1917: Η πορφυρογέννητη «σοσιαλίστρια»

«Είμαι κόρη και μάνα της Ινδίας».

«Είμαι κόρη και μάνα της Ινδίας». Ετσι της άρεσε να λέει, και αυτό ήταν, μαζί με πολλά άλλα, η Ιντιρα Γκάντι. Από τις πρώτες γυναίκες αρχηγούς κρατών στην Ιστορία, και μάλιστα της πολυπληθέστερης δημοκρατίας του κόσμου, με οξύ πολιτικό ένστικτο, σιδηρά πυγμή αλλά και αυταρχικές τάσεις, άφησε τη σφραγίδα της στον 20ό αιώνα, έχοντας εκλεγεί τέσσερις φορές πρωθυπουργός στη βαθιά πατριαρχική Ινδία των 700 εκατομμυρίων ανθρώπων.
Πορφυρογέννητη, δυναμική και αμφιλεγόμενη μέχρι το τέλος, ήταν κόρη του Τζαουαχαρλάλ Νεχρού, στενού φίλου και συνεργάτη του Μαχάτμα Γκάντι, και πρώτου πρωθυπουργού της ανεξάρτητης Ινδίας. Μαζί τους, η Ιντιρα έζησε από πρώτο χέρι τους αγώνες για ανεξαρτησία από τη Βρετανική Αυτοκρατορία και το εκρηκτικό κλίμα της εποχής.
Αλλά αντίθετα από τον φιλόσοφο και στοχαστή της συμφιλίωσης Νεχρού, η κόρη ήταν μια γυναίκα της δράσης, που βασιζόταν μάλλον στο πολιτικό ένστικτο παρά στις βαθιές σκέψεις. Συνεχίζοντας την παράδοση της οικογένειας, κάνει δυναμική είσοδο στην πολιτική σκηνή τη δεκαετία του 1960 και εκλέγεται πρωθυπουργός ξανά και ξανά με μεγάλη, φανατική λαϊκή βάση, αλλά και ορκισμένους εχθρούς.
«Ιντιρα είναι η Ινδία, και Ινδία η Ιντιρα» παραληρούσαν τα πλήθη των οπαδών της. Και πραγματικά, ήταν για δεκαετίες η ενσάρκωση της σύγχρονης Ινδίας. Μια «ιδεαλίστρια δίχως αυταπάτες», που κατάφερε να διατηρήσει – χωρίς να αποφύγει τον αυταρχισμό και την προσφυγή στη βία – την ενότητα μιας τεράστιας χώρας, που αποτελεί ένα απίστευτο μωσαϊκό εθνοτήτων, φυλών και θρησκειών.
Αγαπήθηκε πολύ και μισήθηκε όσο λίγοι από τους αντιπάλους της που την έβλεπαν σαν απόλυτο σύμβολο διαφθοράς, εξουσιομανίας, εθνικισμού και απολυταρχισμού.

Σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις

Στην πρώτη περίοδο, από το 1967 και μετά, η Ιντιρα συνέχισε το πρόγραμμα εκβιομηχάνισης του Νεχρού, εθνικοποιώντας μεγάλες τράπεζες. Αρχίζει σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις για την καταπολέμηση της φτώχειας, της πείνας και του αναλφαβητισμού, και βάζει μπρος την «Πράσινη Επανάσταση», μέσω της οποίας η Ινδία μεταμορφώνεται από χώρα που μαστίζεται από μόνιμα προβλήματα υποσιτισμού σε μεγάλο εξαγωγέα αγροτικών προϊόντων.
Στην εξωτερική πολιτική, ηγείται του κινήματος των Αδεσμεύτων, κόβοντας την οικονομική εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Αντιπαθεί βαθιά τον Ρίτσαρντ Νίξον και ανοίγει στρατηγικές σχέσεις με την ΕΣΣΔ. Εγκαινιάζει το πυρηνικό πρόγραμμα της Ινδίας και το 1971 επεμβαίνει στρατιωτικά υπέρ του Ανατολικού Πακιστάν. Κερδίζει τις ένοπλες δυνάμεις του Δυτικού Πακιστάν, το οποίο έχει τη στήριξη της Ουάσιγκτον, και παίζει καθοριστικό ρόλο στη «γέννηση» του ανεξάρτητου Μπανγκλαντές.
Την ίδια χρονιά, σαρώνει πάλι στις κάλπες. Ηταν ένας θρίαμβος που βασίστηκε στην εκστρατεία «Εξάλειψη της Φτώχειας», με κρατικά προγράμματα πολλών εκατομμυρίων για υποβαθμισμένες περιοχές και απόρους. Αλλά η αλήθεια είναι πως μόλις το 4% των χρημάτων πήγε στην καταπολέμηση της φτώχειας. Η μερίδα του λέοντος χρηματοδότησε ένα ισχυρό δίκτυο, που προωθούσε την προεκλογική καμπάνια της Γκάντι.

Διαφθορά και αυταρχισμός
Ηταν η αρχή της πτώσης. Η συντηρητική αντιπολίτευση καταγγέλλει τις διεφθαρμένες πρακτικές του Κόμματος του Κογκρέσου στις εκλογές του 1971 και σε συνδυασμό με την αμφιλεγόμενη παρέμβαση στον πόλεμο του Πακιστάν προκαλεί πολιτική κρίση διαρκείας. Τελικά, τον Ιούνιο του 1975, το Ανώτατο Δικαστήριο του Αλαχαμπάντ καταδικάζει το κυβερνών κόμμα για εκλογική απάτη, καθαιρώντας την Γκάντι από την πρωθυπουργία.
Η Ιντιρα δείχνει τώρα το σκοτεινό πρόσωπό της. Κηρύσσει την Ινδία σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, κάνοντας χρήση δικαιώματος που της παρέχει το Σύνταγμα, και αναλαμβάνει έκτακτες εξουσίες, καταργώντας ουσιαστικά τη δημοκρατία και τις πολιτικές και ατομικές ελευθερίες. Στους 21 μήνες που ακολουθούν η Γκάντι διευθύνει ένα αστυνομικό κράτος διώξεων πολιτικών αντιπάλων και αντιφρονούντων. Πολλοί φυλακίζονται και βασανίζονται.
Χρησιμοποιεί δημόσια και ιδιωτικά ΜΜΕ για προπαγάνδα, κλείνει πολλά τοπικά κοινοβούλια και κηρύσσει παράνομα 20 πολιτικά κόμματα. Επιβάλλει και σειρά αντιλαϊκών μέτρων, όπως η υποχρεωτική στείρωση μέρους του πληθυσμού και η κατεδάφιση παραγκουπόλεων με στόχο τον «εκσυγχρονισμό».
Μετά από τρεις συνεχόμενες τέτοιες περιόδους έκτακτης ανάγκης, προκηρύσσει το 1977 εκλογές, στις οποίες συντρίβεται από τον συνασπισμό Τζανάτα, που κατεβαίνει με σύνθημα «δημοκρατία με εμάς ή δικτατορία με την Γκάντι». Χαμένη για πρώτη φορά στις κάλπες, η «γυναίκα», όπως την αποκαλούν περιφρονητικά οι εχθροί της, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Και εδώ είναι που η Ιντιρα αποδεικνύει το τεράστιο ταλέντο της: εκμεταλλεύεται τη δίωξή της για να κάνει την μεγάλη επιστροφή. Παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως θύμα, θυμίζει τα επιτεύγματά της, ζητεί συγγνώμη για τα λάθη και ξανακερδίζει τη συμπάθεια των Ινδών.
Ο λαός την εκλέγει πανηγυρικά και πάλι πρωθυπουργό το 1980, καθώς η επαρχία Πουντζάμπ, στα σύνορα με το Πακιστάν, είναι σε αναβρασμό, με τη θρησκευτική μειονότητα των Σιχ να διεκδικεί, και με τη βία, ανεξαρτησία από το ινδουιστικό κράτος. Οταν εξτρεμιστές Σιχ καταλαμβάνουν το Χρυσό Τέμενος του Αμριτσάρ, τον ιερότερο ναό τους, η Ιντιρα δεν διστάζει. Δίνει εντολή στον στρατό να επιτεθεί στο Τέμενος. Τη σφαγή, με 450 νεκρούς, θα ακολουθήσουν διωγμοί, συλλήψεις και βασανιστήρια χιλιάδων Σιχ. Η Γκάντι θα το πληρώσει με τη ζωή της: στις 31 Οκτωβρίου του 1984 πέφτει νεκρή στον κήπο του σπιτιού της στο Δελχί, από δύο σιχ σωματοφύλακές της που τη γαζώνουν με σφαίρες.

Η ζωή της

1917: Γεννιέται στο Αλαχαμπάντ της Ινδίας, εγγονή και κόρη Νεχρού, πολιτικών ηρώων της εθνικής ανεξαρτησίας από τη Βρετανική Αυτοκρατορία.

1942: Παρά την αντίθεση του πατέρα της, παντρεύεται τον Παρσί (ζωροάστρη) δημοσιογράφο και πολιτικό Φερόζ Γκάντι (απλή συνωνυμία με τον Μαχάτμα).
1947: Γίνεται το δεξί χέρι του πατέρα της που ορκίζεται πρώτος πρωθυπουργός της ανεξάρτητης Ινδίας.
1959: Εκλέγεται πρόεδρος του Κόμματος του Κογκρέσου.
1966: Εκλέγεται για πρώτη φορά πρωθυπουργός, αξίωμα που θα κατέχει επί συνολικά 15 χρόνια (1966-1977 και πάλι από το 1980 μέχρι τη δολοφονία της).
1971: Επεμβαίνει στρατιωτικά υπέρ του Ανατολικού Πακιστάν, κερδίζει τον πόλεμο και παίζει καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία του ανεξάρτητου Μπανγκλαντές.
1975: Κηρύσσει κατάσταση έκτακτης ανάγκης που διαρκεί 21 μήνες γεμάτους με διώξεις πολιτικών αντιπάλων. Κατηγορείται για κατάλυση της δημοκρατίας.
1980: Κάνει τη μέγαλη επιστροφή και εκλέγεται πάλι πρωθυπουργός.
1984: Δίνει εντολή για τη σφαγή στο Χρυσό Τέμενος της μειονότητας Σιχ που θέλει ανεξαρτησία. Στα τέλη της ίδιας χρονιάς, δολοφονείται από δύο σιχ σωματοφύλακές της.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk