νεαρός ιρλανδός ηθοποιός έχει στη φύση του το λέγειν, το χιούμορ, την ανθρώπινη επικοινωνία γενικότερα. Δεν αστειεύεται όμως όταν λέει ότι είναι το πρώτο του «στρογγυλό τραπέζι». Γιατί, πράγματι, τον περασμένο Μάιο στο Φεστιβάλ των Καννών που τον συναντήσαμε, δεν είχε ακόμη αρχίσει η προώθηση της «Δουνκέρκης» του Κρίστοφερ Νόλαν – όπου ο Κέογκαν κρατά βασικό ρόλο, για τον οποίο θα μας μιλούσε μερικούς μήνες αργότερα στο Λονδίνο. Η αφορμή για την οποία βρισκόταν τώρα απέναντί μου στο «σινεφίλ» θέρετρο της Κυανής Ακτής ήταν η πρώτη σοβαρή προσπάθειά του στην ερμηνεία βασικού ρόλου στον κινηματογράφο. Και μάλιστα στον «Θάνατο του ιερού ελαφιού» («The Killing of a Sacred Deer») του Γιώργου Λάνθιμου, μια από τις πιο σκληρές, τις πιο «δύσκολες» και πιο νοσηρές ταινίες που είδαμε στο διαγωνιστικό τμήμα του εφετινού, 70ού φεστιβάλ.
    «Ο θάνατος του ιερού ελαφιού» – γραμμένος από τον ίδιο τον Λάνθιμο και τον Ευθύμη Φιλίππου, που εν τέλει βραβεύθηκαν για το σενάριό τους στις Κάννες – είναι ένα φιλμ που χορεύει τρελά ανάμεσα στον ρεαλισμό και στη μεταφυσική παρότι εκ πρώτης όψεως μοιάζει με αυτό που αποκαλούμε «ιστορία εκδίκησης»: ο Μπάρι Κέογκαν υποδύεται τον Μάρτιν, έναν μυστηριώδη έφηβο που θέλοντας να πάρει το αίμα του πίσω για τον θάνατο του πατέρα του πάνω στο κρεβάτι του χειρουργείου, προσεγγίζει τον υπεύθυνο χειρουργό (Κόλιν Φάρελ), γίνεται φίλος του και βάζει στο στόχαστρό του τον ίδιο, τη γυναίκα του (Νικόλ Κίντμαν) αλλά και τα δύο παιδιά του (Ράφι Κάσιντι, Σάνι Σούλτζικ)…
    Πολύ φυσικά, το πρώτο πράγμα που ρωτώ τον Μπάρι Κέογκαν είναι η γνώμη του για τη σκηνοθεσία του Λάνθιμου αλλά και τι του είπε όταν του πρότεινε τον ρόλο (παρεμπιπτόντως, ο Κέογκαν δεν είχε δει ακόμη την ταινία και θα την έβλεπε την ίδια ημέρα στην επίσημη προβολή της). «Δεν χρειαζόταν να μου πει πολλά, ήταν όλα στο σενάριο και ο Γιώργος δεν είναι φαν των εξηγήσεων και των ερμηνειών· ίσως αυτός να είναι και η καλύτερος τρόπος» είπε ο δουβλινέζος ηθοποιός. «Εχω να το λέω – και δεν είμαι ο μόνος – ότι ο Γιώργος δημιούργησε ένα νέο είδος σινεμά, ένα νέο στυλ υποκριτικής για τους ηθοποιούς. Σε καθοδηγεί χωρίς να σε καθοδηγεί, δεν ξέρω… Για να είμαι ειλικρινής, η σκηνοθεσία του δεν είναι και τόσο διαφορετική από του Κρις (σ.σ.: Νόλαν). Οταν σου λένε κάτι, ξέρεις ακριβώς τι εννοούν».
    Ο Κόλιν Φάρελ, βεβαίως, ηθοποιός πολύ πιο «ψημένος» και με την εμπειρία του «Αστακού» δίπλα στον Γιώργο Λάνθιμο, ήταν ένας καλός καθοδηγητής για τον Κέογκαν. «Ακολουθώντας τον Κόλιν», κατέληξε ο μικρός, «ήξερα πού θα πάω». Από την άλλη πλευρά, αν χρειαζόταν να περιγράψει στους φίλους του την πλοκή της ταινίας «The Killing of a Sacred Deer» θα το έκανε κάπως έτσι: «Είναι για ένα αγόρι που «παίζει» με τις ζωές κάποιων ανθρώπων. Δεν ξέρω αν θα την αποκαλούσα θρίλερ, διότι δεν τον είδα (σ.σ.: τον ήρωα) σαν έναν πραγματικά τρομακτικό χαρακτήρα. Τον είδα σαν έναν κανονικό τινέιτζερ στον οποίο συμβαίνουν πολλά εδώ πάνω (δείχνει το κεφάλι του). Κι εδώ πέρα (δείχνει την καρδιά του)».
    Γεννημένος τον Οκτώβριο του 1992 στην πρωτεύουσα της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας ο Μπάρι Κέογκαν θα είχε γίνει μποξέρ – ασχολείται με το άθλημα από τα 15 του – αν στην ηλικία των 17 δεν αποφάσιζε να γίνει ηθοποιός. «Κατηγορία φτερού, σκληρή προπόνηση, και ήμουν καλός. Εξακολουθώ να προπονούμαι. Κι αν άφηνα την υποκριτική, που δεν θα γίνει, στο μποξ θα επέστρεφα». Ενας από τους λόγους που συνετέλεσαν στο να γίνει ηθοποιός ήταν ότι έβλεπε άλλους Ιρλανδούς να τα πηγαίνουν καλά στον τομέα. «Εβλεπα τον Κίλιαν (σ.σ.: Μέρφι), τον Κόλιν (σ.σ.: Φάρελ) και έλεγα «θέλω να κάνω το ίδιο»». Αρχισε να κάνει «μερικά πράγματα στο σχολείο» και είδε ότι άρεσε στους άλλους· «Ετσι τουλάχιστον μου έλεγαν. Εξάλλου τους έβλεπα, γελούσαν. Και μου άρεσε και μένα. Αρα, γιατί όχι;».
    Το 2010, όταν έγινε ανοιχτή οντισιόν για μια ταινία ονόματι «Between the Canals» («ζητούσαν ηθοποιούς για μέλη συμμοριών του δρόμου»), ο Κέογκαν δοκίμασε την τύχη του. Στο κάτω-κάτω, η οντισιόν γινόταν σε ένα μαγαζί κοντά στο σπίτι του· δεν είχε και τίποτα να χάσει. Ο σκηνοθέτης Μαρκ Ο’Κόνορ τον επέλεξε. Τι άλλο επιδίωκε όμως με το να γίνει ηθοποιός; «Τα λεφτά δεν είναι καλός λόγος, ε; (γέλια) Αλλά ήμουν και καλός στο να λέω ψέματα. Και ακόμη είμαι… Αν και πια με καταλαβαίνουν».
    Αφήσαμε για το τέλος την ερώτηση ποιο είναι το ένα πράγμα που θα έπαιρνε μαζί του από την εμπειρία της συνεργασίας του με τον Γιώργο Λάνθιμο: «Το να εκτιμώ τη δουλειά της κάμερας και ότι δεν χρειάζεται να τα παίρνουμε όλα τόσο στα σοβαρά. Οπως είπαμε, ο Γιώργος είναι πολύ άνετος σε ό,τι κάνει, οι οδηγίες του λιτές, «γρήγορα» ή «αργά» ή «μην κινείσαι τόσο πολύ». Ετσι κι αλλιώς, ο κάθε ηθοποιός έχει τις δικές του μεθόδους. Είναι ο καλύτερος τρόπος». l

    «Ο θάνατος του ιερού ελαφιού» θα προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από τις 2 Νοεμβρίου σε διανομή Feelgood Entertainment, την οποία και ευχαριστούμε για τη βοήθειά της σε αυτή τη συνέντευξη.
    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    BHMAgazino
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk