Μία προσπάθεια ανάλυσης και υπέρβασης της κρίσης που διέρχονται οι ελληνογερμανικές σχέσεις τα τελευταία πέντε χρόνια, έγινε το απόγευμα της Παρασκευής σε συζήτηση στρογγυλής τραπέζης στο Μέγαρο Μουσικής.
Αφορμή για την εκδήλωση, η συμπλήρωση (στις 13 Απριλίου) 50 ετών εκπομπής του ελληνικού προγράμματος της Deutsche Welle και τίτλος: «Ελληνογερμανικές “παρεξηγήσεις” – Ο ρόλος των ΜΜΕ και της πολιτικής».
Συμμετείχαν, η βουλευτής της ΝΔ, κυρία Ντόρα Μπακογιάννη, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, κ. Δ. Παπαδημούλης, ο εντεταλμένος της γερμανικής κυβέρνησης, επικεφαλής της Ελληνογερμανικής συνέλευσης, κ. Χανς Γιόαχιμ Φούχτελ, ο γενικός διευθυντής της Deutsche Welle, κ. Πέτερ Λίμπουργκ και ο διευθυντής των Νέων, κ. Χρ. Μεμής.
Στον εναρκτήριο χαιρετισμό του, ο κ. Λίμπουργκ μίλησε ευθύς εξ αρχής για «κρίσιμη δοκιμασία» των διμερών σχέσεων και στο πλαίσιο αυτό επισήμανε τον ρόλο της Deutsche Welle, τόσο κατά το παρελθόν, ως μέσου που συνέβαλε στην αποκατάσταση της δημοκρατίας, όσο και στην σύγχρονη εποχή, ως γέφυρας στις ελληνογγερμανικές σχέσεις και στην αμφίδρομη πληροφόρηση.
Ο κ. Λίμπουργκ τόνισε επίσης την προσωπική του εμπειρία και τους δεσμούς που τον συνδέουν με την Ελλάδα: Ο πατέρας του, επίσης Πέτερ Λίμπουργκ ήταν πρεσβευτής της Γερμανίας στην Αθήνα και το 1972 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα, επειδή είχε βοηθήσει τον Γεώργιο Αλέξανδρο Μαγκάκη να διαφύγει στην Γερμανία.
Το στοιχείο αυτό υπογράμμισε και η κυρία Μπακογιάννη, λέγοντας ότι αυτή ήταν «η πρώτη επίσημη κυβερνητική δράση ξένου κράτους κατά της δικτατορίας».
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης περί στερεοτύπων που κυριάρχησαν στα ΜΜΕ των δύο χωρών τα τελευταία χρόνια, ο κ. Παπαδημούλης έθεσε το ερώτημα «πώς κατάφεραν οι Γερμανοί να είναι οι πλέον αντιδημοφιλείς στην Ελλάδα» και απάντησε πως φταίει το πρόγραμμα που εφαρμόστηκε με όλα τα γνωστά χαρακτηριστικά του. Επανέλαβε πάντως ότι σε μεγάλο βαθμό η κρίση οφείλεται στις ελληνικές κυβερνήσεις, συντασσόμενος έτσι με την πρόσφατη σχετική αναφορά του κ. Ι. Δραγασάκη.
Η κυρία Μπακογιάννη με τη σειρά της, όπως και ο κ. Λίμπουργκ επισήμαναν από διαφορετικές οπτικές γωνίες, ότι οι πολιτικές ηγεσίες και στις δύο χώρες άργησαν να αντιδράσουν, αφότου τα δημοσιεύματα στην Γερμανία και στην Ελλάδα άρχισαν των «πόλεμο».
«Η κρίση στην Ελλάδα βόλεψε, γιατί ήλθε ακριβώς τη στιγμή που η γερμανική ηγεσία βρέθηκε απολογούμενη για ελλειπή προετοιμασία ως προς την προστασία του ευρώ», είπε η κυρία Μπακογιάννη και συμπλήρωσε ότι την ίδια στιγμή στην Ελλάδα «διάφοροι γελοίοι τύποι δεν αντιλαμβάνονταν την ζημιά που έκαναν παρουσιάζοντας την καγκελάριο Μέρκελ με την στολή των Ες Ες».
Κατά την διάρκεια της συζήτησης σημειώθηκε και μία μικρής κλίμακας αντιπαράθεση μεταξύ Παπαδημούλη και Μπακογιάννη, όταν ο πρώτος αμφισβήτησε εν συνόλω την μεταρρυθμιστική πτυχή των μνημονίων και των κυβερνήσεων και η κυρία Μπακογιάννη απάντησε ότι «εκσυγχρονισμός δεν γίνεται με προσκόλληση στο χθες», κατηγορώντας τον ΣΥΡΙΖΑ γι’ αυτό. «Αυτά που χαρακτήρισαν το χθες τα φτιάξατε εσείς», ανταπάντησε ο κ. Παπαδημούλης.
Ο κ. Φούχτελ τόνισε στην εισήγησή του ότι «όταν ο Γερμανός δει την Μέρκελ με την ναζιστική στολή, δεν χαίρεται» και προσέθεσε ότι «οι ματαρρυθμίσεις που απαιτούνται στην χώρα προϋποθέτουν υποστήριξη και συνεργασία».
Από την πλευρά του, ο διευθυντής της εφξημερίδας Τα Νέα, κ. Χρ. Μεμής τόνισε ότι για τις παρεξηγήσεις συνήθως «η ευθύνη βαρύνει τον ισχυρότερο, ο οποίος θα πρέπει να διακρίνεται για την μεγαλοψυχία του» και προσέθεσε: «Στην επικοινωνία μεταξύ των δύο πλευρών θα πρέπει να αντλήσουμε εμπειρία από το παράδειγμα της Deutsche Welle κατά την περίοδο της δικτατορίας. Η πολιτική που ακολούθησε δεν είχε καμία υστεροβουλία», είπε και συμπλήρωσε ότι απαιτείται «γενναιοψυχία και δημοκρατική προσέγγιση».



