• Αναζήτηση
  • Φόβος και παράνοια στο Λας Βέγκας

    O Στίβεν Πάντοκ ήταν σίγουρα ένας άνθρωπος των αντιφάσεων: ένας τζογαδόρος που δεν άφηνε τίποτε στην τύχη του.

     O Στίβεν Πάντοκ ήταν σίγουρα ένας άνθρωπος των αντιφάσεων: ένας τζογαδόρος που δεν άφηνε τίποτε στην τύχη του. Ενας άνδρας με δεκάδες σπίτια, ο οποίος επέλεγε όμως να μην κατοικεί πραγματικά σε κανένα από αυτά. Ενας άνθρωπος που διέθετε δύο μονοκινητήρια αεροπλάνα, αλλά του άρεσε να κυκλοφορεί με ένα ταπεινό μίνι βαν. Που αγαπούσε τη «larger than life» ατμόσφαιρα του καζίνου, αλλά επέλεγε να τζογάρει φορώντας σαγιονάρες και φτηνές νάιλον αθλητικές φόρμες και να παραλαμβάνει μόνος του το ποτό του από το μπαρ προκειμένου να μη δίνει φιλοδώρημα στις σερβιτόρες. Που μπορούσε να ποντάρει ως 1 εκατ. δολάρια σε ένα βράδυ και να κομπάζει ότι το ποσό αυτό δεν είναι και ιδιαίτερα μεγάλο – τουλάχιστον έτσι προκύπτει μέσα από την 97σέλιδη κατάθεσή του, μέρος μιας αγωγής που άσκησε ενάντια στο ξενοδοχείο Cosmopolitan όταν γλίστρησε και έπεσε σε ένα πεζοδρόμιο το 2011. Την ίδια στιγμή, δεν διέθετε λογαριασμό σε Facebook και Twitter, αλλά μπορούσε να ξοδεύει 14 ώρες μπροστά από ένα μηχάνημα video poker. Πόνταρε το βράδυ και κοιμόταν το πρωί. Αυτή ήταν η ζωή του.
    Αυτός ο πρώην ταχυδρομικός υπάλληλος και εφοριακός που πλούτισε τελικά μέσα από το real estate ζούσε μια πολύ μοναχική ζωή. Μια ζωή που για πρώτη φορά ήρθε στο φως της δημοσιότητας όταν την Κυριακή 1η Οκτωβρίου σκόρπισε τον όλεθρο, σκοτώνοντας 58 ανθρώπους και τραυματίζοντας πάνω από 500. Ανθρώπους τους οποίους δεν γνώριζε προσωπικά και οι οποίοι παρακολουθούσαν αμέριμνοι ένα φεστιβάλ κάντρι μουσικής στην καρδιά του Λας Βέγκας. Το μεθοδικό μυαλό του αυτή τη φορά είχε γλιστρήσει στην απέναντι πλευρά, καταστρώνοντας με κάθε λεπτομέρεια την πιο βαριά σε απώλειες ένοπλη επίθεση στην Ιστορία των ΗΠΑ. Ετσι, το βράδυ της Κυριακής, στις 22.08 τοπική ώρα (08.08 ώρα Ελλάδας), από τη σουίτα δύο δωματίων την οποία είχε νοικιάσει στον 32ο όροφο του ξενοδοχείου Mandalay Bay Resort & Casino, άρχισε να πυροβολεί ασταμάτητα στο πλήθος επί 10 ολόκληρα λεπτά.
     Οταν στις 11.20 οι άνδρες των ειδικών δυνάμεων (SWAT), χρησιμοποιώντας εκρηκτικά, παραβίασαν την πόρτα της σουίτας του, τον βρήκαν να κείτεται νεκρός στο δάπεδο. Φορούσε γάντια. Το συνήθιζε για να προστατεύει το ευαίσθητο δέρμα του. Είχε προλάβει να αυτοπυροβοληθεί. Ενα κομμάτι χαρτί με σημειωμένους αριθμούς βρέθηκε σε ένα τραπέζι δίπλα στο νεκρό σώμα του. Οπως αποκαλύφθηκε, σε αυτό είχε σημειώσει την απόσταση, το υψόμετρο στο οποίο βρισκόταν και τη γωνία υπό την οποία θα έπεφταν οι σφαίρες στο πλήθος. Ηθελε όσο το δυνατόν περισσότερα θύματα.
    «Μακάρι να μπορούσα να πω ότι ήταν ένα καθίκι τον οποίο μισούσα και αν μπορούσα θα τον σκότωνα με τα ίδια μου τα χέρια. Αλλά δεν μπορώ να το πω» δήλωσε αργότερα στην εφημερίδα «Τhe New York Times» συγκλονισμένος ο μικρότερος αδελφός του, Ερικ. «Δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος. Πρέπει να ανακαλύψουμε τι του συνέβη. Κάτι πρέπει να συνέβη στον αδελφό μου» επέμενε.
    Ποια ήταν τα κίνητρα του 64χρονου συνταξιούχου με το λευκό ως τότε ποινικό μητρώο; Μέχρι στιγμής αναζητείται απάντηση στον γρίφο. Το Ισλαμικό Κράτος μπορεί να έσπευσε να αναλάβει την ευθύνη της επίθεσης, διαβεβαιώνοντας πως ο Αμερικανός ήταν «ένας στρατιώτης του Χαλιφάτου», ο οποίος είχε προσηλυτιστεί στο Ισλάμ πριν από μερικούς μήνες, η εκδοχή αυτή όμως φαίνεται να έχει απορριφθεί από το FBI. Oι ειδικοί εκτιμούν ότι αντιμετώπιζε κάποια σοβαρότατη ψυχική νόσο, η οποία ποτέ δεν είχε διαγνωστεί επισήμως. Σημειώνεται ότι στη σουίτα του ξενοδοχείου βρέθηκαν χάπια Valium, ένα σκεύασμα που επιστρατεύεται για σειρά ψυχικών παθήσεων, από κρίσεις άγχους ως κρίσεις πανικού. Παρ’ όλα αυτά, μολονότι οι Αρχές έχουν εξετάσει εκατοντάδες μάρτυρες, πιάνοντας το νήμα της ζωής του από τη γέννηση ως τον θάνατό του, το μυστήριο παραμένει. «Φανταστήκαμε ότι θα ανακαλύπταμε κάποια ιδεολογία, κάποιο οικονομικό, πολιτικό ή κοινωνικό κίνητρο. Κάποιον ιατρικό λόγο. Αλλά ακόμη δεν έχουμε βρει τίποτε» αναγκάστηκε να παραδεχθεί ο Κέβιν Μακ Μάχιλ από τη Μητροπολιτική Αστυνομία του Λας Βέγκας.
    Ακόμα και η σύντροφός του, η 62χρονη Μαριλού Ντάνλεϊ, δεν μπόρεσε να φωτίσει τα αίτια του μακελειού όταν έφθασε στις ΗΠΑ από τις Φιλιππίνες όπου βρισκόταν. Δήλωσε ότι αγνοούσε παντελώς πως εκείνος σχεδίαζε μια τέτοια επίθεση. Σύμφωνα με την ίδια, ο Πάντοκ τής βρήκε ένα φθηνό αεροπορικό εισιτήριο για τις Φιλιππίνες, ώστε να δει την οικογένειά της. Μάλιστα ο δράστης φαίνεται ότι της έστειλε ένα έμβασμα ύψους 100.000 δολαρίων λέγοντας ότι «προορίζονταν για να αγοράσω ένα σπίτι για εμένα και την οικογένειά μου», και η ίδια ανησυχούσε γιατί φοβόταν ότι αυτά τα χρήματα ήταν ένας τρόπος για να τη χωρίσει. Στην κατάθεσή της ωστόσο υπήρχε ένα ενδιαφέρον σημείο. Φαίνεται να είχε παρατηρήσει κάποια ανησυχητικά σημάδια στη συμπεριφορά του. «Δήλωσε ότι ξάπλωνε στο κρεβάτι βογκώντας και ουρλιάζοντας «Ω, Θεέ μου»» επισήμανε ένας πρώην αξιωματούχος του FBI μιλώντας στο ΝBC News.
     Μπορεί όμως αυτό να εξηγήσει το πώς φτάσαμε σε ένα λουτρό αίματος με 58 νεκρούς; Μάλλον όχι. Και εδώ οι θεωρίες συνωμοσίας καλά κρατούν. Ως και το τραγούδι «Me and My Monkey» του Ρόμπι Γουίλιαμς επιστρατεύθηκε. Ομολογουμένως υπάρχουν κάποιες ανατριχιαστικές ομοιότητες. Στους στίχους ο ήρωας έκανε check-in σε δωμάτιο του 33ου ορόφου του Mandalay Bay Hotel στο Λας Βέγκας, κουβαλώντας ένα όπλο. «Ξεκινήσαμε για το ξενοδοχείο Mandalay Bay/ Ρώτησα τον γκρουμ αν θα δέχονταν και τη μαϊμού μαζί μου/ Κοίταξε στη θέση του συνοδηγού και με ένα χαμόγελο είπε/ «Αν η μαϊμού σας έχει τόσα λεφτά, κύριε, τότε και εμείς έχουμε κρεβάτι για μαϊμούδες!». Ιδιο ξενοδοχείο, ένας όροφος διαφορά. Και το τραγούδι συνεχίζει: «Οδηγούμαστε στην αναζήτηση του ήλιου / Εγώ και η μαϊμού μου / Δεν θέλουμε να σκοτώσουμε κανέναν Μεξικανό / Αλλά έχουμε δέκα δάχτυλα που φαγουρίζουν / Και ένα μόνο θέλω να δηλώσω / Οταν η μαϊμού έχει κάψες / Μην την κοιτάς, μην την κοιτάς / Μην την κοιτάς…».
    Γιος ενός ληστή τραπεζών και μιας γραμματέως, ο Πάντοκ γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1953 και μεγάλωσε στη Νότια Καλιφόρνια σε μια οικογένεια χωρίς ιδιαίτερη οικονομική άνεση. Από πολύ μικρός συνειδητοποίησε ότι δεν πρέπει να βασίζεται σε κανέναν. Ηταν ο μεγαλύτερος από τα τέσσερα αγόρια της οικογένειας. Ο πάτερ φαμίλιας ήταν ο διαβόητος Πάτρικ Μπέντζαμιν Πάντοκ. Το πλούσιο ποινικό μητρώο του περιελάμβανε ακάλυπτες επιταγές, κλοπές αυτοκινήτων και ληστείες τραπεζών – όταν το 1969 απέδρασε από τη φυλακή, κατάφερε να εισχωρήσει και στη λίστα με τους πιο καταζητούμενους φυγάδες του FBI. H υπηρεσία τον περιέγραφε σαν έναν θηριώδη άνδρα, ύψους 1,93 μ. και βάρους 111 κιλών, που «είχε διαγνωστεί με ψυχοπάθεια και είχε τάσεις αυτοκτονίας». Οταν ο Στίβεν ήταν επτά ετών, ο πατέρας του συνελήφθη για πρώτη φορά και η μητέρα του αποφάσισε να μετακομίσει στη Νότια Καλιφόρνια. Τα αγόρια μεγάλωσαν στριμωγμένα, με τον μισθό της μητέρας τους. Το γάλα που έπιναν ήταν πάντοτε σε σκόνη, σαφώς λιγότερο γευστικό, αλλά πολύ φθηνότερο. Η μητέρα τους ποτέ δεν τους εξήγησε πού βρισκόταν ο πατέρας τους, ο οποίος πέθανε τελικά το 1988 εκτός φυλακής. «Το κρατούσε μυστικό από την οικογένεια» δήλωσε ο αδελφός του δράστη, Πάτρικ Πάντοκ, στους δημοσιογράφους.  
    Οι συμμαθητές του θυμούνται τον Στίβεν Πάντοκ σαν έξυπνο, αλλά και αρκετά αλαζονικό άτομο. Οταν στο πλαίσιο ενός μαθήματος τους ζητήθηκε να φτιάξουν μια μικρή ξύλινη γέφυρα χωρίς να χρησιμοποιήσουν κόλλα, εκείνος χρησιμοποίησε. «Ηθελε να δημιουργήσει την ισχυρότερη γέφυρα και δεν τον ενδιέφερε το μέσο με το οποίο θα έφτανε στον σκοπό του» δήλωσε ένας συμμαθητής του στην εφημερίδα «Τhe Νew York Times», ανακαλώντας στη μνήμη του το περιστατικό.
     Tελικά ο Πάντοκ σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων στο California State University, δουλεύοντας παράλληλα τα βράδια, και πέρασε τη δεκαετία των είκοσι προσπαθώντας να βγάλει χρήματα μέσα από διάφορες δουλειές. Το 1987, όταν αποφάσισε να ασχοληθεί με το real estate, επιτέλους ο στόχος ζωής επετεύχθη και έγινε πλούσιος. Ξεκίνησε να αγοράζει και να ανακαινίζει κτίρια σε φτωχικές συνοικίες του Λος Αντζελες – άλλαζε τα υδραυλικά και εγκαθιστούσε συστήματα κλιματισμού μόνος του. Οι επενδύσεις του πήγαν πολύ καλά, αποφέροντας εκατομμύρια. Ο αδελφός του, Ερικ, μάλιστα έγινε συνέταιρος στην εταιρεία. «Τέτοιος άνθρωπος ήταν» έσπευσε να δηλώσει σήμερα. Οι επενδύσεις του συνεχίστηκαν και κέρδισε χρήματα και στο Τέξας. Το 2012 πούλησε ένα συγκρότημα 110 διαμερισμάτων αντί 8,3 εκατ. δολαρίων. Για ένα διάστημα ασχολήθηκε και με την ενοικίαση των ιδιοκτησιών του. Ολοι τον θυμούνται σαν έναν δίκαιο ιδιοκτήτη που δεν ανέβαζε τις τιμές των ενοικίων στα ύψη και γνώριζε τα ονόματα των ενοικιαστών του. Ο ίδιος φρόντιζε την περιουσία του και ήταν ιδιαίτερα οικονόμος. Βέβαια τον θυμούνται στις ταραχές που ξέσπασαν τη δεκαετία του 1990 στο Λος Αντζελες να ανεβαίνει στη στέγη ενός διαμερίσματος φορώντας αλεξίσφαιρο γιλέκο και κρατώντας όπλο, περιμένοντας έτοιμος τους ταραξίες σε περίπτωση που τολμούσαν να πειράξουν την ιδιοκτησία του.
     Και όσο η περιουσία του αυξανόταν, η προσωπική του ζωή πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Υστερα από δύο αποτυχημένους γάμους στράφηκε στα τυχερά παιχνίδια. Του άρεσε η περιποίηση, ήθελε να παρακολουθεί σόου, να τρώει καλό φαγητό, απολάμβανε τη δουλικότητα των ανθρώπων του καζίνου που σε κάνει να νιώθεις τόσο άνετα προκειμένου να χάσεις τη διάσταση του χώρου και του χρόνου και να ποντάρεις όσο το δυνατόν περισσότερα: «Κύριε Πάντοκ, θα θέλατε ένα μπολ με τις καλύτερες γαρίδες που έχετε δοκιμάσει ποτέ;». Ναι, ο τζόγος τον έκανε να νιώθει σημαντικός, ακόμα και εξωστρεφής, κοινωνικός. Μπορούσε να καταλύει σε ξενοδοχεία του Λας Βέγκας επί τέσσερις μήνες και απλώς να παίζει. Δεν ήταν ανόητος. Δεν δοκίμαζε την τύχη του σε κουλοχέρηδες ή φρουτάκια, αλλά στο video poker, ένα παιχνίδι που προϋποθέτει ικανότητες από την πλευρά του παίκτη. Δεν υπήρξε καμία οικονομική καταστροφή. Ο λόγος της επίθεσης δεν ήταν το μένος του εναντίον των καζίνων του Λας Βέγκας. Τι τον όπλισε λοιπόν;
     
    Ηταν φανερό ότι ο Στίβεν Πάντοκ ζούσε μια δεύτερη, μυστική ζωή. Από το 1982 ξεκίνησε να αγοράζει όπλα. Στη σουίτα του ξενοδοχείου Mandalay Bay, από το οποίο σάρωσε το πλήθος, βρέθηκαν 23 τυφέκια και πιστόλια. Αργότερα οι Αρχές ανακάλυψαν και άλλα. Συνολικά, το οπλοστάσιό του διέθετε 47 όπλα, εκ των οποίων τα 33 είχαν αγοραστεί μόλις τον τελευταίο χρόνο, τα περισσότερα από ένα κατάστημα στη μικρή πόλη Μέσκιτ, το οποίο έφερε – τι ειρωνεία – το όνομα «Guns & Guitars». Κανένα όμως καμπανάκι δεν χτύπησε στο υποτυπώδες σύστημα ελέγχου οπλοκατοχής, το οποίο ενημερώνει τις Αρχές μόνο αν το ίδιο άτομο αγοράσει δύο όπλα την ίδια ημέρα ή με χρονική απόσταση μικρότερη των πέντε ημερών.
    Και όσο λοιπόν το FBI αναζητεί τα κίνητρα και ανακαλύπτει ότι ο Πάντοκ μάλλον σχεδίαζε να χτυπήσει ήδη από τον περασμένο Αύγουστο στο Σικάγο, όταν έκανε κράτηση δωματίου στο ξενοδοχείο Blackstone με θέα το φεστιβάλ Lollapalooza, στο οποίο σημειωτέον παρευρέθηκε και η μεγάλη κόρη του Μπαράκ Ομπάμα, Μαλία, ένα μόνο είναι σίγουρο: πραγματοποίησε την επίθεση ακριβώς επειδή απλώς μπορούσε να το κάνει. Μπορούσε επειδή οι ΗΠΑ δεν τολμούν να κοιτάξουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη κατάματα, εξετάζοντας σοβαρά το θέμα της οπλοκατοχής. Από τον Ντόναλντ Τραμπ δύσκολα βέβαια να περιμένει κανείς κάτι. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, ύστερα από ένα ακόμα μακελειό, απλώς περιορίστηκε να πει ότι η κυβέρνησή του θα εξετάσει πολύ σύντομα εάν και κατά πόσον θα θέσει εκτός νόμου ή θα επιβάλει περιορισμούς στις πωλήσεις των λεγόμενων bump stocks, των ειδικών δηλαδή κοντακίων για ημιαυτόματα τυφέκια που επιτρέπουν στους κατόχους τους να τα χρησιμοποιούν σαν αυτόματα.
     
    Ο Πάντοκ είχε εφοδιάσει κάποια από τα τυφέκιά του με το επίμαχο εξάρτημα που του επέτρεπε να ρίχνει εναντίον του πλήθους κατά ριπάς. Το πρόβλημα όμως δεν είναι αυτό. Το πρόβλημα είναι η νοοτροπία μιας συντηρητικής Αμερικής και μιας πανίσχυρης Εθνικής Ενωσης Οπλων (NRA) που υποστηρίζει το «δικαίωμα του λαού να φέρει όπλα», όπως αυτό κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα των ΗΠΑ και τη Δεύτερη Τροπολογία του.
     Οπως και να έχει, ο γρίφος πίσω από τα κίνητρα του δράστη της πιο πολύνεκρης ένοπλης επίθεσης των ΗΠΑ παραμένει. Oι Αρχές προς το παρόν δεν μπορούν να δώσουν μία σαφή απάντηση. Φαντάζει σαν ο ίδιος ο Πάντοκ να φρόντισε να μείνουν τα βαθύτερα ελατήριά του αθέατα. Δεν επέλεξε να αφήσει ένα σημείωμα αυτοκτονίας, ούτε κάποιο παρανοϊκό μανιφέστο, ούτε καν ένα κακοφτιαγμένο βίντεο στα social media, ενώ η ίδια του η οικογένεια «εύχεται» η νεκροψία να δείξει έναν όγκο στον εγκέφαλο που θα ερμηνεύσει κάπως τις πράξεις του.
    Και παρότι σε καθημερινή βάση ο διεθνής Τύπος δημοσιεύει νέα ψήγματα πληροφορίας για τις τελευταίες κινήσεις του δράστη – όπως ότι ίσως σκόπευε να ανατινάξει δεξαμενή υγρών καυσίμων ή ότι στη σουίτα του βρέθηκαν αλεξίσφαιρα γιλέκα – το αίνιγμα Πάντοκ παραμένει προσώρας άλυτο. Ισως μέρος της εξήγησης να κρύβεται στα λόγια του ίδιου του τού αδελφού, Ερικ: «Αν ο Στιβ αποφάσιζε ότι ήταν ώρα για τον Στιβ να φύγει, ο Στιβ σηκωνόταν και έφευγε. Εκανε αυτό που ήθελε όταν ήθελε να το κάνει. O Στιβ ήταν άνθρωπος που αγαπούσε την ιδιωτικότητα – γι’ αυτό δεν μπορείτε να βρείτε κανένα κίνητρο».
    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    BHMAgazino
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk