Ηπειρος: Δυτικά του Αράχθου

Η επιστροφή δεν είναι ταξίδι προς το παρελθόν, αλλά προς το μέλλον. Και στην Ηπειρο ξεκινούν πάντα το ταξίδι της επιστροφής

Η επιστροφή δεν είναι ταξίδι προς το παρελθόν, αλλά προς το μέλλον. Και στην Ηπειρο ξεκινούν πάντα το ταξίδι της επιστροφής, φτάνοντας και ως τα πέρατα του κόσμου καμιά φορά, από το πρώτο βήμα που κάνουν από τον τόπο τους προς τον μισεμό. Οι απολαύσεις του ταξιδιού είναι η απολαβή. Ο προορισμός γνωστός από την αρχή. Τα έχουν αυτά οι δύσκολοι τόποι. Οσο και αν φαίνεται ότι βάζουν στο σακούλι σου λίγα εφόδια για τον δρόμο – ψωμί και τυρί, τα αρχέγονα, στοιχειώδη αποθέματα ενέργειας στην Ηπειρο -, στην πραγματικότητα αρματώνουν το είναι σου με δυνατά όπλα, την αισιοδοξία, τον πόνο, το θάρρος, τη λεβεντιά, την επιμονή, τη σκληρή δουλειά, τα ακαταμάχητα όνειρα. Και μετά, ενώ φαντάζεις περίκλειστος από βουνά ή θάλασσα, σε αφήνουν ελεύθερο πουλί στο σύμπαν, όλο δικό σου, απ’ άκρη σε άκρη…
Μια τέτοια ελευθερία αισθάνεσαι πλέρια όταν με κολλημένη τη μύτη σου στο μικρό παράθυρο του αεροπλάνου που σε πάει στα Γιάννενα, εισβάλλει από αυτό το ελάχιστο άνοιγμα στη ματιά σου όλη η ομορφιά της ηπειρωτικής Ελλάδας. Ούτως ή άλλως δεν μιλάς, αλλά και δεν μπορείς να μιλήσεις, όταν αιωρείσαι πάνω από τη χαράδρα του Αράχθου στα 22.000 πόδια, ακριβώς στο στίγμα της φημισμένης μονής Τσούκας, όταν ήδη έχεις μπει στη διαδικασία της προσγείωσης και τα ανοδικά ρεύματα της καλής αύρας της Ηπείρου είναι ιδιαιτέρως αισθητά. Η μαγεία μπορεί να είναι και οι βαθυπράσινες, αδρές, πινελιές των πλαγιών που κατρακυλούν μέχρι την κοίτη του μαλαματένιου Αράχθου, για να δημιουργήσουν μια βαθιά χαρακιά, εγκοπή στο σώμα των Τζουμέρκων. Πολύχρωμη αποκάλυψη, ιαματική της ψυχής…
Κάπως έτσι, με πιο συγκρατημένη ένταση, είναι αλήθεια, αισθάνεσαι και προσγειωμένος, αλλά σε θέση απογείωσης, στεκάμενος στο πεζούλι της μονής Τσούκας, στα χείλη του γκρεμού της χαράδρας του Αράχθου. Μια βαθιά ανάσα είναι απαραίτητη για να ανοίξεις το βλέμμα σου και να χωρέσει μέσα αυτή η συγκλονιστική θέα. Μαζί και η ανάλαφρη χαρά που σε συνοδεύει, καθώς περνάς πάλι τη χαμηλή πόρτα για να βρεθείς ξανά περιβεβλημένος από τα κτίσματα του βασιλικού μοναστηριού. Το Καθολικό, στο κέντρο της αυλής, είναι συχνά ζωσμένο με κερωμένο σπάγκο, σύνηθες αφιέρωμα των πιστών στην Ηπειρο. Κι εδώ είναι ένα από τα πλέον σεβαστά προσκυνήματά τους, ήδη από τα χρόνια του αυτοκράτορα Ισαάκιου Αγγέλου που θρυλείται ότι το ανήγειρε το 1190. Μέσα στο Καθολικό, τα χρώματα της βυζαντινής ζωγραφικής συνθέτουν πολύ παραστατικά το υπερβατικό περιβάλλον για την ανύψωση των ψυχών, στην οποία είναι ταγμένα.
Η τέχνη είναι διάχυτη και έξω από το μοναστήρι, στον δρόμο που έρχεται από το Ελληνικό. Εκεί έχουν τοποθετηθεί στα βάθρα τους τα γλυπτά που δημιουργούν οι γητευτές του μαρμάρου, της πέτρας, του μετάλλου, στις ετήσιες συναντήσεις τους στον αυλόγυρο του σχολείου του Ελληνικού, στο κέντρο της συστάδας των χωριών δυτικά του Αράχθου. Το σχολείο είναι το δημοτικό του χωριού, αλλά και το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης «Θεόδωρος Παπαγιάννης».

Ο σπουδαίος γλύπτης, ομότιμος καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, προσωποποιεί το πνεύμα της Ηπείρου. Ξεκίνησε το ταξίδι του από εδώ, από αυτό το σχολείο και έφτασε ως το αεροδρόμιο του Σικάγου, ένα από τα πλέον πολυσύχναστα στη Γη, για να στήσει τον γλυπτικό μαραθώνιό του, ένα γιγαντιαίων διαστάσεων έργο από απαστράπτον μέταλλο. Σε όλη τη διαδρομή του έστηνε υπέροχα γλυπτά, από μέταλλο, μάρμαρο, τερακότα, αποκαΐδια του κτιρίου της πρυτανείας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου – από την όχθη της Παμβώτιδας ως την παραλία της Λεμεσού, ως εδώ στο Ελληνικό, στην αφετηρία του, που γέμισε τις άδειες από μαθητές αίθουσες του σχολείου με τις δημιουργίες του. Αυτή είναι η δική του επιστροφή στο Ελληνικό σε ήχο πολυφωνικό, ηπειρώτικο, αισθαντικό…

Και οι δρόμοι ελίσσονται στα λιβάδια και στις πλαγιές για να φτάσουν σε εξαίσια μπαλκόνια για να αγναντέψεις τη χαράδρα του Αράχθου. Οπως του Προφήτη Ηλία, λίγο πιο έξω από το Κωστήτσι, ένα από τα πιο γραφικά από τα 11 Κατσανοχώρια, κοντά 7 χλμ. από το Ελληνικό, μέσω Αετοράχης και Λάζαινας. Το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία μετεωρίζεται πάνω από τη συμβολή του Καλαρρύτικου ποταμού με τον Αραχθο, ο οποίος μπαίνει ορμητικός στο στενό φαράγγι του για να βγει θριαμβευτής κάτω από το εκπληκτικό γεφύρι της Πλάκας, ένα από τα επτά θαύματα της Ηπείρου. Απέναντι στα υψώματα των Τζουμέρκων, κάτω από την ψηλότερη κορυφή, τη Στρογγούλα, φαίνονται τα σπίτια των Χουλιαράδων και δεξιά, μετά τη συμβολή των ποταμών, ο δρόμος που ανεβαίνει φιδωτός προς το Αμπελοχώρι – εντοπίσαμε την «κορδέλα» του από το αεροπλάνο -, αφού πρώτα «βουτά» από το Φορτόσι στη χαράδρα του Αράχθου και περνά πάνω από τη νέα γέφυρα της Πολιτσάς. Η παλιά στέκει ακόμη δίπλα.
Το Κωστήτσι ηρεμεί πίσω, στην κατάφυτη πλαγιά. Οι σκεπές, λες και είναι κορυφές βράχων, νησιά που προεξέχουν από την καταπράσινη θάλασσα. Το γκρίζο χρώμα του χωριού πάει πολύ με το πράσινο. Τα καλντερίμια, τα σπίτια, οι αυλόπορτες, η εκκλησιά, τα αλώνια, όλα είναι «χειροποίητα». Μνημείο δοξαστικό στο πνεύμα της Ηπείρου…

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk