Kρατώντας «μικρά καλάθια» πηγαίνει το βράδυ της Τρίτης ο Γιώργος Παπανδρέου να συναντήσει την Ανγκελα Μέρκελ στο Βερολίνο. Οι προσδοκίες είναι μικρές. «Το πιο προσιτό αποτέλεσμα είναι η επιμήκυνση του χρόνου εξόφλησης του δανείου» έλεγε κυβερνητική πηγή. Η διάρκεια της επιμήκυνσης δεν είναι ακόμα σαφής, θα είναι όμως πολύ μικρότερη από τα 30 χρόνια που ζήτησε πρόσφατα ο απερχόμενος πρόεδρος της Bundesbank, Αξελ Βέμπερ. Μετέωρο παραμένει και το αίτημα της ελληνικής πλευράς, για ταυτόχρονη μείωση των επιτοκίων. «Μην περιμένετε αποφάσεις από την αποψινή συνάντηση» πρόσθεσε η ίδια πηγή. «Τα αποτελέσματά της θα έχουν όμως τροχιοδεικτικό χαρακτήρα».

Στη συνάντηση, η οποία γίνεται ύστερα από αίτημα της Αθήνας, συμμετέχουν επίσης, από ελληνικής πλευράς, ο υπουργός οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου, ο υπουργός εξωτερικών Δημήτρης Δρούτσας και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γιώργος Πεταλωτής, και από γερμανικής, ο υπουργός οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, καθώς και οι σύμβουλοι της καγκελαρίου Γιαν Βίντμαν (που θα διαδεχθεί σύντομα τον κ.Βέμπερ στην ηγεσία της Bundesbank) και Ούβε Κορσέπιους.

Μια πρόγευση, για το τι θα διαμειφθεί το βράδυ, έδωσε η συνάντηση των κ.κ. Σόιμπλε-Παπακωνσταντίνου το μεσημέρι στο υπουργείο οικονομικών. «Υπήρξε πρόοδος στη συζήτηση. Τελικά ωστόσο έμειναν ανοικτά όλα τα βασικά θέματα, όπως το ύψος των επιτοκίων για τα δάνεια, ή η επαναγορά των δανείων» είπε η πηγή. Ο έλληνας υπουργός υπογράμμισε τη σημασία που έχει η Ελλάδα για τη σταθεροποίηση της ευρωζώνης, καθώς και για τον κομβικό ρόλο που έχει στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Ο γερμανός υπουργός, πρόσθεσε, επέδειξε κατανόηση για τα ελληνικά αιτήματα, δεν άνοιξε όμως τα χαρτιά του ενόψει των διαπραγματεύσεων για το συνολικό πακέτο σταθερότητας και ανταγωνισμού που θα αποφασιστεί στη διάσκεψη κορυφής των Βρυξελλών περί τα τέλη Μαρτίου.

Το κλίμα της συνάντησης βάρυνε πάντως τις τελευταίες ώρες, ύστερα από τη δημοσίευση πορίσματος του Συμβουλίου Ευρωπαίων Εμπειρογνωμόνων EEAG(μιας συντηρητικής ομάδας οικονομολόγων με επικεφαλής τον διευθυντή του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών Ifoτου Μονάχου Ηανς-Βέρνερ Σίν) το οποίο προειδοποιεί για τον κίνδυνο χρεοκοπίας της Ελλάδας και ζητά από την ελληνική κυβέρνηση να εγκαταλείψει το ευρώ και να επαναφέρει τη δραχμή. Το αν η γερμανική πλευρά θα θέσει προς συζήτηση τέτοιο θέμα, θεωρείται ωστόσο αμφίβολο. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι σύμβουλοι της κ.Μέρκελ μελετούν σοβαρά το σενάριο χρεοκοπίας, δεν το θεωρούν όμως προς το παρόν επίκαιρο. Η νέα γραμμή του Βερολίνου, που συνοψίζεται στη φράση: Ναι στη σωτηρία της Ελλάδας, αλλά στο πλαίσιο ενός συνολικού πακέτου σταθεροποίησης του ευρώ, θα είναι έτσι κι απόψε το κόκκινο νήμα στις συνομιλίες τους με τους έλληνες επισκέπτες.

Αλλά και η ελληνική πλευρά φαίνεται να αποδέχεται αυτή τη γραμμή. «Δεν θέλουμε να μας βλέπουν σαν ιδιαίτερη προβληματική περίπτωση» είπε η ίδια πηγή. «Το ελληνικό πρόβλημα πρέπει να ενταχθεί στο συνολικό πακέτο».

Ολα δείχνουν πάντως, ότι η ελληνική πλευρά θα πρέπει να «ξεγράψει» προς το παρόν μια σειρά από μύχιους πόθους της σε συνάρτηση με αυτό το πακέτο, όπως την επαναγορά κρατικών ομολόγων με χρήματα του ταμείου διάσωσης SFEF, ή, την έκδοση ευροομολόγων. Η Bundesbank βάζει βέτο σε αυτό. Και η κ.Μέρκελ θα επισφραγίσει απόψε και πολιτικά αυτή την άρνηση.

Το πρωί της Τρίτης πάντως, ο κ.Παπανδρέου πήρε μηνύματα υποστήριξης από τη γερμανική αντιπολίτευση. «Είμαστε υπέρ της έκδοσης ευροομολόγων» δήλωσε ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας των Σοσιαλδημοκρατών Φρανκ-Πέτερ Σταϊνμάγιερ αμέσως μετά τη συνάντησή του με τον έλληνα πρωθυπουργό. Και αναφερόμενος στο «συνολικό πακέτο» της Ανγκελας Μέρκελ και του Νικολά Σαρκοζί πρόσθεσε επικριτικά: «Το πακέτο αποτελεί καταρχάς έκκληση για τη μείωση των δημόσιων χρεών και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας. Αυτό που του λείπει εντελώς είναι μέτρα για την εξάλειψη των αναταράξεων και τη σταθεροποίηση του ευρώ».

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι δηλώσεις ενός άλλου συνομιλητή του πρωθυπουργού, του προέδρου των Πράσινων Τζεμ Ετζντεμιρ. «Τα ομόλογα θα μπορούσαν να καθησυχάσουν τις αγορές» είπε. «Και σε ότι αφορά την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση, η ιδέα είναι καλή» πρόσθεσε. «Θα προτιμούσα όμως, οι αρμοδιότητές της να ανατίθονταν στην Επιτροπή και την Ευρωβουλή, και όχι, όπως προβλέπεται τώρα, στο Συμβούλιο Αρχηγών».