Φορούσε ένα καλοραμμένο σακάκι και ένα φουλάρι κάλυπτε τον λαιμό του. Ο αεικίνητος Μαρκ Ελντ, ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της σύγχρονης ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής και του ντιζάιν, ήταν γεμάτος όρεξη και ζωή κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας. Τον συναντήσαμε ένα φθινοπωρινό απόγευμα Σαββάτου στο ξενοδοχείο όπου διέμενε στην Πλάκα. Βρισκόταν για λίγες ημέρες στην Αθήνα και δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει πίσω στην αγαπημένη του Σκόπελο, το νησί το οποίο έχει επιλέξει ως μόνιμο τόπο διαμονής του τα τελευταία 20 χρόνια.
Ο άνθρωπος που σχεδίασε το σεκρετέρ του προέδρου Φρανσουά Μιτεράν στο Μέγαρο των Ηλυσίων εμπνεόμενος από το σχήμα του τσέλο –σημειωτέον, ο Ζακ Σιράκ, μολονότι άλλαξε ολόκληρη την επίπλωση του προκατόχου του, δεν μπόρεσε να το αποχωριστεί –κυριάρχησε στο ντιζάιν αντικειμένων καθημερινής χρήσης και ήταν εκείνος που δημιούργησε το κλασικό πλέον πλαστικό κρεβάτι για το δίκτυο καταστημάτων Prisunic, καθώς και την περίφημη πολυθρόνα Culbuto της Knoll. Υστερα πέρασε στην αρχιτεκτονική, έβαλε την προσωπική του πινελιά στο σύμπλεγμα κτιρίων της IBM στο Μονπελιέ και μέρα με την ημέρα είδε το γραφείο του να γιγαντώνεται. «Ημουν βαθιά αριστερός άνθρωπος και η μοίρα μου ήταν να δουλεύω για εκατομμυριούχους» μας λέει αφοπλιστικά. «Το γραφείο μου ήταν ένα από τα πιο διάσημα στο Παρίσι, αλλά έβλεπα τον εαυτό μου από αρχιτέκτονα και ντιζάινερ να μετατρέπεται σταδιακά σε επιχειρηματία. Οσο μεγαλύτερα ήταν τα πρότζεκτ που αναλάμβανα, τόσο λιγότερο ενδιαφέρον είχαν τελικά για εμένα. Επρεπε να συναντώ όλη την ημέρα πελάτες και ύστερα να επιστρέφω στο γραφείο και να δίνω τις γενικές οδηγίες. Εγώ όμως ήθελα να γνωρίζω και την παραμικρή λεπτομέρεια, να έχω συμμετοχή σε όλα. Ετσι αποφάσισα να αλλάξω τη ζωή μου. Η σύζυγός μου, Βίλμα, μου γνώρισε την Ελλάδα. Ταξιδέψαμε σε Κάλυμνο, Κω, Κρήτη. Ενα Πάσχα βρεθήκαμε στη Σκιάθο και περάσαμε με το πλοίο στη Σκόπελο. Και ναι, ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά».
Τη δεκαετία του 1990, λοιπόν, εγκατέλειψε το Παρίσι και αγόρασε ένα σπίτι στο χωριό Παλαιό Κλήμα της Σκοπέλου, το οποίο έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί λόγω κατολισθήσεων. Τα σχεδιαστικά μολύβια μπήκαν στην άκρη και εκείνος μαγεύτηκε από το πράσινο της Σκοπέλου και από τους κατοίκους του νησιού, οι οποίοι του θύμιζαν τη Γαλλία της αθωότητας των παιδικών του χρόνων. Αφιερώθηκε στη συγγραφή και εξέδωσε το λεύκωμα «Σπίτια της Σκοπέλου» (εκδ. Skopelos Net) για τη λαϊκή αρχιτεκτονική του νησιού, το οποίο κυκλοφόρησε στα αγγλικά, στα γαλλικά και στα ελληνικά, με πρόλογο του πρώην υπουργού Πολιτισμού της Γαλλίας, Ζακ Λανγκ. Και εκεί που πίστεψε ότι η αρχιτεκτονική ήταν ένα κεφάλαιο το οποίο είχε κλείσει για εκείνον, μπήκε ξανά στο σχεδιαστήριο και δημιούργησε δέκα σπίτια στο νησί, ανάμεσά τους και το προσωπικό του ησυχαστήριο, τη Villa Maistros, σε απόσταση 3,5 χιλιομέτρων από το χωριό Γλώσσα της Σκοπέλου.
«Δεν ήθελα να κάνω επίδειξη. Σκεφτείτε να έφτιαχνα ένα σπίτι αβανγκάρντ. Θα ήταν έγκλημα. Μια βαρβαρότητα που θα κατέστρεφε την ομορφιά του νησιού που τόσο αγαπώ. Γιατί αν αγαπάς κάτι, δεν θέλεις να το αλλάξεις. Κράτησα χαμηλούς τόνους, διατήρησα την ίδια αισθητική, χρησιμοποίησα τοπικές πρώτες ύλες, συνεργάστηκα με τους τοπικούς μαστόρους. Πάντα με ενδιέφερε η παραδοσιακή αρχιτεκτονική, η αρχιτεκτονική για τους απλούς ανθρώπους, η οποία είναι τόσο στιβαρή και ανδρική, ενώ ταυτόχρονα βλέπεις να ξεπροβάλλουν θηλυκές λεπτομέρειες. Με κοίταζαν στην αρχή παράξενα. «Είναι δυνατόν να ασβεστώσεις σε χρώμα λουλακί τους τοίχους;». «Nαι» τους απαντούσα. «Θα χρησιμοποιήσεις παλιά κεραμίδια και παλιά τούβλα;». «Φυσικά» τους έλεγα. «Μα θα φτιάξεις χτιστά στο πάτωμα τα κρεβάτια;» αναρωτιόνταν. Ηθελα τα υλικά μου να μην είναι βιομηχανοποιημένα, φτιαγμένα από μια απρόσωπη μηχανή, επειδή πιστεύω ότι η αρχιτεκτονική δεν είναι μόνο αισθητική, αλλά μια ζωντανή εξήγηση για την κοινωνία που τη δημιούργησε».
Η Villa Μaistros, η οποία αγναντεύει την ανοιχτή θάλασσα, απλώνεται σε μια έκταση 10.000 τ.μ. και περιλαμβάνει τρία ανεξάρτητα μεταξύ τους κτίρια: την κύρια κατοικία (300 τ.μ.), το στούντιο (45 τ.μ.), το «καλύβι» (27 τ.μ.) –από την παραδοσιακή σκοπελίτικη ονομασία –και το πλυσταριό (11 τ.μ.).
Ο Μαρκ Ελντ περνάει τον περισσότερο χρόνο του στην κύρια κατοικία.

Το σαλόνι του σπιτιού με τα εμφανή δοκάρια είναι παράλληλα και το στούντιό του: εκεί γράφει, εκεί ακούει μουσική, εκεί διαβάζει, εκεί σχεδιάζει. Το πνεύμα του, άλλωστε, είναι διάχυτο στον χώρο. Η πολυθρόνα Culbuto δεσπόζει, ενώ ο μεγάλος καναπές βασίστηκε στα σχέδια του καναπέ που δημιούργησε για την IBM και, όπως μας αποκαλύπτει, κατασκευάστηκε στον Βόλο. «Γιατί σας κάνει εντύπωση; Η Ελλάδα είναι γεμάτη καλούς τεχνίτες. Οι Ελληνες είναι τόσο εφευρετικοί, για κάθε πρόβλημα έχουν μια λύση. Απολαμβάνω να συνεργάζομαι μαζί τους. Νιώθω σαν ένας μαέστρος που διευθύνει μια ορχήστρα εξαίρετων μουσικών. Γνωρίζω άλλωστε τους πάντες στο νησί».


Οι χώροι του σπιτιού είναι πολύ ξεχωριστοί: η κουζίνα με το μαρμάρινο πάτωμα, οι πέντε κρεβατοκάμαρες, αλλά και η εντυπωσιακή βεράντα, η οποία σου δίνει την αίσθηση ότι βρίσκεσαι στο κατάστρωμα ενός πλοίου.
Η οικολογική προσέγγιση του αρχιτέκτονα είναι εμφανής. Το περιβόλι καλλιεργείται, οι περίπατοι μέσα στη φύση αφυπνίζουν τις αισθήσεις, ενώ, όπως μας εξηγεί, μέχρι και πριν από μερικά χρόνια η Villa Μaistros δεν ήταν συνδεδεμένη με το δίκτυο της ΔΕΗ. «Καλύπταμε τις ενεργειακές ανάγκες μας μέσω του ανεμόμυλου και της ηλιακής ενέργειας» αναφέρει και συμπληρώνει: «Δυστυχώς, πριν από μερικά χρόνια είχα ένα σοβαρό αυτοκινητικό ατύχημα. Χρειαζόμουν φυσικοθεραπεία, αλλά εδώ στο χωριό δεν υπήρχε κάποιος ειδικός. Ετσι, φτιάξαμε μια πισίνα για να ασκούμαι και τελικά αναγκαστήκαμε να συνδεθούμε με τη ΔΕΗ».
Ο Μαρκ Ελντ αγαπά το σπίτι του, τους ήχους που το περιβάλλουν: τη μουσική των κυμάτων της θάλασσας, το φύσημα του αέρα, τις ανεπαίσθητες κινήσεις των εντόμων στον κήπο. Τους επόμενους μήνες θα τους περάσει κλεισμένος στο σαλόνι του. Η σύζυγός του Βίλμα, την οποία έχασε προ ετών, του λείπει πολύ. Εκείνος όμως συνεχίζει και δουλεύει πυρετωδώς για το νέο βιβλίο του, το οποίο είναι αφιερωμένο στις κατοικίες που δημιούργησε στο όμορφο νησί των Σποράδων, τη Σκόπελο, εκεί που όλοι τον φωνάζουν Μάρκο.

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ