Το μέσα και το έξω

Λίγο πριν από το τέλος του 18ου αιώνα οι δύο τάσεις είχαν πλέον διαμορφωθεί με σαφήνεια. Η μία υποστήριζε ότι η υποκριτική είναι κατά βάση μια ορθολογιστική διαδικασία, μια μελέτη των τεχνικών μέσων με στόχο την εύσχημη απεικόνιση της εξιδανικευμένης πραγματικότητας. Η άλλη έδινε έμφαση στη συναισθηματική οξυδέρκεια και στην ευαίσθητη φαντασία, ζητώντας από τον ηθοποιό να κινηθεί πέρα από τα όρια της λογικής για να ανακαλύψει την εσώτερη πηγή του αισθήματος.

Λίγο πριν από το τέλος του 18ου αιώνα οι δύο τάσεις είχαν πλέον διαμορφωθεί με σαφήνεια. Η μία υποστήριζε ότι η υποκριτική είναι κατά βάση μια ορθολογιστική διαδικασία, μια μελέτη των τεχνικών μέσων με στόχο την εύσχημη απεικόνιση της εξιδανικευμένης πραγματικότητας. Η άλλη έδινε έμφαση στη συναισθηματική οξυδέρκεια και στην ευαίσθητη φαντασία, ζητώντας από τον ηθοποιό να κινηθεί πέρα από τα όρια της λογικής για να ανακαλύψει την εσώτερη πηγή του αισθήματος.
Αν ο πρωτοπόρος θεωρητικός της εποχής Λουίτζι Ρικομπόνι πίστευε ότι οι επαγγελματίες της σκηνής θα αποδώσουν εύστοχα τις «αποχρώσεις της ψυχής» μόνο αν «αισθάνονται όσα λένε», ο νεότερος Ρικομπόνι, ο υιός του, διαφωνούσε κάθετα: ο ηθοποιός που βίωνε τα συναισθήματα του ρόλου του θα καθίστατο ανίκανος να παίξει. Μαζί του θα συμφωνούσε, σε μία από τις πιο διάσημες πραγματείες περί υποκριτικής («Paradoxe sur le comédien», 1773), και ο Ντιντερό. Οι σπουδαίοι ηθοποιοί, έγραφε, δεν εγκαταλείπονται στο συναίσθημα αλλά «μιμούνται τόσο τέλεια τα εξωτερικά γνωρίσματά του ώστε ξεγελούν το κοινό (…), γνωρίζουν ακριβώς τη στιγμή που τα δάκρυά τους θα αρχίσουν να τρέχουν». Η τέχνη είναι αποτέλεσμα προσεκτικής μελέτης και προετοιμασίας, όχι αυθορμητισμού.
Το 1880 ο μεγάλος γάλλος ηθοποιός Κοκλέν στο σύντομο βιβλίο του «L’ art et le comédien» υποστήριζε ότι ένας ηθοποιός μπορεί να μεγαλουργήσει μόνο αν «έχει απόλυτο αυτοέλεγχο και την ικανότητα να εκφράζει συναισθήματα που δεν βιώνει, που μπορεί ποτέ να μην τα βιώσει και τα οποία, από τη φύση των πραγμάτων, δεν είναι δυνατόν ποτέ να βιωθούν».
Ταύτιση ή απόσταση; Το δίλημμα έμελλε να καταδιώκει θεωρητικούς, σκηνοθέτες, δασκάλους και ηθοποιούς στο πέρασμα των αιώνων. Ο Μπρεχτ πρέσβευε ότι μόνο μέσα από την αποστασιοποίηση, το συνειδητό «σπάσιμο» της ψευδαίσθησης, θα επέλθει ο προβληματισμός και η αφύπνιση του θεατή «αφαιρώντας το φανερό, το γνωστό, το αυταπόδεικτο και γεννώντας έκπληξη και περιέργεια». Κινούμενος στα άκρα, ο Εντουαρντ Γκόρντον Κρεγκ καταδίκαζε την τέχνη της ηθοποιίας και πρέσβευε ότι δυστυχώς οι ηθοποιοί, εφόσον είναι πλασμένοι από σάρκα και αίμα, δεν μπορούν παρά να πέφτουν θύματα του θυμικού τους. Συνεπώς, ο ηθοποιός όπως τον ξέρουμε, δέσμιο της Φύσης, πρέπει να εξαφανιστεί: τη θέση του πρέπει να λάβει «η άψυχη μαριονέτα, η υπερ-μαριονέτα», μια φιγούρα που δεν θα συναγωνίζεται τη ζωή αλλά θα πηγαίνει πέρα από αυτήν, στον συμβολισμό και στο όραμα. Πολλά χρόνια αργότερα ο Γκροτόφσκι θα πρότεινε τον «αρχετυπικό ηθοποιό», αυστηρά εκπαιδευμένο σωματικά και φωνητικά σε ένα αντινατουραλιστικό στυλ, που χρησιμοποιεί την τεχνική του για να εκφράσει εικόνες από το συλλογικό ασυνείδητο.
Κάθε θεατρικό είδος εγείρει τις δικές του απαιτήσεις, θέτει τις δικές του προκλήσεις για τον ηθοποιό. Επιδιώκοντας να αποφύγει τα παραπλανητικά μονοπάτια του ψυχολογικού ρεαλισμού (που τείνει να «μικραίνει» τα μεγέθη της τραγωδίας), ο Αιμίλιος Χειλάκης επέλεξε την απόσταση. Εστησε έναν Οιδίποδα με αέρα ανωτερότητας, κυρίαρχο του εαυτού του και των καταστάσεων, που δεν αφήνει να διαφανούν τα συναισθήματά του – ίσως επειδή αυτό δεν ταιριάζει σε έναν βασιλιά ή ίσως επειδή θα ήταν ολέθριο. Με την υποδειγματική άρθρωσή του, την καλλιέπεια της φωνής του, στέκεται αξιοπρεπής στη σκηνή από την αρχή ως το τέλος αποφεύγοντας τις εξάρσεις, τις κορόνες, τις υπερβολές.
Δεν αρκεί όμως η λιτότητα και η αυτοσυγκράτηση για έναν τέτοιον ρόλο. Δεν είναι μόνο ότι ο Χειλάκης παραείναι «αεράτος» για Οιδίποδας. Είναι ότι κάτω από αυτή την επιμελημένη επιφάνεια, την πρόσοψη της ψυχραιμίας ως ιδανικής άμυνας, αδυνατούμε να εντοπίσουμε εσωτερική ζωή. «Συμβαίνει πάντοτε κάτι μέσα μας. Δεν μπορείς να χτίσεις το έξω και μετά να ξεχάσεις το μέσα» γράφει ο Γιόσι Οϊντα, ιάπωνας ηθοποιός και συνεργάτης του Πίτερ Μπρουκ. Οσο ήρεμος και αν επιλέξει να είναι κανείς εξωτερικά (ή καλύτερα ακριβώς επειδή επιλέγει να είναι ήρεμος εξωτερικά), θα πρέπει να δουλέψει την ένταση εσωτερικά, αλλιώς το αποτέλεσμα είναι επίπεδο και στεγνό: «Στην ιδανική περίπτωση το μέσα και το έξω θα έπρεπε να βρίσκονται σε αντίθεση» λέει ο Οϊντα.
Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης έστρεψε και αυτός όλη την προσοχή του στο «έξω» αμελώντας εντυπωσιακά το «μέσα» και στους τρεις ρόλους που εκλήθη να ερμηνεύσει. Ο Τειρεσίας του μια αποτυχημένη καρικατούρα (χαζός του χωριού; χτυπημένος από εγκεφαλικό;). Η Ιοκάστη του αφαιρετική αλλά εξαιρετικά ισχνή, ενώ ο βοσκός του πατάει όλος στην εκφραστική υπερβολή που θολώνει τα νερά. Το θετικό στην περίπτωση του Μαρκουλάκη είναι ότι τουλάχιστον πήρε ρίσκο. Δεν φοβήθηκε να εκτεθεί, να γελοιοποιηθεί, με την ελπίδα να παράξει κάτι ενδιαφέρον. Αν η διάθεση αυτή δεν είχε υλοποιηθεί τόσο επιπόλαια, τόσο αδούλευτα, το αποτέλεσμα μπορεί να ήταν γόνιμο. Ο Χειλάκης, από την πλευρά του, προτίμησε την ασφάλεια των δυνατών του χαρτιών, έμεινε στα κεκτημένα του και τα αναμόχλευσε ελαφρώς – τόσο ώστε να μη χρειαστεί να πατήσει ποτέ το κουμπί κινδύνου.
Με τους δύο αυτούς βασικούς πυλώνες αποδυναμωμένους, το οικοδόμημα της παράστασης μένει στον αέρα. Ο Χορός, μορφές μπεκετικές, πλανόδιοι διασκεδαστές με ρούχα φαγωμένα στη δίνη του χρόνου, αποδεικνύεται και αυτός μετέωρος, χωρίς ισχυρή ταυτότητα, με βασική λειτουργία του να παράγει ήχους (φωνητικά και με όργανα) και να εκτελεί κινησιολογικά ευρήματα. Το σύνολο αναδύεται γκρίζο, βυθισμένο στην ομίχλη της ασάφειας, σαν ο σκηνοθέτης να μην ήξερε για ποιον λόγο αποφάσισε να κάνει «Οιδίποδα», σαν μην είχε τίποτα να πει. Μια απλή αναπαράσταση της ιστορίας, μια ξερή αφήγηση με λίγο εύρημα, και η τραγωδία στερημένη από κάθε υπαρξιακό μυστήριο.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk