Μπρος πασάς και πίσω σουλτάνος

Οταν κάποτε ρώτησα τον σμυρνιό φίλο μου για την προέλευση και την κατάσταση των ανθρώπων που με δέκα τσιμεντόλιθους έστηναν μέσα σε μια νύχτα το «νοικοκυριό» τους στα υψώματα γύρω από τη Σμύρνη,

Μπρος πασάς και πίσω σουλτάνος | tovima.gr
Οταν κάποτε ρώτησα τον σμυρνιό φίλο μου για την προέλευση και την κατάσταση των ανθρώπων που με δέκα τσιμεντόλιθους έστηναν μέσα σε μια νύχτα το «νοικοκυριό» τους στα υψώματα γύρω από τη Σμύρνη, η απάντησή του ήταν απαξιωτικά μονολεκτική: «cahiller» – βαρύς κι ασήκωτος χαρακτηρισμός για τους «αμαθείς» και τους «αθλίους» που εγκαταλείπουν την αυστηρή ενδοχώρα της Ανατολίας για να συνωστισθούν, μεταξύ βιοτικής φθοράς και αφθαρσίας, στις κοχλάζουσες ανισότητες μεγαλουπόλεων όπως η Κωνσταντινούπολη και η Σμύρνη.
Ο Μπιουλέντ πήγε σε σχολείο που στήριζε οικονομικά ο στρατός, είναι ευκατάστατος επιχειρηματίας, έχει σπουδάσει δύο από τα τρία παιδιά του στην ευρωπαϊκή Δύση, έχει διακεκριμένη αλλεργία, μαζί με τη γυναίκα του, στη μουσουλμανική μαντίλα, πίνει νερό στο όνομα του Κεμάλ και του κοσμικού κράτους, μορφάζει επώδυνα όταν βλέπει Ερντογάν στην τηλεοπτική οθόνη και όσες φορές τον συνάντησα τα τελευταία χρόνια δεν παρέλειψε ποτέ να μου αναλύσει τους κινδύνους που διατρέχει η Τουρκία όσο «αυτός είναι επάνω». Το ίδιο και η «καλή κοινωνία» στρατιωτικών, δικαστικών και καθηγητών που φιλόξενα και γενναιόδωρα προσκαλούσε στο σπίτι του για να τιμήσει τον φίλο του έλληνα καθηγητή κάθε φορά που τον επισκεπτόμουν. Και τις τελευταίες μέρες αναρωτήθηκα συχνά αν κάποιοι από αυτούς νιώθουν σήμερα τη γη ασταθή κάτω από τα πόδια τους στο μετασεισμικό τοπίο της ερντογανικής Τουρκίας.
Αλλά ανακαλώντας αυτές τις μέρες στη μνήμη μου εκείνο το μειωτικό «cahiller», συνειδητοποιώ για άλλη μια φορά τη μοιραία αδυναμία του Μπιουλέντ και των φίλων του να αντιληφθούν ότι μερικές δεκάδες εκατομμύρια Τούρκων, στην ενδοχώρα της Ανατολίας ή αλλού, ένιωθαν παιδιά ενός κατώτερου Αλλάχ τον καιρό που το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα και οι «πασάδες» του στρατιωτικού κατεστημένου διαφέντευαν μια χώρα όπου τα κεμαλικά ρετιρέ και τα ημιυπόγεια των «cahiller» μοιράζονταν ελάχιστα πράγματα πλην της ευάλωτης, και συνθηματοποιημένης σε όλη την επικράτεια, ψωροπερηφάνιας «του να είσαι Τούρκος». Αργά ή γρήγορα οι καιροί θα ανέβαζαν στον αφρό κάποιον που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα φρόντιζε για την οντότητα μιας πλειοψηφίας η οποία, στο κάτω κάτω, από πολιτισμική και θρησκευτική άποψη διεκδικούσε την αυθεντικότητα απέναντι στην επίκτητη νεωτερικότητα μιας (συχνά ατελώς) εκκοσμικευόμενης κεμαλικής ελίτ. Γι’ αυτό ο Ταγίπ Ερντογάν ήταν το χρονικό μιας προαναγγελθείσης στροφής, έστω και αν τώρα, στο φως των συντελεσμένων, πολλοί φοβούνται ότι επρόκειτο για στροφή όπου ελλόχευε το ατύχημα.
Θα ήταν, νομίζω, ανακριβές να προσάψει κανείς κοινό «λαϊκισμό» στον Ταγίπ Ερντογάν, αν με τον όρο αυτόν εννοεί πολιτική χειραγώγηση και υστερόβουλο τακτικισμό από τη μεριά κάποιου που κατά τα άλλα δεν ήταν ποτέ οικείος με τα ανακλαστικά και τα βιώματα που κανοναρχούν το ήθος του λαού. Γιατί ο Ερντογάν είναι δημοφιλής ακριβώς επειδή ο χαρακτήρας του φαίνεται καλά συντονισμένος με την ιδιοσυγκρασία και τη λειτουργική «μυθολογία» του μέσου Τούρκου: είναι επιθετικά παρορμητικός («fevri» είναι ο χαρακτηρισμός που διακινούν σταθερά οι άσπονδοι φίλοι του), είναι πεπεισμένος (με τη συμπλεγματική πεποίθηση του μέσου Τούρκου) ότι οι Τούρκοι δικαιούνται μερίδιο στο «περιούσιον», δεν έχει αμφιβολία ότι οι μιναρέδες που λογχίζουν τον τουρκικό ουρανό είναι εχέγγυο ηθικής υπεροχής απέναντι σε μια Δύση την οποία μοιάζει να ερμηνεύει κυρίως με όρους οικονομικής ευκαιρίας, ρέπει σταθερά σε ρητορική ισχύος και αντεκδίκησης και, ακόμη και ως κορυφαίο δημόσιο πρόσωπο, εκφέρει λόγο έντονα θυμικό με καφενειακού τύπου ευθείες αποστροφές προς τους πολιτικούς του αντιπάλους ή προς τους ευρωπαίους και αμερικανούς ηγέτες που δυσκολεύονται να κατανοήσουν τις αρετές της δημοκρατίας του. Στα χρόνια που επισκέπτομαι την Τουρκία είχα άφθονες ευκαιρίες να διαπιστώσω πόσο διαδεδομένο είναι αυτό το «σετ» χαρακτηριστικών ανάμεσα στον γενικό πληθυσμό – ή, μάλλον, πόσο αντιπροσωπευτικά το ενσαρκώνει ο Ερντογάν.
Αν με τον Ερντογάν η Τουρκία μοιάζει τώρα να απομακρύνεται από την Ευρώπη είναι, μεταξύ άλλων, και επειδή ο «Σουλτάνος» της, άλλοτε εξ επιλογής και άλλοτε παρορμητικά, άφησε να φανεί κάτι από το ιθαγενές τρίχωμα του γκρίζου λύκου κάτω από το ξεθωριασμένο φιλοευρωπαϊκό βερνίκι. Από την άλλη μεριά, ωστόσο, αναρωτιέται κανείς αν και σε ποιο βαθμό ο κεμαλισμός κατόρθωσε να διαμορφώσει μια ιθύνουσα κοινωνική τάξη η οποία, πέρα από τις επιδερμικότητες του νεοπλουτίστικου μιμητισμού, μπορεί να διαπραγματευθεί και να κεφαλαιοποιήσει με επιτυχία τις λεπτές και δύσκολες ισορροπίες (τόσο τις πολιτισμικές όσο και τις πολιτικές) του δυτικού φιλελευθερισμού. Το πρόβλημα είναι ότι, ανάμεσα σε «πασάδες» και «σουλτάνο», το μεγαλύτερο μέρος της ερντογανικής πλειοψηφίας δεν μοιάζει να έχει διαμορφώσει υποδοχές για μερικά από τα κρισιμότερα προτάγματα της δυτικής, κοινωνικής και πολιτικής, κουλτούρας, την ώρα που οι πρώην και νυν προνομιούχοι, προσήλυτοι, υποτίθεται, σε ευρωπαϊκότερα ήθη, ζουν στο είδος του πολιτισμικού κενού που, έμμεσα ή άμεσα, απαθανατίζουν τα τουρκικά σίριαλ: ορέγονται την καταναλωτική «γκλαμουριά» αλλά, αν τον έχουν ακουστά, δεν ξέρουν ποιος και τι ακριβώς είναι ο Ορχάν Παμούκ.
Πόσο μεγάλη είναι και τι επιρροή ασκεί η ευγενής μειονότητα των σχετικά νεότερων Τούρκων που, πολιτισμικά και πολιτικά νοήμονες, δυσφορούν στον ενδιάμεσο χώρο δεν είναι εύκολο να το υπολογίσει κανείς. Αλλά συζητώντας μαζί τους, πέρα από την αίσθηση άνετης οικειότητας, αισθάνεσαι ότι έχεις να κάνεις με ώριμους, σοβαρούς και ενημερωμένους ανθρώπους που τους αξίζει κάτι πολύ καλύτερο από αυτό που βιώνουν μέσα στην καθημερινότητα της σημερινής τουρκικής κοινωνίας. Συζητώντας με ορισμένους από αυτούς ένιωσα το είδος της απροκατάληπτης και ειλικρινούς ευμένειας εξαιρετικά πολιτισμένων ανθρώπων απέναντι στην Ελλάδα – μια στάση που, δυστυχώς, στη χώρα μας απαντά πιο σπάνια, για ευνόητους και λιγότερο ευνόητους λόγους. Δεν ξέρω αν είναι ουτοπικό ή όχι, αλλά σκέφτομαι ότι αν κάποτε αυτοί πάρουν το πάνω χέρι μέσα στην τουρκική κοινωνία, η ελληνοτουρκική «χημεία» που με ευχάριστη έκπληξη διεπίστωναν ανέκαθεν στις απροϋπόθετες επαφές τους Ελληνες και Τούρκοι, μπορεί να γίνει πολύ πιο αποτελεσματική από την επίσημη διπλωματία.
Προς το παρόν, πάντως, θυμάμαι τον ερντογανικό πρόεδρο μιας μικρής κοινότητας κοντά στην Καλλίπολη ο οποίος, αφού κέρασε με τυπικό χουβαρνταλίκι και κιμπαριλίκι, με κάλεσε να αναλογιστώ τις συνέπειες μιας κρίσης ανάμεσα στην Τουρκία των 80 και τη γειτόνισσά της των 10 εκατομμυρίων. «Αλλάχ μπιλίρ» (Ο Αλλάχ ξέρει), του απάντησα λίγο αμήχανα καθώς εκείνος κοιτούσε με ένα αδιόρατα αυτάρεσκο χαμόγελο.
O κ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής είναι ακαδημαϊκός, καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk