• Αναζήτηση
  • Η ιστορία της οικογένειας Νάσιουτζικ

    «Οι αστυνόμοι που φρουρούν τον μπαμπά είναι καλοί και εξόχως παρηγορητικοί. Μας λένε παρηγορητικά λόγια: “Μη στενοχωριέσαι, κορίτσι μου. Ετσι είναι η ζωή. Οι ένοχοι είναι έξω και γλεντάνε, και οι αθώοι στα κρατητήρια πίνουν το αίμα του εαυτού τους”. Κάνουν και παρασπονδίες. Πολλές φορές μάς αφήνουν μόνους και βγαίνουν διακριτικά έξω, ενώ τουλάχιστον τρεις φορές στη μεταφορά από το δικαστήριο στις φυλακές σταματούν σε μικρά ταβερνάκια και τρώμε όλοι μαζί. Εμείς, ο μπαμπάς και οι αστυνομικοί που τον φρουρούν. Εννοείται ότι αυτό είναι εντελώς παράνομο, αλλά οι αστυνομικοί έχουν ανθρωπιά και το κάνουν αυτό με πολλούς κρατούμενους, όσους δεν θεωρούν ύποπτους φυγής και εντελώς καθάρματα. Οι αστυνομικοί είναι καλοί, έτσι σκέφτομαι και μετανιώνω για τα συνθήματα που διάβαζα στους τοίχους των Εξαρχείων και επικροτούσα “Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι”. Υπάρχουν γουρούνια και δολοφόνοι, αλλά αυτοί δεν είναι οι αστυνομικοί. Τα γουρούνια και οι δολοφόνοι είναι πάντα ισχυροί και ευυπόληπτοι πολίτες» γράφει η Παυλίνα Νάσιουτζικ στη σελίδα 171 του αυτοβιογραφικού μυθιστορήματός της «Τόση λίγη αλήθεια».

    Ηταν 18 χρόνων όταν ο πατέρας της, Αθανάσιος Νάσιουτζικ, διανοούμενος, συγγραφέας και πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, κατηγορήθηκε για τη φριχτή δολοφονία του 73χρονου Αθανάσιου Διαμαντόπουλου,
     γενικό γραμματέα εκείνη την εποχή στην ίδια εταιρεία. Τα 97 χτυπήματα με σφυρί, τα περισσότερα εκ των οποίων στο κεφάλι, έριξαν νεκρό τον Διαμαντόπουλο και οδήγησαν τον Νάσιουτζικ σε μια δικαστική διαμάχη που έφτασε δύο φορές ως τον Αρειο Πάγο ύστερα από ισάριθμες αθωωτικές αποφάσεις.
    Η ιστορία που κυριάρχησε στα πρωτοσέλιδα της εποχής κράτησε δέκα ολόκληρα χρόνια και έληξε με την αμετάκλητη καταδίκη του Νάσιουτζικ. «Είμαι σχεδόν ανορεκτική, έχω χάσει είκοσι κιλά (πέντε κιλά σε κάθε δίκη)» γράφει η δευτερότοκη κόρη Παυλίνα σε άλλο σημείο του βιβλίου της. Η ιστορία που σφράγισε μια για πάντα τη ζωή της και την ανάγκασε να μεγαλώσει απότομα μέσα στη μεγαλοαστική οικογένειά της έμεινε γνωστή ως «Εγκλημα στο Κολωνάκι».

    Εγκλημα στα Εξάρχεια

    Το βιβλίο μέσα από το οποίο η 50χρονη σήμερα Παυλίνα Νάσιουτζικ ξόρκιζε τα φαντάσματα του παρελθόντος εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2008, όταν ο μοναχογιός της, Νίκος
    Ρωμανός, ερχόταν αντιμέτωπος με τα ολοκαίνουργια δικά του: ήταν 15 ετών και στεκόταν, σύμφωνα με την κατάθεσή του, λίγα βήματα πιο πίσω από τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου. Του Αγίου Νικολάου, ανήμερα της γιορτής του, ο Νικόλας μεγάλωσε εξίσου απότομα με τη μητέρα του, βλέποντας τον κολλητό του να πέφτει νεκρός από τη σφαίρα του Επαμεινώνδα Κορκονέα. Υπήρξε βασικός μάρτυρας κατηγορίας στην υπόθεση και έγινε πρωταγωνιστής ενός καυτού δικαστικού ρεπορτάζ, όπως είχε γίνει και ο παππούς του, Αθανάσιος Νάσιουτζικ, πριν από 24 χρόνια.

    Ο Νίκος Ρωμανός είναι πλέον 20 ετών και πριν από λίγες ημέρες το πανελλήνιο είδε το πρόσωπό του αλλοιωμένο από το ερασιτεχνικό Photoshop που προσπαθούσε να κρύψει τις μελανιές και τους μώλωπες. Πέντε χρόνια μετά τη νύχτα της 6ης Δεκεμβρίου, τη στιγμή που άλλαξε τη ζωή του, συνελήφθη για τη διπλή ληστεία στο Βελβεντό Κοζάνης με συνεργούς που έχουν διασυνδέσεις με τους Πυρήνες της Φωτιάς, ενώ ερευνάται και η δική του συμμετοχή στους Πυρήνες, αφού βρέθηκαν αποτυπώματά του σε διαμερίσματα που χρησιμοποιούσε η οργάνωση και εικάζεται ότι ο ίδιος είχε νοικιάσει ένα από αυτά, στο Μαρούσι.

    «Η σάπια κοινωνία»

    Η Παυλίνα Νάσιουτζικ, ξέροντας να χειρίζεται με ψυχραιμία τα media που κατά τη διάρκεια της δικαστικής περιπέτειας του πατέρα της δεν την άφηναν να πάρει ανάσα, δήλωσε πρόσφατα στην τηλεόραση του Alpha: «Είμαι πάρα πολύ περήφανη για τον γιο μου, που αγωνίζεται ενάντια σε μια παράνομη και σάπια κοινωνία και θα τον υπερασπιστώ ως την τελευταία ρανίδα του αίματός μου». Σε παρόμοιους τόνους υπερασπιζόταν και τον πατέρα της, δηλώνοντας, μαζί με τη μεγάλη αδελφή της Αρετή και τη μητέρα της Ζωή: «Πιστεύουμε από τα βάθη της ψυχής μας ότι είναι αθώος».

    Μόνο που τώρα, η εικόνα του γιου της και των τριών άλλων συλληφθέντων που μαρτυρά και ότι ξυλοκοπήθηκαν άγρια και ότι οι φωτογραφίες που δόθηκαν στη δημοσιότητα υπέστησαν ψηφιακή επεξεργασία, τη βρίσκουν αντιμέτωπη με την Αστυνομία: «Τα παιδιά είναι πολύ χτυπημένα. Χτυπήθηκαν όλα μέσα στην Ασφάλεια, δεν χτυπήθηκαν κατά τη συμπλοκή όπως είπαν οι Αρχές». Οι μνήμες εκείνων των καλών αστυνομικών που τη δεκαετία του ’90 έκαναν τα στραβά μάτια και κολάτσιζαν σε ταβερνάκια, μαζί με τον κρατούμενο πατέρα της, έχουν τώρα αντικατασταθεί από εκείνους που μελάνιασαν τα μάτια του μονάκριβου παιδιού της.

    «Οι ποινικοί κρατούμενοι είναι οι επαναστάτες τού αύριο. Αυτοί που ήταν μέσα στη φυλακή δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να βγουν, να στηρίξουν τον εαυτό τους. Ολοι όσοι πληρώνουν τη νύφη δεν είναι πάντοτε οι αίτιοι των εγκλημάτων. Ολοι ξέρουν ότι το σύστημα είναι σάπιο» έλεγε σε συνέντευξή της στο ένθετο «Υστερόγραφο» της κυπριακής εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος» τον Ιούλιο του 2008, λες και διαισθανόταν ότι τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς θα γινόταν κάτι που θα επηρέαζε πολύ δραστικά την ψυχολογία του γιου της.

    «Μύκονος μπλουζ»

    Ωστόσο, η ίδια μοιάζει να θέλει να αποδομήσει την εικόνα της πλούσιας μεγαλοαστής που είχαν και έχουν οι άλλοι για εκείνη. Ως διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης που υπηρετεί τη «σοβαρή» πλευρά της, έχει εκδώσει αξιόλογες μελέτες. Και ως γυναίκα που πέρασε τα νιάτα της μέσα στα δικαστήρια δίνοντας φωτογενή φιλιά στον κατηγορούμενο πατέρα της με μόνιμη λεζάντα «ένα φιλί από την κόρη του», ανέπτυξε και μια παραλογοτεχνική πλευρά: Μυθιστορήματα όπως «Μύκονος μπλουζ», «Κάψτε τα νυφικά» και το το μπεστ σέλερ με τον αυτοαναφορικό τίτλο «Μαμάδες βορείων προαστίων» περιέχουν ιστορίες για πλούσιες κυρίες της καλής κοινωνίας που λυπούνται όσους δεν έχουν πισίνα και αναρωτιούνται κατά πού πέφτει το Γαλάτσι. Οι εμμονικές παραπομπές σε τσιτάτα συγγραφέων κάθε κατηγορίας, από τον Στίβεν Κινγκ ως τον Κάφκα, την κάνουν να μοιάζει σαν μια σοφιστικέ εκδοχή της Λένας Μαντά, αλλά τελικά χάνει τον αρχικό στόχο της που ήταν να κοροϊδέψει εκ των έσω τη νεοελληνική μπουρζουαζία.

    Ο Αθανάσιος Νάσιουτζικ έμενε στην οδό Παπαναστασίου 24 στο Παλαιό Ψυχικό και, σύμφωνα με την τελική καταδικαστική απόφαση, το πρωί της 24ης Σεπτεμβρίου του 1984 πήγε στο σπίτι του Αθανάσιου Διαμαντόπουλου
    στην οδό Διδότου 3 στο Κολωνάκι και τον δολοφόνησε. Επειδή τον ζήλευε; Επειδή ο
    Νάσιουτζικ του χρωστούσε πολλά και δεν είχε να τον ξεχρεώσει; Ολα τα σενάρια ακούστηκαν στο δικαστήριο. Αν και κανείς δεν τον είδε να μπαίνει ή να βγαίνει από τον τόπο του εγκλήματος, μάρτυρας-κλειδί ήταν η δημοσιογράφος Ευγενία Γονατοπούλου, η οποία έμενε στο από κάτω διαμέρισμα και άκουσε λόγια που θυμίζουν σκηνή από θρίλερ: «Μη, Θανάση. Ελεος, Θανάση, τι πας να κάνεις…». Επειδή Θανάση έλεγαν και το θύμα, αρχικά η μάρτυρας θεώρησε ότι ο Διαμαντόπουλος έκανε κακό σε κάποιον και όχι το αντίστροφο. Ακρως επιβαρυντικό ήταν και το γεγονός ότι ο Νάσιουτζικ λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, αλλά και το ότι προσπάθησε να κατασκευάσει άλλοθι ζητώντας από τη γραμματέα του να καταθέσει ότι την ώρα του φόνου τής είχε τηλεφωνήσει από το σπίτι του – ο ίδιος είχε αποδώσει και τις δύο αυτές ενέργειες στον πανικό και όχι στην ενοχή του.

    Η διαδρομή των τραγικών γεγονότων που σημάδεψαν μια για πάντα αυτή την οικογένεια, είτε τα μέλη της είναι «αθώα» είτε «ένοχα», κάνει τον γύρο της Αθήνας. Από το Παλαιό Ψυχικό στο Κολωνάκι και από εκεί λίγα βήματα πιο πέρα, στα Εξάρχεια. Στη δίκη Νάσιουτζικ παρήλασαν σημαντικοί λογοτέχνες της εποχής και η Παυλίνα στέκεται, τόσο στο βιβλίο όσο και στη συνέντευξη του 2008, στη συμβολή του Γιώργου Χειμωνά, με την ιδιότητα του ψυχιάτρου: «Η ψυχοθεραπεία με βοήθησε να επιβιώσω – και ο Γιώργος Χειμωνάς αποκλειστικά. Οι περισσότεροι ψυχίατροι βλέπουν τους ασθενείς τους σαν εξωτικές διακοπές ή σαν ακριβές γόβες. Ο Χειμωνάς, όμως, ήταν κατά των μακροχρόνιων θεραπειών, ήταν υπέρ του πώς να φτιάξουμε τη ζωή σου τώρα».

    Η ευτυχία του γιου

    Οταν ένιωσε ότι ξεπέρασε την κατάθλιψη και απέκτησε έναν οδηγό ζωής, αποφάσισε να κάνει ένα παιδί: «Εκεί αποκαταστάθηκαν πολλές ισορροπίες, πολλά πράγματα ανατράπηκαν. Βέβαια, ένα παιδί, μελλοντικά, μπορεί να σε ξαναρίξει στην κατάθλιψη, μπορεί και να σε ξεκάνει. Μέχρι τα πρώτα δέκα χρόνια του παιδιού έχεις τη χαρά ότι διαμορφώνεις έναν άνθρωπο». Εχει πει ότι αγαπά το πράσινο χρώμα επειδή ο γιος της είναι Παναθηναϊκός. Και ότι η ευτυχία συνοψίζεται στο «πρόσωπο του Νικολάκη» όταν κοιμάται. Το πρόσωπο του Νικολάκη, χτυπημένο και οργισμένο, δεν είναι πια καθόλου γαλήνιο.

    Ακολουθώντας τους άγραφους νόμους της φυλακής που προστάζουν, προκειμένου να επιβιώσεις, να έχεις υψηλή προστασία, ο Νάσιουτζικ προστατευόταν από τον Βαγγέλη Ρωχάμη. Σύμφωνα πάντα με τα γραφόμενα της Παυλίνας, «ο μπαμπάς τον περιγράφει ως πανέξυπνο άνθρωπο που αρνείται να δει τηλεόραση, γιατί μας ταΐζει, λέει, κουτόχορτο και έχει ξεκοκαλίσει όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης των φυλακών». Και όταν αποφυλακίστηκε, το 1995, έχοντας εκτίσει τα 2/5 της ποινής του, ο εγγονός του Νίκος ήταν δύο ετών.

    Σημαδεμένοι από τη μοίρα; Βαρύ οικογενειακό κάρμα; Φυλλοβόλο γενεαλογικό δέντρο; Οποιον βαρύγδουπο χαρακτηρισμό και αν διαλέξεις, η ιστορία των Νάσιουτζικ, που αυτές τις μέρες απέκτησε και άλλες σελίδες, είναι ένα άγριο και συνάμα γοητευτικό θέαμα για τις μάζες. Το δράμα του κοριτσιού που πήγαινε στη Σχολή Μωραΐτη, αλλά είχε παρέες και από την Γκράβα Γαλατσίου μοιάζει να μην έχει τέλος. «Το χρήμα δεν φέρνει την ευτυχία» θα αντηχήσει σε πολλά μεσοαστικά σαλόνια, προσφέροντας πρόσκαιρη ανακούφιση σε περιόδους οικονομικής κρίσης.

    BHMAgazino
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk