«Δεν είμαι εξπέρ στον Στέφαν Τσβάιχ, δεν έχω διαβάσει κάθε βιβλίο του, όλα ξεκίνησαν από μια καλή συγκυρία» μου είχε πει πριν από δύο χρόνια ο Πατρίς Λεκόντ στο Φεστιβάλ της Βενετίας όπου είχε παρουσιαστεί η ταινία του «Μια υπόσχεση», την οποία με αρκετή καθυστέρηση βλέπουμε τώρα και στην Ελλάδα. Ηταν ένας φίλος που είχε διαβάσει το μυθιστόρημα «Ταξίδι στο παρελθόν» και το έδωσε στον Λεκόντ λέγοντάς του «νομίζω ότι στο βιβλίο αυτό θα βρεις μια ταινία που σου ταιριάζει». Ο Λεκόντ το διάβασε μέσα σε μία νύχτα. Σχεδόν δεν κοιμήθηκε –τόσο πολύ τον είχε απορροφήσει το θέμα. «Οταν σηκώθηκα το πρωί, είπα: “Ναι! Θα κάνω αυτή την ταινία!”».

«Τι συνέβη και καταλήξατε στην απόφαση;»
ρώτησα τον σκηνοθέτη. Ο Λεκόντ με κοίταξε πονηρά πίσω από τα γυαλιά του, αυτός ο ασκητικά αδύνατος 60άρης με το μυαλό 30άρη. «Χάρη στον Τσβάιχ» είπε «ανακάλυψα και πάλι τα πράγματα εκείνα που μου αρέσουν στο σινεμά γιατί ενδεχομένως με τις τελευταίες ταινίες μου να είχα κάπως χαθεί. Ο Τσβάιχ μού έδωσε την ευκαιρία να καταπιαστώ και πάλι με θέματα όπως ο φόβος, η επιθυμία, η ζάλη, ο έρωτας, πράγματα που είχα ξεχάσει. Κατά κάποιον τρόπο με αυτή την ταινία ένιωσα ότι κι εγώ ταξίδευα στο παρελθόν μου».

Ανθρωποι γεμάτοι επιθυμίες


Και τι παρελθόν αλήθεια! Το όνομα τού Πατρίς Λεκόντ φέρνει στον νου τίτλους όπως «Ο εραστής της κομμώτριας», «Ο δήμιος του Σαν Πιερ», «Ridicule, ο περίγελος της Αυλής» και «Ο άνθρωπος του τρένου». Κάποιες ταινίες του, όπως το «Φίλοι για πάντα», είναι τρελές κωμωδίες και κάποιες σκληρά δράματα, όπως ο «Δρόμος των αισθήσεων» με τη Βανέσα Παραντί. Ολες όμως είναι ταινίες με ανθρώπους γεμάτους επιθυμίες, πλούσια ιστορία, αδυναμίες και πάθη. Ανθρώπους ερωτικούς, δυναμικούς, απροσάρμοστους και αποφασιστικούς. Ζωντανούς. Αυτή τη ζωντάνια μπορείς να τη δεις ακόμη και στο κινούμενο σχέδιο που σκηνοθέτησε ο Λεκόντ, την «Μπουτίκ για αυτόχειρες» όπου το θέμα, όλως παραδόξως, είναι η… αυτοχειρία!
Η «Μια υπόσχεση» αφηγείται μια «καταραμένη» ερωτική ιστορία. Κεντρικά πρόσωπα είναι μια όμορφη γυναίκα (Ρεμπέκα Χολ), ο ηλικιακά μεγαλύτερός της εργοστασιάρχης σύζυγός της (Αλαν Ρίκμαν) και ένας ικανός υπάλληλός του (Ρίτσαρντ Μάντεν), ο οποίος είναι ερωτευμένος με την πρώτη. Ο χρόνος είναι το 1912, λίγο πριν από το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο τόπος είναι η Γερμανία. Δίνοντας όπως πάντα τεράστια σημασία στην ατμόσφαιρα, ο Λεκόντ χτίζει μια ταινία γεμάτη πάθος, καίρια διλήμματα ανάμεσα στον δρόμο της καρδιάς και στον δρόμο της λογικής και υποσχέσεις που χρειάζονται χρόνια για να τηρηθούν (και αν).
Το φινάλε της ταινίας είναι σχετικά διαφοροποιημένο από του μυθιστορήματος. Αυτό οφείλεται στο ότι ο Λεκόντ είναι ένας αισιόδοξος άνθρωπος, από αυτούς που προτιμούν να κοιτάζουν το ποτήρι μισογεμάτο όχι μισοάδειο. «Είναι όπως όταν ανεβαίνεις έναν λόφο» είπε ο Λεκόντ. «Από τη μια μεριά έχεις τη σκιά και από την άλλη τον ήλιο. Προσωπικά νιώθω περισσότερο εκτεθειμένος στον ήλιο. Ωστόσο ο Τσβάιχ ήταν πολύ περισσότερο πεσιμιστής από μένα –ο κακομοίρης αυτοκτόνησε».

Το εργαλείο της γλώσσας


«Ηθελα να βελτιώσω τα αγγλικά μου» μου απάντησε γελώντας ο Πατρίς Λεκόντ όταν τον ρώτησα για ποιον λόγο γύρισε την «Υπόσχεση» στα αγγλικά (είναι η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του). Ωστόσο η αλήθεια βρίσκεται αλλού. Η χρήση της αγγλικής ήταν μια πρόταση της γαλλικής εταιρείας παραγωγής της ταινίας (Fidelite), η οποία ήθελε να πει μια ιστορία με βάση τη Γερμανία αλλά με την «παγκόσμια γλώσσα των αγγλικών με την οποία ο καθένας μπορεί να επικοινωνήσει». Ο Λεκόντ δεν έκρυψε το γεγονός ότι η αγγλική διευκόλυνε την παραγωγή στις διεθνείς πωλήσεις της «Υπόσχεσης».
Είπε επίσης ότι στην αρχή, όταν η ταινία δεν είχε ακόμη αρχίσει να γυρίζεται, ο Λεκόντ ήθελε να τη γυρίσει στα γερμανικά, καθότι η ιστορία εκτυλίσσεται στη Γερμανία. Ωστόσο αργότερα αποφασίστηκαν τα αγγλικά που για τον Λεκόντ «ήταν και μια θαυμάσια ευκαιρία να δουλέψω με βρετανούς ηθοποιούς, τους οποίους θαυμάζω πολύ βλέποντάς τους να παίζουν στα αγγλικά σε ταινίες άλλων».
Μιλήσαμε αρκετά για το θέμα της γλώσσας με τον σκηνοθέτη, ο οποίος είπε ότι δεν φοβάται το γεγονός πως δεν καταλαβαίνει τι λένε οι ηθοποιοί του (και αυτό θα είχε συμβεί σίγουρα αν είχε γυρίσει την «Υπόσχεση» στα γερμανικά), διότι «όταν λες μια ιστορία, τη νιώθεις δική σου, έχεις ασχοληθεί με τους διαλόγους και αν έχεις καλούς ηθοποιούς μπορείς να τους εμπιστευθείς».

πότε & πού:

Η ταινία «Μια υπόσχεση» προβάλλεται σε διανομή Seven Films στις αίθουσες Aβάνα, Γαλαξίας, Σπόρτιγκ, Σινέ Παρί, Ανοιξη και Αθήναιον Cinepolis Γλυφάδα της Αθήνας και στο Κολοσσαίον της Θεσσαλονίκης.


ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ