Βουλή: Σε κλίμα έντασης η συζήτηση για τις ραδιοτηλεοπτικές άδειες – Στο στόχαστρο της αντιπολίτευσης οι υπερεξουσίες του «υπουργού – καναλάρχη»

Σε κλίμα έντασης και με τις σοβαρές ενστάσεις της αντιπολίτευσης για την μορφή του επείγοντος που επελέγη

Σε κλίμα έντασης και με τις σοβαρές ενστάσεις της αντιπολίτευσης για την μορφή του επείγοντος που επελέγη, ξεκίνησε στις συναρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές η διαδικασία συζήτησης του νομοσχεδίου για τις ραδιοτηλεοπτικές άδειες. Η συνεδρίαση χρειάστηκε μάλιστα να διακοπεί προκειμένου να ηρεμήσουν τα πνεύματα και να εξευρεθεί κοινός τόπος. Υπενθυμίζεται ότι ο προγραμματισμός που έχει προβλεφθεί είναι να ολοκληρωθεί η επεξεργασία του νομοσχεδίου στις επιτροπές έως αύριο Τετάρτη 21 Οκτωβρίου και ακολούθως να εισαχθεί στην Ολομέλεια την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου και το Σάββατο 24 Οκτωβρίου οπότε και θα ψηφιστεί (το απόγευμα).

Ωστόσο, τόσο τα κόμματα της αντιπολίτευσης, όσο και ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Στ. Παναγούλης, ο οποίος μάλιστα σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις επείγουσες διαδικασίες αποχώρησε από την συνεδρίαση, εκφράζουν τις έντονες διαφωνίες τους για την διαδικασία της εσπευσμένης συζήτησης και ψήφισης. Και αυτό παρά την επισήμανση του υπουργού Επικρατείας Ν. Παππά, ο οποίος τόνισε ότι το εν λόγω νομοσχέδιο είχε τεθεί σε δημόσια διαβούλευση από την προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο εδώ και τρεις μήνες και ως εκ τούτου ουδείς δικαιούται να προφασίζεται ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενό του. Εκ μέρους της ΝΔ ο Ελ. Αυγενάκης τόνισε ότι «θα πρέπει να ακολουθηθεί η κανονική διαδικασία και να γίνει συζήτηση ουσίας» καθώς «δεν έχουμε πιεστικές ημερομηνίες». «Από τον περασμένο Ιανουάριο δεν έχει γίνει ούτε μία κοινοβουλευτική διαδικασία με την κανονική διαδικασία», τόνισε ο κ. Αυγενάκης τονίζοντας ότι «δεν αποτελεί προαπαιτούμενο». Διαμαρτυρήθηκε δε ότι «δεν προλάβαμε να ενημερωθούμε –χθες το βράδυ πήραμε το νομοσχέδιο», ενώ σημείωσε ότι «υπάρχει και ζήτημα αντισυνταγματικότητας». «Δεν μπορεί να νομοθετούμε εμείς σήμερα το πρωί και το απόγευμα στο Μέγαρο Μαξίμου να πραγματοποιούνται συναντήσεις γι’ αυτό το σχέδιο νόμου», είπε ο κ. Αυγενάκης, προκαλώντας την παρέμβαση του Προέδρου της Βουλής Ν. Βούτση, ο οποίος είπε ότι «είναι θέμα της κυβέρνησης το ποιούς συναντά», ενώ για τις επείγουσες διαδικασίες επικαλέστηκε τους εορτασμούς για την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου την ερχόμενη εβδομάδα, ενώ για την μεθεπόμενη εβδομάδα η κυβέρνηση έχει προγραμματίσει άλλα νομοσχέδια.

Από το ΠαΣοΚ – Δημοκρατική Συμπαράταξη ο Θ. Παπαθεοδώρου διερωτήθηκε «γιατί να συζητηθεί με την διαδικασία του επείγοντος ένα τόσο σοβαρό νομοσχέδιο;», επισημαίνοντας ότι «δεν υπάρχει λόγος να πάμε γρήγορα για ένα τέτοιο ζήτημα ποιότητας της λειτουργίας της Δημοκρατίας». Μάλιστα υποστήριξε ότι «δημιουργούνται υποψίες ότι κάποιοι θέλουν να τελειώνουν γρήγορα», σημειώνοντας ότι «δεν έχετε κανέναν λόγο να γίνει αυτό». Αλλά και από το ΚΚΕ ο Ι. Γκιόκας κάλεσε την κυβέρνηση «να εξηγήσει για ποιό λόγο αυτό το νομοσχέδιο πάει με διαδικασία υπερεπείγοντος», ενώ από το Ποτάμι ο Γ. Αμυράς, ανέφερε ότι από το νομοσχέδιο απουσιάζουν οι διατάξεις για το ραδιόφωνο. Εκ μέρους της Ένωσης Κεντρώων ο Γ. Καρράς τόνισε ότι δεν επαρκεί ο χρόνος και δεν μπορεί να υπάρχει σε τόσο λίγο χρόνο ουσιαστικός διάλογος.

Έντονη ήταν η δυσφορία που διατύπωσε ο βουλευτής της πλειοψηφίας Στ. Παναγούλης χαρακτηρίζοντας την επείγουσα διαδικασία απαράδεκτη γι’ αυτό και αποχώρησε. Για «λόγους εντυπώσεων από τους αρνητές» έκανε λόγο ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Σ. Φάμελος, λέγοντας ότι «εδώ και οκτώ μήνες συζητείται το νομοσχέδιο αυτό, το οποίο ανακοινώθηκε ακόμα και από τον πρωθυπουργό». «Όσοι δεν παρακολουθούν την νομοθετική διαδικασία και τις ανακοινώσεις, να απολογηθούν στο λαό», σημείωσε χαρακτηριστικά, ενώ παίρνοντας τον λόγο ο υπουργός Επικρατείας Ν. Παππάς τόνισε ότι «η κυβέρνηση επιδιώκει και αναλυτικό διάλογο και ευρύτερες συναινέσεις», υπενθυμίζοντας ότι το επίμαχο νομοσχέδιο είναι σε διαβούλευση εδώ και τρεις μήνες. «Υπήρχε αρκετός χρόνος και έχουν ανταλλαγεί και πολιτικά πυρά μάλιστα, τα οποία είναι και καλοδεχούμενα», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι «ουδείς δικαιούται να κάνει τον έκπληκτο». Όσον αφορά τις συναντήσεις που επικαλέστηκε ο κ. Αυγενάκης, είπε ότι «οι συναντήσεις μας δεν γίνονται εν κρυπτώ» και ότι είναι «στοιχειώδης υποχρέωσή μας να συζητήσουμε με τους ενδιαφερόμενους φορείς». «Μένει να αποδειχθεί αν η κυβέρνηση επιθυμεί τον διάλογο και τον επιθυμεί και αν η αφορμή ενός διαδικαστικού θέματος θα σταθεί αφορμή για να καταψηφίσετε το νομοσχέδιο», είπε απευθυνόμενος προς την αντιπολίτευση, η οποία, ωστόσο, επέμεινε στις ενστάσεις της με αποτέλεσμα να διακοπεί η συνεδρίαση για ένα τέταρτο. Τελικώς, όταν ξεκίνησε εκ νέου η διαδικασία διενεργήθηκε ψηφοφορία προκειμένου να ληφθεί απόφαση. Έτσι κατά πλειοψηφία έγινε αποδεκτό το αίτημα της κυβέρνησης για επείγουσα διαδικασία συζήτησης και ψήφισης του καθοριστικού νομοσχεδίου.

Μετά την ψηφοφορία, ο κ. Βούτσης συνέστησε «να μην δημιουργηθεί προηγούμενο» και κάθε φορά που εγείρονται διαφωνίες οι επιτροπές να αναλώνονται σε ψηφοφορίες, υπενθυμίζοντας ότι «η Βουλή λειτουργεί με βάση την αρχή της δεδηλωμένης» και με βάση αυτή ακόμα και με λιγότερες παρόντες ή παρούσες βουλευτές, λαμβάνονται οι αποφάσεις.

Ραδιοτηλεοπτικές άδειες: Στο στόχαστρο της αντιπολίτευσης οι υπερεξουσίες του «υπουργού – καναλάρχη»

Στο στόχαστρο των κομμάτων της αντιπολίτευσης βρίσκεται το νομοσχέδιο της κυβέρνησης για τις ραδιοτηλεοπτικές άδειες με επίκεντρο τις υπερεξουσίες του «υπουργού – καναλάρχη», όπως τον χαρακτήρισε ο εισηγητής της αξιωματικής αντιπολίτευσης Ελ. Αυγενάκης, ο οποίος μάλιστα καταλόγισε στο Μέγαρο Μαξίμου ότι «έχετε υποσχεθεί παντού άδειες, η αγορά βοά κι εσείς παριστάνετε τις αθώες περιστερές». Τόσο η αξιωματική αντιπολίτευση όσο και το ΠαΣοΚ – Δημοκρατική Συμπαράταξη, το Ποτάμι. το ΚΚΕ και η Χρυσή Αυγή, διατυπώνουν σοβαρές ενστάσεις και διαφωνίες για τις ρυθμίσεις που περιλαμβάνει το συζητούμενο νομοσχέδιο αποδίδοντας στην κυβέρνηση προσπάθεια να διαμορφώσει ένα «ακόμα πιο φιλικό περιβάλλον» προς αυτήν, όπως είπε χαρακτηριστικά ο βουλευτής του ΚΚΕ Ι. Γκιόκας. Ο εισηγητής της ΝΔ είπε ότι το νομοσχέδιο όχι μόνο δεν επιλύει τα χρονίζοντα προβλήματα αλλά τα επιδεινώνει θέτοντας εξωπραγματικές προϋποθέσεις και διάτρητες διαδικασίες αδειοδότησης, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκεται ο εκάστοτε «υπουργός – καναλάρχης», όπως τον χαρακτήρισε.

Στο επίκεντρο της κριτικής του βρίσκονται «θολά» σημεία του νομοσχεδίου όπως το ποιος θα είναι ο αριθμός των αδειών ή το τίμημα εκκίνησης για την απόκτησή τους, ο περιορισμένος γνωμοδοτικός ρόλος του ΕΣΡ, οι συνθήκες ανταγωνισμού που εισάγονται και έρχονται σε αντίθεση με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, η δυνατότητα να εισέρχονται στον χώρο επιχειρηματίες που δεν έχουν σχέση με την ενημέρωση κ.ά. «Επικαλείστε μια ανεξάρτητη αρχή που ΄΄κουτσαίνει΄΄ εδώ και χρόνια με ευθύνη σας αλλά και ευθύνη άλλων», είπε για το ΕΣΡ η σύνθεση του οποίου δεν είναι πλήρης, ενώ αναφέρθηκε στον «απόλυτο συγκεντρωτισμό του υπουργού – καναλάρχη», εκτός αν αυτό υποκρύπτει τον εκβιασμό κάποιων και τυχόν συναλλαγή κάτω από το τραπέζι, όπως είπε. Μάλιστα εγκάλεσε την κυβέρνηση ότι ενώ οι βουλευτές νομοθετούν η κυβέρνηση συναντά εκπροσώπους των φορέων του χώρου: «Γιατί δεν προβλέψατε να κάνετε τόσους μήνες τις συναντήσεις και τις κανονίσατε σήμερα; Γιατί περιμένατε τη μέρα που εμείς νομοθετούμε; Εσείς να διαβουλεύεστε, ή να εκβιάζετε κι εμείς να νομοθετούμε;», διερωτήθηκε. Ο κ. Αυγενάκης ζήτησε «να είναι όλα γνωστά από τώρα, ανοιχτοί κανόνες και διαφάνεια από τώρα», υποστηρίζοντας ότι το νομοσχέδιο είναι «διάτρητο» και ότι εγείρει σημαντικά νομικά ζητήματα για τα οποία «θα καταπέσει μετά από λίγο χρόνο», όπως εκτίμησε. Ακόμη, ζήτησε να ληφθούν υπ’ όψιν οι φάκελοι που εδώ και 20 χρόνια καταθέτουν τα κανάλια στο ΕΣΡ, ενώ είπε ότι το νομοσχέδιο αυτό αφορά την αναλογική εποχή και όχι την ψηφιακή στην οποία έχουμε μπει και έτσι «δίνει την εντύπωση ότι είναι παρωχημένο».

Αλλά και ο ειδικός αγορητής του ΠαΣοΚ Θ. Παπαθεοδώρου είπε σχετικά με τον τρόπο διενέργειας των αδειοδοτήσεων, ότι εγείρονται «ερωτηματικά και υποψίες για το πώς θα δημιουργηθεί το νέο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο». Όπως είπε χαρακτηριστικά «ο υπουργός γίνεται ο παναρμόδιος τηλεοπτικός χωροτάκτης του τοπίου». «Το θέλετε πραγματικά αυτό;», διερωτήθηκε, επισημαίνοντας ότι το νομοσχέδιο «δίνει υπεραρμοδιότητα στον υπουργό ανάλογα με τις πολιτικές πεποιθήσεις και την κυβερνητική προοπτική να λύνει και να δένει στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο προσδιορίζοντας τον κλειστό αριθμό των αδειών». Ενώ διερωτήθηκε αν με τις ψηφιακές πλατφόρμες μπορούμε να έχουμε περιορισμένο αριθμό αδειών;

«Είναι ένα λάθος, που θα το βρούμε μπροστά μας και κινδυνεύει να βλάψει την ποιότητα της Δημοκρατίας», σημείωσε ο κ. Παπαθεοδώρου, τονίζοντας ότι «ο περιορισμός των αδειών οδηγεί αναπόδραστα στον περιορισμό του πλουραλισμού, δημιουργεί συνθήκες ανταγωνισμού που δεν συνάδουν με το ευρωπαϊκό πλαίσιο». Εστιάζοντας στις «υπερεξουσίες» του υπουργού, διερωτήθηκε αν «θέλετε πράγματι ο υπουργός να αποφασίζει χωρίς καμία νομιμοποιητική δικλείδα», ενώ αναφέρθηκε και στην δυνατότητα που δίδεται στον εκάστοτε υπουργό Οικονομικών να καθορίζει την τιμή εκκίνησης. Όσον αφορά την ονομαστικοποίηση των μετοχών κάλεσε «να μην έχουμε λάθη του παρελθόντος», ενώ ζήτησε εξηγήσεις σχετικά με τις εξαιρέσεις που προβλέπονται.

Εκ μέρους του ΚΚΕ ο Ι. Γκιόκας διερωτήθηκε «για ποιο λόγο η κυβέρνηση επείγεται;». «Δεν είναι γιατί επείγεται να ρυθμίσει την αγορά ούτε γιατί θέλει γρήγορα την δημοπράτηση των αδειών, ούτε ότι υπάρχουν άλλα νομοσχέδια. Ο πραγματικός λόγος της σπουδής αυτής είναι άλλος: η κυβέρνηση επιδιώκει έναν επικοινωνιακό αντιπερισπασμό σε μια περίοδο που τα βάρβαρα μέτρα έρχονται το ένα μετά το άλλο», ανέφερε και κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «ενώ συντρίβεται ο εργαζόμενος λαός, ο πρωθυπουργός παρουσιάζει ως δήθεν ισοδύναμο το νομοσχέδιο για άδειες και το παραλιακό μέτωπο της Δραπετσώνας». Υποστήριξε δε ότι η κυβέρνηση «θέλει μέσω της διαδικασίας αδειοδοτήσεων να προκύψει ένα ακόμα πιο φιλικό επιχειρηματικό μπλοκ στον τομέα της ενημέρωσης». «Ουσιαστικά επιδιώκει αυτούς του στόχους και αφήστε την καραμέλα ότι τα βάζετε με την ολιγαρχία. Η προσφορά σας στην ολιγαρχία είναι τεράστια και ανεκτίμητη», τόνισε. Χαρακτήρισε δε το νομοθέτημα «από μόνο του αδιαφανές», αφού, όπως ανέφερε, «όλα τα κρίσιμα ζητήματα για την διαδικασία δημοπράτησης των αδειών (αριθμός αδειών, τιμή εκκίνησης κλπ.) είναι στον αέρα και θα ρυθμιστούν με απόφαση του υπουργού». «Γιατί δεν τα βάζει από τώρα; Προς τι η θολούρα; Τι καλούμαστε να ψηφίσουμε; Να δώσουμε λευκή εξουσιοδότηση στην κυβέρνηση να ρυθμίσει όλα αυτά τα ζητήματα;», είπε, διερωτώμενος αν «εξελίσσεται μια διαπραγμάτευση στο παρασκήνιο;».

«Δεν αποκλείουμε να μπουν και νέοι παίκτες. Ακούγονται και διάφορα ονόματα. Μεγαλοεπιχειρηματίες που θα έχουν και τις προϋποθέσεις που βάζει το νομοσχέδιο. Γιατί η αναδιανομή της πίτας από μόνη της είναι θετική για τον λαό; Τι θα κάνουν δηλαδή αυτοί; Θα προβάλλουν τα προβλήματα των εργαζομένων; Θα αναπαράγουν την κυρίαρχη ιδεολογία και πολιτική του κεφαλαίου», υπογράμμισε ο κ. Γκιόκας, επισημαίνοντας επιπλέον ότι ακόμα και στην ονομαστικοποίηση των μετοχών «βάζετε εξαιρέσεις και αστερίσκους και ανοίγετε μπαλκονόπορτες». «Πώς διασφαλίζετε ότι δεν θα υπάρχουν εταιρείες που με κοινοπρακτικά σχήματα δεν θα διεκδικήσουν τις άδειες; Ότι δεν θα υπάρχουν εταιρείες που θα πτωχεύσουν και θα έρθουν με άλλα σχήματα να διεκδικήσουν άδειες;», ρώτησε τον υπουργό Επικρατείας.

Ο βουλευτής του Ποταμιού Γ. Αμυράς τόνισε από την πλευρά του ότι το νομοσχέδιο «είναι κατώτερο των περιστάσεων» και ότι είναι πρόχειρο αλλά και ημιτελές καθώς δεν περιλαμβάνει κάτι για τους ραδιοφωνικούς σταθμούς. «Κάτι έγινε στο πόδι», είπε, σημειώνοντας ότι «το ΕΣΡ είναι το άλογο πίσω από το οποίο θα δέσει το κάρο». Όπως τόνισε η κυβέρνηση έπρεπε να ξεκινήσει πρώτα από την εκκρεμότητα της σύνθεσης του ΕΣΡ και μετά να του παρέχει αρμοδιότητες για την αδειοδότηση, ενώ χαρακτήρισε το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο «προνομιακό χώρο διαπλοκής ΠαΣοΚ-ΝΔ επί 30 χρόνια». «Πότε θα ολοκληρωθεί η αδειοδότηση; Δεν υπάρχει χρονική πρόβλεψη. Μήπως αυτό υποκρύπτει ύποπτες συνεννοήσεις κάτω από το τραπέζι;», διερωτήθηκε και εκείνος ενώ αναφέρθηκε σε «υπουργοκεντρική διαδικασία αδειοδότησης και ρύθμισης των κανόνων».

Από την Χ.Α. ο Ι. Λαγός τόνισε ότι το ζήτημα είναι «αν με το παρόν νομοσχέδιο θα ξεκαθαρίσει το τοπίο των τηλεοπτικών συχνοτήτων ή η κυβέρνηση θα αντικαταστήσει τους νυν «νταβατζήδες» με κάποιους άλλους».

Όσον αφορά την Ένωση Κεντρώων ο Γ. Καρράς είπε ότι «κατ’ αρχήν πιστεύουμε ότι μπορεί να λειτουργήσει το νομοσχέδιο αυτό» αν και τόνισε ότι χρειάζονται συμπληρώσεις και βελτιώσεις.

Σε «ευρεία συναίνεση» προσβλέπει ο Ν. Παππάς – Εμφανίστηκε ανοιχτός σε βελτιώσεις

Σε ευρεία συναίνεση προσβλέπει ο υπουργός Επικρατείας Ν. Παππάς όσον αφορά το νομοσχέδιο για τις ραδιοτηλεοπτικές άδειες, παρά την σφοδρή κριτική που ασκούν τα κόμματα της αντιπολίτευσης περί «υπερεξουσιών» που συγκεντρώνονται στο πρόσωπό του τόσο ως προς τον προσδιορισμό του αριθμού των αδειών όσο και ως προς το τίμημα, κάτι που ο ίδιος παραδέχθηκε με τον τρόπο του, αφού όπως δήλωσε, απαντώντας στις επικρίσεις που δέχεται, «ο διαγωνισμός για τις αδειοδοτήσεις θα γίνει από το ΕΣΡ και η μόνη αρμοδιότητα που μένει (στον υπουργό) είναι ο αριθμός των αδειών και το τίμημα».

Ο κ. Παππάς (προ)κάλεσε την αντιπολίτευση να ξεκαθαρίσει την θέση της αν ζητεί την απόσυρση του νομοσχεδίου ή όχι, επικαλούμενος το επιχείρημα που διατυπώθηκε για το ότι στην ψηφιακή εποχή για ποιες άδειες μπορούμε να μιλάμε. Όπως σχολίασε «αυτό ισοδυναμεί με έκκληση προς την κυβέρνηση να αποσύρει το νομοσχέδιο και ο λαός και η κυβέρνηση δικαιούνται να ξέρουν αν υπάρχει τέτοια παραίνεση». «Αν δεν υπάρχει αυτή θα είμαστε στη διάθεση των κομμάτων και της Βουλής για βελτιώσεις», πρόσθεσε, δεσμευόμενος ότι «για κάθε επισήμανση θα έχουμε λεπτομερή και τεκμηριωμένη απάντηση».

Όσον αφορά την κριτική που ασκήθηκε για πολιτικά οφέλη που επιδιώκει η κυβέρνηση μέσω της αναδιανομής της ραδιοτηλεοπτικής «πίτας», ο κ. Παππάς απάντησε με δηκτικό πνεύμα: «Λένε ότι ο κυβερνητικός σχεδιασμός έγινε για να αποκτήσει η κυβέρνηση πολιτική στήριξη. Αν αυτός ήταν ο σχεδιασμός, έχει αποτύχει παταγωδώς». Και πρόσθεσε ότι «κανείς δεν εμπόδιζε τις προηγούμενες κυβερνήσεις να επιβάλλουν τους φόρους και τα τέλη συχνοτήτων».

Ακόμα, υπογράμμισε ότι πρέπει να σπάσει το τρίγωνο της διαπλοκής ανάμεσα στα Media, τις τράπεζες και το πολιτικό σύστημα, ενώ αναφερθείς στο θέμα των εργαζομένων στα ΜΜΕ, είπε «δεν μπορεί να γίνονται δύο κριτικές». «Αν υπάρχει μέριμνα για τις θέσεις εργασίας πρέπει να υπάρχει αναφορά στο νομοσχέδιο και δεν μπορούμε ταυτόχρονα να λέμε ότι πιέζονται οι ιδιοκτήτες και ότι θα υπάρξει πρόβλημα βιωσιμότητας». Σχετικά με το ΕΣΡ ο υπουργός Επικρατείας σημείωσε ότι ως ανεξάρτητη αρχή «πρέπει να είναι θωρακισμένη και ο διαγωνισμός να μην είναι ευάλωτος» και ότι με το παρόν νομοσχέδιο «αυτά μπορούμε να τα διευθετήσουμε».

Τέλος, σχετικά με την DIGEA δήλωσε ότι «δεν υπάρχει πρόθεση να καταργηθεί» αλλά «δικαιούται όμως και το δημόσιο να έχει την δική του ψηφιακή πλατφόρμα». «Την προηγούμενη περίοδο είχαμε δεχθεί παρατηρήσεις ότι δώδεκα περιοχές, όλως τυχαίως με εθνικό ενδιαφέρον, δεν είχαν σήμα», συμπλήρωσε, ενώ δεσμεύθηκε ότι «θα διαμορφωθούν οι συνθήκες στοιχειώδους ανταγωνισμού».

Η συζήτηση επί του νομοσχεδίου θα συνεχιστεί την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου με την ακρόαση φορέων και ακολούθως με την κατ’ άρθρον συζήτηση και ψήφιση προκειμένου να εισαχθεί την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου στην Ολομέλεια της Βουλής.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτική
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk