Β΄Μέρος
Η πρώτη συνάντησή μου με τον αείμνηστο Αντώνη Τρίτση πραγματοποιήθηκε στις 17 Μαρτίου 1987, στις 10 π.μ., στο γραφείο του υπουργού στην οδό Μητροπόλεως. Η συνάντηση διήρκεσε μιάμιση ώρα και δεν δημοσιοποιήθηκε. Πολλά χρόνια αργότερα έμαθα ότι την πρόταση στον υπουργό να με συμβουλευθεί είχε κάνει ο τότε πρύτανης του Πανεπιστημίου, καθηγητής της Νομικής Σχολής, που γνώριζε την ενασχόλησή μου με τα ζητήματα κατ’ εξοχήν της μοναστηριακής περιουσίας.
Στη συνάντηση αυτή συζητήθηκαν τέσσερις κύκλοι θεμάτων: Οι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας και η δυνατότητα αλλαγής τους, το νομοσχέδιο για τη ρύθμιση θεμάτων εκκλησιαστικής περιουσίας, τα της διοικήσεως Ενοριών και Μητροπόλεων και η νομοθεσία για την εκκλησιαστική δικαιοσύνη. Πέραν γενικών τοποθετήσεων, επιφυλάχθηκα να εκθέσω λεπτομερώς τις απόψεις μου για το νομοσχέδιο, το οποίο ζήτησα και έλαβα, αφού το μελετήσω. Η δεύτερη συνάντηση πραγματοποιήθηκε τη μεθεπομένη, 19 Μαρτίου 1987, στις 9.30 π.μ., στον ίδιο χώρο.
Στη δεύτερη, και τελευταία, αυτή συνάντηση είχα έντονη την αίσθηση ότι ο υπουργός είχε αποφασίσει τα επόμενα βήματά του. Παρά ταύτα, εξέθεσα λεπτομερώς τις επιφυλάξεις μου για σειρά ρυθμίσεων του νομοσχεδίου, για τις δυσχέρειες εφαρμογής του, αν όχι για το ανεφάρμοστό του, ως εκ της εξαιρετικά μεγάλης σειράς προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων που προβλέπονταν να εκδοθούν για να τεθούν σε ισχύ οι ρυθμίσεις που αφορούσαν τη μοναστηριακή περιουσία κτλ.
Η κυρίως όμως επιφύλαξή μου ήταν πολιτική και αφορούσε την εισαγωγή των αιρετών λαϊκών μελών στα Εκκλησιαστικά και Μητροπολιτικά Συμβούλια. Οχι ασφαλώς γιατί κάτι τέτοιο δεν με έθελγε, αντιθέτως! Αλλά επειδή θεωρούσα, και το εξήγησα λεπτομερώς και σε μεταγενέστερα έργα μου, ότι μια τέτοια κίνηση έπρεπε να προέλθει από την ίδια την Εκκλησία και να μην επιβληθεί από την Πολιτεία. Πολύ περισσότερο μάλιστα στο πλαίσιο ρυθμίσεως ενός άλλου ζητήματος, εκείνου της περιουσίας, οιονεί ως τιμωρία για τη μη αποδοχή από τη διοίκηση της Εκκλησίας των σχετικών ρυθμίσεων.
Η συνέχεια είναι γνωστή. Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε στις 5 Μαΐου 1987 και την επομένη δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ως Ν. 1700/1987. Η Εκκλησία αντέδρασε δυναμικά, με τη διοργάνωση συλλαλητηρίων, ακόμη και με επιβολή «επιτιμίων» στα μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου του ΟΔΕΠ που διόρισε η κυβέρνηση. Θεώρησε τον νόμο απαράδεκτη επέμβαση στα εσωτερικά της, έθεσε δε ως προϋπόθεση εξομαλύνσεως των σχέσεών της με την Πολιτεία την κατάργηση κυρίως των σχετικών με τη συγκρότηση των Ενοριακών και Μητροπολιτικών Συμβουλίων διατάξεων. Από τον Ιούλιο του 1987 φαίνεται ότι κάτι αρχίζει να κινείται στην κατεύθυνση εξευρέσεως λύσεως, πιθανώς έπειτα από μεσολάβηση του τότε Αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιακώβου (Κουκούζη), σε επίπεδο πρωθυπουργού Α. Γ. Παπανδρέου και Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ (Τίκα). Αρχικώς με την ανταλλαγή επιστολών, στη συνέχεια με προσωπικές συναντήσεις, στο Καστρί, των δύο ανδρών και των νομικών τους συμβούλων Γ. Κασιμάτη και Γ. Λιλαίου αντιστοίχως, χωρίς την παρουσία του αρμόδιου υπουργού…
Ετσι, την ίδια ώρα που ο αρμόδιος υπουργός ιδρύει και στελεχώνει τη Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων (Οκτώβριος 1987) και ασχολείται με την προετοιμασία των εκτελεστικών του Ν. 1700 προεδρικών διαταγμάτων, ο πρωθυπουργός με τον Αρχιεπίσκοπο μονογράφουν στο Καστρί προσύμφωνο συμφωνίας μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας για την παραχώρηση της μοναστηριακής περιουσίας (3 Νοεμβρίου 1987)!
Ως πρώτο δε απτό δείγμα της αλλαγής κλίματος, με πρόταση του πρωθυπουργού και (αναγκαίως!) απόφαση του αρμόδιου υπουργού, συγκροτείται (6 Νοεμβρίου 1987) οκταμελής μεικτή «Ειδική Επιτροπή για τη μελέτη θεμάτων σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας» με ισότιμη συμμετοχή των δύο μερών υπό την προεδρία του επίτ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και ομότ. καθηγητή της Νομικής Σχολής Αθηνών Κ. Σταμάτη.
Η «στροφή» στην κυβερνητική πολιτική έχει συντελεστεί. Στις 29 Φεβρουαρίου 1988 υπογράφεται και το συμβολαιογραφικό προσύμφωνο για την παραχώρηση της περιουσίας. Επίκειται η υπογραφή του οριστικού συμβολαίου… Ο υπουργός Α. Τρίτσης με επιστολή του προς τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως παραιτείται στις 4 Μαΐου 1988, εκτιμώντας ότι απέτυχε να πείσει την κυβέρνηση να μην προχωρήσει στην υπογραφή της «Σύμβασης παραχώρησης».
Μια μεταρρυθμιστική προσπάθεια έχει ναυαγήσει. Το πολιτικό momentum αποδείχθηκε ακατάλληλο. Ηταν αναμενόμενο… Εκείνο που δεν συγχωρείται είναι ο πολιτικός αμοραλισμός που επιδείχθηκε. Ενας οραματιστής πολιτικός αποπέμφθηκε για δεύτερη φορά, μετ’ επαίνων… Και επικράτησε για ακόμη μία φορά το ένστικτο της πολιτικής επιβίωσης και της κομματικής συναλλαγής… Το πολιτικό κόστος αποδείχθηκε σημαντικότερο κάθε ηθικού προτάγματος!
Στις 11 Μαΐου 1988, πριν από 25 ακριβώς χρόνια, υπογράφεται η οριστική «Σύμβαση παραχώρησης στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας» των Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος. Μόνο που δεν είναι πλέον όλες αλλά μόνον 149! Οι άλλες ή δηλώνουν ότι δεν έχουν ακίνητη περιουσία ή δεν δέχονται να προσχωρήσουν στη Σύμβαση. Ο Αρχιεπίσκοπος βρίσκεται εκτεθειμένος απέναντι στην κυβέρνηση. Λεπτομέρειες!..
Σημασία έχει ότι όρο της Συμβάσεως αποτέλεσε η κατάργηση όλων εκείνων των διατάξεων του Ν. 1700 που αφορούσαν τη συμμετοχή αιρετών λαϊκών μελών στα Εκκλησιαστικά και Μητροπολιτικά Συμβούλια.
Αλλωστε ούτε η Σύμβαση επρόκειτο να εφαρμοσθεί ούτε η κυβέρνηση επρόκειτο να καταργήσει τον Ν. 1700!
Και τούτο γιατί ο νέος υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων Γ. Α. Παπανδρέου εισηγήθηκε, αρχές Οκτωβρίου 1988, τον κυρωτικό της Συμβάσεως Ν. 1811, ο οποίος όμως ταυτοχρόνως τροποποίησε τη «Σύμβαση» και διατήρησε σε ισχύ τον Ν. 1700/1987, χωρίς τις επίμαχες για την Εκκλησία διατάξεις, προκειμένου να εφαρμοσθεί για την περιουσία των Μονών που δεν προσχώρησαν στη Σύμβαση! Αλλά και η Σύμβαση δεν ήταν δυνατόν να ενεργοποιηθεί, αφού δεν συγκροτήθηκαν οι προβλεπόμενες σε κάθε νομό πενταμελείς Επιτροπές, οι οποίες θα προχωρούσαν επί τόπου στον διαχωρισμό των τμημάτων της αγροτολιβαδικής και δασικής περιουσίας κάθε Μονής που θα περιέρχονταν τελικώς στο Δημόσιο!
Τέλη του 1988 ολοκλήρωσε τις εργασίες της και η «Ειδική Επιτροπή», η οποία κατέληξε σε μια «Συμφωνία Πολιτείας και Εκκλησίας» που θα περιελάμβανε θεμελιώδεις ρυθμίσεις για τη διαμόρφωση των σχέσεών τους με βάση τις αρχές του αμοιβαίου σεβασμού και της αναγνωρίσεως της αυτοτέλειάς τους. Η εισήγηση αυτή προς την κυβέρνηση έμεινε κυριολεκτικώς σε κάποιο συρτάρι και επιβεβαίωσε την άποψη ότι και η Επιτροπή αυτή είχε συσταθεί απλώς «για την προσωρινή εκτόνωση της κατάστασης», όπως εύστοχα παρατήρησε αργότερα ένα από τα μέλη της…
Ακολούθησε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας (1990-1993), που δεν κατήργησε, όπως προεκλογικώς είχε υποσχεθεί,τον Ν. 1700/1987! Επέκειτο πλέον, άλλωστε, η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο οποίο είχαν προσφύγει οκτώ Μονές της Εκκλησίας της Ελλάδος υποστηρίζοντας ότι είχε παραβιασθεί το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και σε δίκαιη δίκη. Η απόφαση του δικαστηρίου, που εκδόθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1994, δικαίωσε τις Μονές και επιφυλάχθηκε να επιδικάσει την αποζημίωση κατά του Ελληνικού Δημοσίου αν τα μέρη δεν προέρχονταν σε συμφωνία.
Στην εξουσία βρίσκεται και πάλι το ΠαΣοΚ και η κυβέρνησή του καλείται να λύσει τον γόρδιο δεσμό. Οταν, στις 16/11 του 1995, καλούμαι από τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης Ι. Ποττάκη να του εκθέσω την άποψή μου περί του πρακτέου, του προτείνω άμεση κατάργηση και των δύο νόμων, 1700/1987 και 1811/1988, που ουσιαστικώς δεν είχαν ποτέ υλοποιηθεί και επαναδιαπραγμάτευση του όλου θέματος εξαρχής με την Εκκλησία.
Και πάλι όμως το πολιτικό κόστος θριάμβευσε. Δεν θα έπρεπε να φανεί στην κοινή γνώμη ότι νόμος που ψήφισε κυβέρνηση ΠαΣοΚ είχε κριθεί αντίθετος σε θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Και προτιμήθηκε σε έναν όλως άσχετο νόμο (2413/1996) να τεθεί ένα άρθρο με το οποίο ο νομοθέτης συμμορφωνόταν τεχνηέντως προς τη δικαστική απόφαση προκειμένου να αποφύγει την επιδίκαση μιας δυσβάστακτης για το Δημόσιο αποζημιώσεως…
Ετσι οι δύο νόμοι (1700/1987 και 1811/1988) έμειναν σε ισχύ χωρίς να εφαρμόζονται, η «Σύμβαση παραχώρησης» από 11.5.1988 ουδέποτε υλοποιήθηκε και η «Συμφωνία» που πρότεινε η Ειδική Επιτροπή τέλη του 1988 παρέμεινε ένα σχέδιο σε κάποιο υπουργικό συρτάρι.
Πέρασε έκτοτε ήδη ένα τέταρτο του αιώνα… Αλλά, όπως ελέχθη και εν αρχή, τι είναι αυτό μπροστά στην αιωνιότητα…
Ο κ. Ι. Μ. Κονιδάρης είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



