Ο Ζορμπάς και ο Γιούγκερμαν

Πώς μπορούμε να κατανοήσουμε τις πραγματικότητες που ενσωματώνει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στον λόγο της η πεζογραφία; Πώς θα πρέπει να ερμηνεύσουμε την οπτική των σύγχρονων, των νεότερων αλλά και των παλαιότερων συγγραφέων για τα ιστορικά συμβάντα με τα οποία συνδιαλέγονται και μέσα από ποιους δρόμους οφείλουμε να κατανοήσουμε τις συλλογικές αξίες και τις ατομικές στάσεις που εγγράφονται στην παραγωγή τους;

Πώς μπορούμε να κατανοήσουμε τις πραγματικότητες που ενσωματώνει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στον λόγο της η πεζογραφία; Πώς θα πρέπει να ερμηνεύσουμε την οπτική των σύγχρονων, των νεότερων αλλά και των παλαιότερων συγγραφέων για τα ιστορικά συμβάντα με τα οποία συνδιαλέγονται και μέσα από ποιους δρόμους οφείλουμε να κατανοήσουμε τις συλλογικές αξίες και τις ατομικές στάσεις που εγγράφονται στην παραγωγή τους;
Η γλωσσική στροφή που κυριάρχησε στον χώρο της αναλυτικής φιλοσοφίας από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και μετά, ορίζοντας τη γλώσσα ως ένα πεδίο ασταθών και εν πολλοίς απατηλών αναπαραστάσεων, σε συνδυασμό με το τρίπτυχο των πολιτισμικών, φεμινιστικών και μετααποικιακών σπουδών, οι οποίες μίλησαν για το συνεχές κρυφτό των ηγεμονικών σχέσεων στο επίπεδο των κοινωνικών τάξεων, των φύλων και της ιδεολογίας, δεν άφησαν ανεπηρέαστη την κριτική και τη θεωρία της λογοτεχνίας.
Το διήγημα και το μυθιστόρημα έπαψαν να θεωρούνται αδιαμεσολάβητοι εκφραστές της ανθρώπινης εμπειρίας και του περιβάλλοντος κόσμου και η εικονογραφία τους μπήκε στο στόχαστρο. Οι ερευνητές άρχισαν να ψάχνουν πίσω από τις μορφές της έναν μηχανισμό κατασκευής ο οποίος έχει στο κέντρο του τη συνεχή διαφοροποίηση, την πολυμορφία και την πολυσυλλεκτικότητα. Πρόκειται για ό,τι σε ανύποπτο χρόνο (εν έτει 1896) ο Παλαμάς πρόλαβε να ονομάσει, μελετώντας τα διηγήματα του Βιζυηνού, «εναρμόνιον κράμα».
Εναρμόνιον κράμα τιτλοφορείται και η συναγωγή μελετών της Μαίρης Μικέ, που εξετάζει κείμενα της ελληνικής πεζογραφίας του 19ου και του 20ού αιώνα με βάση τον βαθμό ανταπόκρισής τους στην κατηγορία του σύμμεικτου χαρακτήρα και της υβριδικότητας. Εχω την εντύπωση ότι, χωρίς να το διατυπώνει ρητά, η Μικέ μοιράζει τις ερμηνευτικές της αναγνώσεις σε δύο ενότητες.

«Μονολιθικοί» και «πληθωρικοί»
Από τη μια πλευρά βρίσκονται οι συγγραφείς που επιζητούν να αποκρύψουν και να παραγράψουν την πολλαπλότητα των ζητημάτων με τα οποία καταπιάνονται, επιλέγοντας μια μονολιθική γραμμή απεικόνισης. Στην άλλη πλευρά, συναντάμε τους συγγραφείς που προκρίνουν έναν ανοιχτό και ασύνορο χώρο με πληθώρα κατευθύνσεων και στιγμάτων.
Στους συγγραφείς της πρώτης ενότητας τοποθετούνται ο Αλέξανδρος Ρίζος-Ραγκαβής (με τα διηγήματά του Ελμάη και Καλμίνα), ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος (με το μυθιστόρημά του Κρητικοί γάμοι), ο Νίκος Καζαντζάκης (Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και Καπετάν Μιχάλης) και ο Μ. Καραγάτσης (Γιούγκερμαν και Αμρι α Μούγκου). Τους συγγραφείς της δεύτερης ενότητας αντιπροσωπεύουν η Μάρω Δούκα (Αθώοι και φταίχτες), ο Αντώνης Σουρούνης (Οι συμπαίχτες, Μερόνυχτα Φραγκφούρτης και Ο χορός των ρόδων) και οι Μιμίκα Κρανάκη, Ιωάννα Καρυστιάνη και Γιάννης Κιουρτσάκης (με τα μυθιστορήματά τους Φιλέλληνες, Κουστούμι στο χώμα και Εμείς οι άλλοι). Περιέργως στην ίδια κατηγορία θα ενταχθεί εκ νέου ο Καραγάτσης (με τα διηγήματά του Το μπουρίνι, Η Μεγάλη Βδομάδα του πρεζάκη, Ο άνθρωπος με το φλεμόνι, Νυχτερινή ιστορία και Τα χταποδάκια).
Ο Ραγκαβής θα τραβήξει τον μονόδρομό του συνταιριάζοντας τη λογική της αποικιοκρατικής ανακάλυψης και εκμετάλλευσης με την αντίληψη του γυναικείου σώματος ως σκοτεινού αντικειμένου. Ο Ζαμπέλιος θα ανυψώσει τα δικά του διαχωριστικά τείχη με τον φόβο απέναντι σε οτιδήποτε δεν είναι εθνικώς αμιγές. Ο Καζαντζάκης πάλι θα κλείσει τα μάτια μπροστά σε ό,τι αντιστρατεύεται το έπος του ανδρισμού και της λεβεντιάς. Οσο για τον Καραγάτση του Γιούγκερμαν και του Αμρι α Μούγκου, θα υιοθετήσει απροκάλυπτα τα πρότυπα της λευκής κυριαρχίας επί των μαύρων πληθυσμών της Αφρικής, όπως και της φυλετικής και της κοινωνικής κατωτερότητας της γυναίκας.
Στην απέναντι όχθη η Δούκα θα υποδείξει τη σχετικότητα της εθνικής αλήθειας, ο Σουρούνης θα αποσυνδέσει την εικόνα του οικονομικού μετανάστη από το στερεότυπο του βιομηχανικού εργάτη, η Καρυστιάνη θα επιμείνει στο ανέφικτο του νόστου στον γενέθλιο τόπο, ενώ η Κρανάκη και ο Κιουρτσάκης θα προικίσουν τους ήρωές τους με μια έκκεντρη και οριστικά ανεύρετη ελληνικότητα. Στο μεταξύ ο Καραγάτσης των διηγημάτων θα περιβάλει αίφνης με αμέριστη θέρμη και εμπιστοσύνη κάθε ανέστιο και παραμερισμένο.
Το σημαντικότερο με τη δουλειά της Μικέ είναι πως κατορθώνει να βάλει θαυμαστή τάξη στο εκρηκτικά ετερογενές και αντιθετικό υλικό της (ένα άλλο «εναρμόνιον κράμα») χωρίς να απαλύνει ή να στρογγυλέψει τις αιχμές του, όπως και χωρίς να το επιβαρύνει με θεωρητικά σχήματα και αναγωγές που δεν του ταιριάζουν.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk